Κριτική για το «War Machine»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Από τότε που η γνωστή διαδικτυακή πλατφόρμα του Netflix άρχισε να εξαπλώνεται σε όλο τον κόσμο, έχει αποτελέσει συχνά αντικείμενο διχογνωμίας. Οι αντιδράσεις είναι εύλογες, αφού η συνδρομητική υπηρεσία δεν μπορεί να αντικαταστήσει επ’ ουδενί την κινηματογραφική εμπειρία. Βέβαια, το νόμισμα έχει δύο όψεις. Πέρα από τις προσβάσεις σε έναν διόλου ευκαταφρόνητο κατάλογο σειρών και ταινιών, το Netflix έχει να επιδείξει μια ενδιαφέρουσα γκάμα πρωτότυπων παραγωγών, δίνοντας ενίοτε το πράσινο φως σε ιδέες που είχαν ήδη απορριφθεί ως ασύμφορες από τα κινηματογραφικά στούντιο. Τέτοια περίπτωση είναι και το «War Machine», μια ταινία που, με προϋπολογισμό 60 εκατομμυρίων δολαρίων, «δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς το Netflix», σύμφωνα με τα λόγια του πρωταγωνιστή και παραγωγού της, Μπραντ Πιτ. Πρόκειται σίγουρα για το πιο φιλόδοξο στοίχημα της εταιρείας στην έως τώρα ζωή της. Αποδίδει, όμως, τα δέοντα;

Βασισμένο στο μπεστ σέλερ του δημοσιογράφου Μάικλ Χέιστινγκς «The Operators: The Wild and Terrifying Inside Story of America’s War in Afghanistan», το «War Machine» διηγείται το χρονικό της θητείας του στρατηγού Στάνλεϊ Μακ Κρίσταλ στο Αφγανιστάν, όπου διετέλεσε διοικητής των δυνάμεων του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ. Ο Χέιστινγκς ήταν εκείνος που με ένα άρθρο του στο περιοδικό «Rolling Stone» εξέθεσε την κρυφή αλαζονεία του Μακ Κρίσταλ, την επικριτική ρητορική του προς τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, και τον αχαλίνωτο τρόπο ζωής των συνεργατών του, οδηγώντας τελικά στην αποκαθήλωσή του.

Το ύφος της ταινίας χαρακτηρίζεται από έντονες διακυμάνσεις. Αρκετές φορές, οι ανάλαφρες σκηνές εναλλάσσονται -σχεδόν κυκλοθυμικά- με στιγμές έντονης συναισθηματικότητας και βαριά ατμόσφαιρα. Σε εκείνα τα αρκετά φορτισμένα περιστατικά, βλέπουμε έναν κεντρικό ήρωα που κατεβαίνει για λίγο από το «σύννεφό» του, λαμβάνοντας την πρόγευση μιας πεζής πραγματικότητας. Μάλιστα, ο απότομος τρόπος που συμβαίνει αυτό, είναι σχεδόν τρομακτικός. Εκ των προτέρων, εύλογα υποθέτει κανείς ότι η σάτιρα μπορεί να βρει εύφορο έδαφος στις αυθαίρετες ενέργειες ενός υπερφιλόδοξου στρατηγού που αμφισβητεί την πολιτική εξουσία της χώρας που υπηρετεί, όμως παραδόξως οι καλύτερες στιγμές του έργου έρχονται κατά τη δραματική συνειδητοποίηση του άχαρου ρόλου με τον οποίο είναι επιφορτισμένος. «Δεν είσαι εδώ για να κερδίσεις τον πόλεμο, αλλά για να βάλεις μια τάξη σε αυτό το χάος» τον προειδοποιεί ένα εξέχον πολιτικό στέλεχος της κυβέρνησης. Ο στρατηγός (σ.σ. στην ταινία χρησιμοποιείται το παραλλαγμένο όνομα «Μακ Μάον» αντί του πραγματικού) δεν θα τον ακούσει και θα αναλάβει ριζικές πρωτοβουλίες, με απώτερο σκοπό να εμπνεύσει τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη στους ντόπιους. Θεωρεί ότι η ανοικοδόμηση της σχέσης μεταξύ των κατοίκων και των συμμαχικών στρατιωτικών δυνάμεων είναι και το κλειδί της νίκης· μια προσπάθεια που εφόσον ευοδωθεί θα βάλει τις βάσεις για μια νέα εποχή ελευθερίας για το έθνος του Αφγανιστάν και θα ανοίξει τη δίοδο προς την ευδαιμονία. Η έλλειψη συντονισμού με την πολιτική εξουσία των ΗΠΑ είναι παντελής και εσκεμμένη, η ανοικοδόμηση του Αφγανιστάν σκοντάφτει -μεταξύ άλλων- στα συμφέροντα της Αμερικής, ενώ οι αποφάσεις για τις πολεμικές επιχειρήσεις παίρνονται από στρατιωτικά στελέχη επιμελώς αποσυνδεδεμένα από την πραγματικότητα. Σαν να μην έφταναν αυτά, η επιδεικτικότητα του στρατηγού ισοδυναμεί με ύβρι, η οποία δεν θα αργήσει να φέρει την τιμωρία.

Φυσικά δεν είναι ενθαρρυντικό για μια σατιρική ταινία το να προσφέρει περισσότερα όταν… σοβαρεύεται. Οι περσόνες του στρατηγού Μακ Μάον, όπως και του προέδρου του Αφγανιστάν, Χαμίντ Καρζάι (Μπεν Κίνγκσλεϊ), παραπέμπουν σε καταστάσεις φάρσας, τόσο που -εκ πρώτης όψεως- ο ανερχόμενος σκηνοθέτης Ντέιβιντ Μισό είναι σαν να μην έχει προβεί στην απαραίτητη προεργασία ώστε να συνάδουν αρμονικά με τις υπόλοιπες ερμηνείες και τις ετερόκλητες υφολογικές αποχρώσεις της ταινίας. Είναι εμφανές, δηλαδή, ότι η ερμηνεία του Πιτ, με το ψεύτικο γρέζι, τα μπόλικα εκφραστικά τικ και τους περίεργους μορφασμούς, παρότι βγάζει γέλιο, δεν ταιριάζει ιδιαίτερα με τον γενικότερο τόνο της ταινίας (κάποια συστατικά της συνταγής θυμίζουν τον σχιζοφρενή Τζέφρι Γκόινς του άριστου «12 Monkeys», που ο Πιτ είχε αποδώσει εκπληκτικά… μόνο που εδώ υποδύεται έναν πνευματικώς υγιή άνθρωπο, τουλάχιστον μέχρι αποδείξεως του εναντίου). Έως ένα σημείο, μοιάζει απλά με φθηνή προσπάθεια να σατιριστεί ανελέητα ένα από τα πρόσωπα που, όπως φανερώνεται στη συνέχεια, είναι από τα αναλώσιμα της ιστορίας.

Κριτική για το "War Machine"

Μολονότι τα στοιχεία δείχνουν επιβαρυντικά, η ταινία όχι μόνο σώζει ανέλπιστα την παρτίδα, αλλά την κερδίζει και με διαφορά. Το στοίχημα είναι η ίδια η ιμπεριαλιστική φύση της Αμερικής. Ο παραλογισμός των ενεργειών μιας χώρας που αρέσκεται στο να εισβάλει σε… ξένα χωράφια, γίνεται αντικείμενο οξυδερκούς και γόνιμου σχολιασμού από τον oμοδιηγητικό αφηγητή. Δεν είναι άλλος από τον δημοσιογράφο του «Rolling Stone», που εξαπολύει εμφατικές αλήθειες για τα ακατανίκητα κίνητρα του αντάρτικου, τους κούφιους πολεμικούς χειρισμούς των ΗΠΑ και τα πραγματικά ερωτήματα που πρέπει να τεθούν, δίνοντας άγρια ομορφιά σε έναν άλλο παραλογισμό: Εκείνον της υπερβολής στην πρωταγωνιστική ερμηνεία. Τότε είναι που το στυλ ηθοποιίας του Πιτ αρχίζει να βγάζει νόημα, καθώς η διαστρέβλωση της λογικής αντικατοπτρίζεται απόλυτα στη δική του συμπεριφορά. Επισφραγίζεται, δε, ότι η ταινία θα πρέπει να λογίζεται περισσότερο ως μια αλλόκοτη παραδοξότητα, παρά ως καθαρόαιμη σάτιρα.

Το «War Machine» μπορεί να είναι ένα έργο χωρίς απολύτως συμπαγή υλικά, όμως προσφέρει μια αυτοτελή εμπειρία χάρη στις άβολες αλήθειες που είναι διατεθειμένο να πει, δίχως να μπαίνει σε καλούπια. Είναι μια παραγωγή στην οποία βλέπουμε κάτι σπάνιο: Την Αμερική να κάνει την αυτοκριτική της. Από την πολιτική εξουσία που δεν θέλει να βάλει το χέρι της στη φωτιά, μέχρι τον υπερφίαλο στρατιωτικό και τις μεγαλεπήβολες ενέργειές του, αποδομεί ένα ολόκληρο πολιτικο-στρατιωτικό οικοδόμημα, από τα θεμέλια έως την κορυφή. Αυτό, ακόμη και από μόνο του, είναι ένας επαρκέστατος λόγος για να του δοθεί αμέριστη προσοχή. Επίσης, αντιμετωπίζει την απέναντι πλευρά με ανθρώπινο τρόπο και, το κυριότερο, χωρίς παρωπίδες. Τέλος, δεδομένου ότι ξετυλίγει τις αρετές του στους διαλόγους μεταξύ των κεντρικών προσώπων παρά στο μέτωπο του πολέμου, είναι πασιφανές ότι απευθύνεται σε ένα πολύ περιορισμένο κοινό, χωρίς μεγάλες πιθανότητες να συνεπάρει τους υπολοίπους. Πράγματι, λοιπόν, είναι μια ταινία που δεν θα γυριζόταν από κανένα μεγάλο στούντιο του Χόλιγουντ.

Βαθμολογία: 4/5

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s