Κριτική: «The Father» του Φλοριάν Ζελέρ

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Βασισμένο σε θεατρικό έργο του πρωτοεμφανιζόμενου κινηματογραφικά Φλοριάν Ζελέρ, το dementia drama «The Father» («Ο Πατέρας») ήταν μια από τις πιο πολυσυζητημένες ταινίες που συμμετείχαν στις αρχές του 2020 στο μεγαλύτερο ανεξάρτητο φεστιβάλ των ΗΠΑ, Σάντανς. Έκτοτε, έχει καταφέρει να διατηρήσει υψηλό προφίλ, φτάνοντας μέχρι τον θεσμό των Βραβείων Όσκαρ με έξι υποψηφιότητες (μεταξύ αυτών και για την Καλύτερη Ταινία). Πρωταγωνιστεί ο σερ Άντονι Χόπκινς («Η Σιωπή των Αμνών»), ο οποίος υποδύεται έναν ηλικιωμένο πατέρα που μάχεται με την άνοια, ενώ απέναντί του συναντάμε την Ολίβια Κόλμαν («Η Ευνοούμενη»), η οποία ερμηνεύει τον ρόλο της κόρης του.

Όπως μας είχε προϊδεάσει λίγο καιρό νωρίτερα το τρέιλερ της ταινίας, το «The Father» είναι ένα έργο που κυριαρχείται από εσωτερικά γυρίσματα, αινιγματική ατμόσφαιρα και γενναία εστίαση στους χαρακτήρες και τις μεταξύ τους δυναμικές. Με όχημα την ιδιοφυή χρήση του μοντάζ (σ.σ. ο δικός μας Γιώργος Λαμπρινός κάνει εξαιρετική δουλειά και θα είναι κατάφωρη αδικία εάν δεν κατακτήσει το Όσκαρ Καλύτερου Μοντάζ), η ταινία μπαίνει στο μυαλό ενός ατόμου που πάσχει από άνοια και παρουσιάζει τον σταδιακό εκφυλισμό του νου. Το πράττει μέσα από μοτίβα συγκεχυμένων μνημών και ερεθισμάτων περιβάλλοντος που δένουν μεταξύ τους παρότι γίνονται ολοένα πιο θολά και μπερδεμένα.

Στο προσκήνιο βρίσκεται ο Άντονι (Άντονι Χόπκινς), ένας άνθρωπος αποπροσανατολισμένος, που πασχίζει να καταλάβει τι του συμβαίνει, ανήμπορος να διαχειριστεί την αναπόφευκτη φθορά κι αναγκασμένος να υπομείνει βασανιστικά την αποσύνθεση της ταυτότητάς του. Το ανεξήγητο των όσων βιώνει και οι μη πειστικές εξηγήσεις που παίρνει τον κάνουν επιφυλακτικό, δύστροπο και αντιδραστικό, εντείνουν τις ψυχολογικές μεταπτώσεις και πυροδοτούν απότομα ξεσπάσματα απέναντι σε οικεία και άγνωστα πρόσωπα. Στο πλευρό του βρίσκεται η κόρη του, Αν (Ολίβια Κόλμαν), η οποία προσπαθεί να προσλάβει μια καινούργια οικιακή βοηθό που θα μπορεί να υπομείνει τις ιδιοτροπίες του πατέρα της. Παρότι δεν είναι απολύτως ξεκάθαρο το καθεστώς κάτω από το οποίο συμβιώνουν τα δύο πρόσωπα, σαφώς πρόκειται για μια δοτική θυγατέρα που είναι φανερό ότι βάζει σε δεύτερη μοίρα την προσωπική της ζωή για να συμπαρασταθεί στον πατέρα της. Ευρισκόμενος σε άρνηση, ο τελευταίος διαμηνύει εγωιστικά ότι δεν έχει καμία ανάγκη τη συνδρομή της και δεν διστάζει να της συμπεριφερθεί μειωτικά, ωστόσο η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική από αυτή που αντιλαμβάνεται ο ίδιος. Όταν η Αν του λέει ότι σκοπεύει να φύγει από το Λονδίνο και να μετακομίσει στο Παρίσι για να ζήσει με τον νέο της φίλο, ο Άντονι παραξενεύεται αφού εκείνος ξέρει ότι η Αν είναι παντρεμένη με κάποιον Τζέιμς. Όμως η Αν τον διαβεβαιώνει ότι έχει χωρίσει εδώ και πέντε χρόνια, και ότι το όνομα του πρώην άντρα της ήταν Πολ. Ο Άντονι αντιμετωπίζει κάθε τέτοια καινούργια πληροφορία με καχυποψία.

Σε σχέση με παρεμφερείς ταινίες όπως το «Amour» («Αγάπη», 2012) του Μίκαελ Χάνεκε, το «The Father» έχει να αντιπροτάξει μια υποβλητική, πρωτότυπη αφήγηση, βλέποντας την κατάσταση μέσα από τα μάτια του κεντρικού χαρακτήρα, ενώ διαθέτει και κάποια διακριτικά στοιχεία ψυχολογικού τρόμου. Αυτό συμβαίνει -για παράδειγμα- όταν ο Άντονι, ανάμεσα στα απομεινάρια του κατακερματισμένου «ονείρου» του, σκοντάφτει πάνω στην απροειδοποίητη επαναφορά των βαθύτερων τραυμάτων του σκονισμένου παρελθόντος, που ξυπνούν μέσα του σαν τους χειρότερους εφιάλτες (SPOILER ALERT! σ.σ. ο θάνατος της έτερης κόρης Λούσι σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα). Βάζοντάς μας στον κινηματογραφικό προσομοιωτή που συνέθεσε η σκηνοθετική εφευρετικότητα του Ζελέρ, το «The Father» μάς υποχρεώνει να βιώσουμε από πρώτο χέρι τη σύγχυση και το γενικότερο δράμα του πρωταγωνιστή.

Με την πάροδο του χρόνου (σ.σ. όσο ασαφής κι αν είναι εδώ η έννοιά του), η πνευματική ικανότητα του Άντονι φθίνει διαρκώς, καθώς εμείς βλέπουμε να συμπληρώνονται και να μπαίνουν σε τάξη τα κομμάτια του παζλ που αφορούν την ύστερη φάση του βίου του. Κάπου εκεί ξεδιαλύνονται τα αληθινά πρόσωπα και γεγονότα με τρόπο που μας επιτρέπει να αντιληφθούμε την έκταση της σύγχυσης και της πλάνης στο μυαλό του πρωταγωνιστή. (SPOILER ALERT!) Όπως αποκαλύπτεται, ο Άντονι δεν μένει σε κάποιο δικό του χώρο όπως εσφαλμένα πιστεύει, αλλά λόγω της κατάστασής του ζει εδώ και χρόνια στο διαμέρισμα της Αν και του Πολ, ενώ στο παρελθόν είχε γίνει αποδέκτης σωματικής και ψυχολογικής βίας από τον δεύτερο, πράγμα που οδήγησε στο διαζύγιο με την Αν.

Στο τέλος, όλοι οι δρόμοι οδηγούν σε ένα φινάλε συναισθηματικής κλιμάκωσης που αγγίζει ευαίσθητες χορδές. (SPOILER ALERT!) Η Αν αποφασίζει να φύγει για το Παρίσι, βάζοντας για πρώτη φορά μπροστά τη δική της ευτυχία. Αποχαιρετά τον πατέρα της σε ένα δωμάτιο γηροκομείου, όπου εκείνος θα κληθεί να βαδίσει μονάχος τα τελευταία μέτρα ως το πέρασμα στην οριστική λήθη. Βλέποντας ότι χάνει το βασικό του στήριγμα, εκείνος κάνει μια τελευταία, απέλπιδα -και σαφώς εκβιαστική μέσα στη δικαιολογημένη αγωνία της- επίκληση στο συναίσθημα για να την κρατήσει κοντά του. Η Αν νιώθει αβάσταχτες τύψεις που φεύγει από το πλάι του. Ο φορτισμένος αποχαιρετισμός των δύο έρχεται να δέσει με τη συντριπτική αποδοχή από μέρους του Άντονι της δεινής κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει, χωρίς απαραίτητα να μπορεί να κατανοήσει τα βασικά για τον κόσμο που αντιλαμβάνεται γύρω του. Σε νοητικό επίπεδο, είναι ο προάγγελος της επιστροφής στην παιδική ηλικία. Ένας τέτοιος επίλογος δύσκολα μπορεί να αφήσει τον θεατή ανεπηρέαστο, και για εμάς αναμφίβολα αποτελεί την κινηματογραφική στιγμή που κατάφερε να μας συγκινήσει περισσότερο από καθετί άλλο τη φετινή οσκαρική σεζόν.

Η ηθοποιία του πρωταγωνιστικού διδύμου δικαιούνται ένα πολύ μεγάλο μερίδιο από τα εύσημα που αποσπά η ταινία. Σε μια μυθική εμφάνιση που θα μείνει στην ιστορία, ο βετεράνος Ουαλός ηθοποιός μπαίνει στα παπούτσια ενός ανθρώπου που έρχεται σε ευθεία αναμέτρηση με τη θνητότητά του και βιώνει την άνιση μάχη μέχρις εσχάτων. Επικοινωνεί με τρομακτική αφοσίωση και σπαρακτική φυσικότητα τα στάδια της επιδείνωσης, τη συντριβή, την ταπείνωση, τον αποπροσανατολισμό και την αγωνία μιας περήφανης, ισχυρής προσωπικότητας που ενδεχομένως συνήθιζε να διατηρεί τα πράγματα στη ζωή της υπό έλεγχο με τον πιο σχολαστικό τρόπο. Μαζί με την Αγγλίδα συνάδελφό του, είναι πραγματικά συγκλονιστικοί, χαρίζοντάς μας δύο από τις σημαντικότερες ερμηνείες των τελευταίων ετών. Στην περίπτωση του Χόπκινς, ίσως είναι ένα από τα μεγαλύτερα ρεσιτάλ ηθοποιίας που έχουμε παρακολουθήσει γενικότερα στο σινεμά. Να σημειωθεί ότι, στις αρχές της εβδομάδας που διανύουμε, ο 83χρονος έγραψε ιστορία με αυτή του την εμφάνιση, όντας ο γηραιότερος σε ηλικία ηθοποιός που κατακτά το βραβείο της Βρετανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου (BAFTA). UPDATE (26/4): Μετά την πανάξια νίκη του στα βραβεία Όσκαρ στο πεδίο του Α’ Ανδρικού Ρόλου, ο Χόπκινς έγινε ο μεγαλύτερος σε ηλικία ηθοποιός που τιμάται με το χρυσό αγαλματίδιο της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.

Βαθμολογία

Rating: 4 out of 5.

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s