Ανασκόπηση: «Papillon» (1973)

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Ο Ανρί Σαριέρ (Στιβ ΜακΚουίν), γνωστός κι ως «Πεταλούδας» από ένα τατουάζ στο στήθος του, είναι διαρρήκτης χρηματοκιβωτίων. Στο Παρίσι του 1931, η μοίρα τού επιφυλάσσει ένα άσχημο παιχνίδι, όταν συλλαμβάνεται αδίκως για τον φόνο ενός προαγωγού. Παρά τις προσπάθειές του να πείσει τη γαλλική δικαιοσύνη για την αθωότητά του, καταδικάζεται να εκτίσει ποινή ισόβιων δεσμών και στέλνεται στο Καγιέν, ένα διαβόητο σωφρονιστικό ίδρυμα της Γαλλικής Γουιάνας. Μέσα σε φρικτές συνθήκες εγκλεισμού, και υπό την άσβεστη φλόγα της ελπίδας για απόδραση, ανθίζει μια βαθιά φιλία με τον ιδιόρρυθμο συγκρατούμενό του, Λουί Ντεγκά (Ντάστιν Χόφμαν).

Μία δεκαετία μετά τη «Μεγάλη Απόδραση» («The Great Escape», 1963), ο Στιβ ΜακΚουίν έρχεται να ερμηνεύσει τον ρόλο της ζωής του στο «Papillon» («Ο Πεταλούδας»), μια επική ταινία-ύμνο στην ανθρώπινη θέληση. Σκηνοθέτης του έργου είναι ο -βραβευμένος με Όσκαρ- Φράνκλιν Τζ. Σάφνερ («Patton», 1970), ενώ η σεναριακή διασκευή του αυτοβιογραφικού χρονικού του Ανρί Σαριέρ ανήκει στον θρυλικό Ντάλτον Τράμπο, έναν από τους -ταιριαστά με τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα του έργου- γνωστότερους εξοστρακισμένους του Χόλιγουντ την προγενέστερη περίοδο του «μακαρθισμού». Η ταινία αφηγείται την αληθινή ιστορία της ζωής του Σαριέρ, ο οποίος ήταν έγκλειστος για δεκατρία χρόνια σε αποικίες καταδίκων της Γαλλίας.

Σε αρχικό στάδιο, ο «Πεταλούδας» Στιβ ΜακΚουίν μάς συστήνεται με τη γνωστή ακτινοβολούσα παρουσία του αξέχαστου Αμερικανού σταρ. Δεν αργεί να επιχειρήσει την πρώτη του απόδραση και να ζήσει για ένα διάστημα με τους ιθαγενείς Ινδιάνους, προτού συλληφθεί εκ νέου και τεθεί σε απομόνωση. Τα επακόλουθα μαρτυρικά βασανιστήρια και το άτυπο τουρ στις αποικιακές φυλακές -με τελικό σταθμό την απομονωμένη Νήσο του Διαβόλου- θα «τσαλακώσουν» τα φτερά του «Πεταλούδα» και θα λαβώσουν το μυαλό του, όμως εκείνος θα παραμείνει αδάμαστος βαθιά μέσα στην ψυχή. Αντί να τιθασσεύουν τη δίψα του για ελευθερία, οι απάνθρωπες σοφρωνιστικές μέθοδοι την αναζωπυρώνουν. Μέσα στα επόμενα χρόνια, ο ίδιος θα επιδοθεί σε απανωτές απόπειρες απόδρασης.

Υπογράφοντας ερμηνευτικά αυτόν τον κινηματογραφικό ύμνο στην ανθρώπινη θέληση, ο λαμπερός ΜακΚουίν μάς αποκαλύπτει την πιο ευάλωτη και φθαρτή πλευρά του, υποχρεώνοντας τους πάντες να υποκλιθούν στο υποκριτικό του ταλέντο. Το παίξιμό του είναι μεν καθοριστικό ώστε να αποτυπώνεται στο ακέραιο η σωματική καταπόνηση από τα χρόνια στερήσεων και βασανισμού, όμως τελικά αυτό που ξεχωρίζει είναι η ψυχική δοκιμασία. Οι σιωπηλές στιγμές στο ανήλιαγο κελί της απομόνωσης και οι εσωτερικές μάχες του κεντρικού ήρωα είναι καταδικασμένες να μην ξεθωριάσουν ποτέ και να διατηρήσουν εξέχουσα θέση στην κινηματογραφική ανθολογία.

Δυστυχώς, οι κατά διαστήματα σπασμωδικές προσπάθειες του σκηνοθέτη Φράνκλιν Σάφνερ να αποφορτίσει τη διαμορφωθείσα βαριά ατμόσφαιρα, βλάπτουν κάπως τη συνοχή του έργου. Τα διαλογικά φλύαρα κομμάτια της ταινίας δεν λειτουργούν ποτέ με την ίδια αμεσότητα ή ειλικρινή ευθύτητα που βλέπουμε στις στιγμές όπου οι ήρωες φτάνουν στα όριά τους και «σπάνε». Ίσως μια περισσότερο ομαλή μετάβαση από το ένα στο άλλο θα μπορούσε να κολακεύει περισσότερο το τελικό αποτέλεσμα και να αποτρέπει από μεριάς μας τον καταλογισμό υπερβολικά απότομων εναλλαγών στο ύφος. Όσο για την τάση κατάχρησης που παρατηρείται στα εντυπωσιακά γενικά πλάνα εδραίωσης, αυτή ίσως δεν αποτελεί πάντα την ενδεδειγμένη λύση, δίνει όμως μια λεπτομερή υπόσταση στον κόσμο που καλούνται να επιβιώσουν -και να συμβιώσουν- οι κεντρικοί ήρωες.

Ο Ντάστιν Χόφμαν αξίζει και αυτός αναφοράς στον ρόλο του έτερου κατάδικου. Ο παραχαράκτης Ντεγκά είναι ένας άλλης πάστας χαρακτήρας, λιγότερο ατσάλινος εσωτερικά και περισσότερο τιθασσεύσιμος παρά τις εκκεντρικότητές του, παραπέμποντας ίσως σε για μια μείξη από πιο συμβατικούς χαρακτήρες συγκρατουμένων που συνάντησε ο Σαριέρ. Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος χτίζει έναν πολύ ισχυρό δεσμό φιλίας με τον «Πεταλούδα» κατά το πέρασμα των χρόνων. Η μεταξύ τους χημεία είναι καλή σε γενικές γραμμές, αν και κατά διαστήματα, κάποιες από τις επιλογές ερμηνείας του Χόφμαν θα μπορούσαν να εκληφθούν και ως απέλπιδες προσπάθειες ώστε να αποσπάσει ένα μερίδιο από το δέος και τον εντυπωσιασμό που προκαλεί αβίαστα ο συμπρωταγωνιστής του. Με λίγα λόγια, δεν εντάσσονται στο γενικό κάδρο με απόλυτη φυσικότητα.

Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα έπος επιβίωσης, ένας ύμνος στην ανθρώπινη θέληση που μπορεί να θριαμβεύσει κόντρα σε κάθε δύναμη καταστολής. Όμως πάνω από όλα, η ταινία διατυπώνει με τόλμη μια αδιαπραγμάτευτη θέση: Κανείς δεν πρέπει να έχει την εξουσία να στερεί την αξιοπρέπεια, την ελπίδα και την προοπτική από έναν άνθρωπο, ακόμη κι αν εκείνος έχει εγκληματίσει.

Αξίζει ακόμη να σημειωθεί ότι πρόκειται για ένα έργο που έχει επηρεάσει αρκετές μεταγενέστερες παραγωγές, και αυτό θα πρέπει να προσμετράται ως αντίβαρο στην «αχίλλειο πτέρνα» της κάπως άνισης σεναριακής δομής του. Και φυσικά, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η μεγαλύτερη αρετή όλων, η οποία δεν είναι άλλη από το ρεσιτάλ ηθοποιίας του ΜακΚουίν, με αποκορύφωμα τις σκηνές όπου ο χαρακτήρας του κρατείται στην απομόνωση. Σε τελική ανάλυση, ο «Πεταλούδας» του είναι ένας ήρωας ταγμένος στο να μην επιτρέψει σε κανέναν να υποτάξει την ψυχή του και να αφαιμάξει το νόημα από τη ζωή του.

*Αυτή την περίοδο η ταινία επανακυκλοφορεί σε επιλεγμένες ελληνικές αίθουσες.

Βαθμολογία: 3/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s