Κριτική: «Nomadland» της Κλοέ Ζαό

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Τον περασμένο Σεπτέμβριο, το 26ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας μάς έδωσε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε το «Nomadland» («Η Χώρα των Νομάδων») με τον ενδεδειγμένο τρόπο, ελάχιστα πριν η δεύτερη καραντίνα της πανδημίας COVID-19 μάς στερήσει το προνόμιο των επισκέψεων στον κινηματογράφο. Σε σκηνοθεσία της Κλοέ Ζαό (Χρυσή Αθηνά για το «The Rider»), η ταινία είχε αποτελέσει το εναρκτήριο κινηματογραφικό δρώμενο των «Νυχτών Πρεμιέρας». Όχι άδικα, καθώς εκείνη τη γλυκιά φθινοπωρινή νύχτα αποχωρήσαμε από την Αίγλη Ζαππείου έχοντας αποκομίσει τις ωραιότερες των εντυπώσεων. Και να που τελικά η ταινία έφτασε πολύ μακριά, κατοχυρώνοντας το μερίδιο που ούτως ή άλλως της αναλογούσε στην οσκαρική καταξίωση. Απολογισμός, τρία βαρυσήμαντα βραβεία: Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Α’ Γυναικείου Ρόλου για την ερμηνεία της Φράνσις ΜακΝτόρμαντ.

Τα γεγονότα της ταινίας διαδραματίζονται στον απόηχο της τεταμένης περιόδου της Μεγάλης Ύφεσης του 2007-09. Η Φερν (Φράνσις ΜακΝτόρμαντ) είναι μια γυναίκα που έχει πατήσει τα εξήντα. Η οικονομική κρίση της έχει στερήσει τα προς το ζην, ενώ η απώλεια του συζύγου της είναι ακόμα νωπή. Βλέποντας τα πάντα γύρω της να καταρρέουν, αποφασίζει να πουλήσει τα υπάρχοντά της και να ξεκινήσει ένα ταξίδι σε αναζήτηση εποχικής εργασίας, με φόντο το λυρικό τοπίο της σύγχρονης αμερικανικής Δύσης. Παρότι πιάνει προσωρινή δουλειά σε ένα εργοστάσιο της Amazon, εξακολουθεί να μένει και να κοιμάται στο βαν που χρησιμοποιεί για τις μετακινήσεις της στο επαρχιακό φάσμα, ζώντας ως νομάδα. Το κυνήγι του βιοπορισμού και οι δυσχερείς συνθήκες διαβίωσης θα τη φέρουν περιπλανώμενη ανάμεσα σε άλλα αποκαϊδια ζωών και ονείρων που πυρπόλησε η οικονομική ύφεση. Εκεί υπογραμμίζεται το φλέγον κεντρικό θέμα του ομώνυμου μη μυθοπλαστικού βιβλίου του 2017 στο οποίο βασίζεται η ταινία. Είναι το «Nomadland: Surviving America in the 21st Century» της δημοσιογράφου Τζέσικα Μπρούντερ, το οποίο καταγράφει τη νομαδική ζωή ενός μεγάλου αριθμού γηραιότερων Αμερικανών που παραγκωνίστηκαν από την κοινωνία μετά την κρίση.

Σταδιακά, η Φερν θα γίνει μέρος του κοινωνικού ιστού που έχουν συγκροτήσει οι νομάδες της Αμερικής, θα γαλουχηθεί σε δεξιότητες που θα διευκολύνουν την επιβίωσή της, μα πάνω από όλα θα λάβει πολύτιμες διδαχές ζωής από φιλοσοφημένες, ενάρετες οντότητες που γίνονται προσωρινοί συνοδοιπόροι και παντοτινοί φάροι στο ταξίδι της. Στα μάτια ορισμένων θεατών, μπορεί αυτοί οι χαρακτήρες γέρνουν υπερβολικά προς την εξιδανίκευση. Στην πραγματικότητα, όπως η ίδια η σκηνοθέτις σημείωσε κατά τον ευχαριστήριο λόγο της στα Όσκαρ, αυτή η ταινία είναι μια προσπάθεια να εστιάσει στο καλό των ανθρώπων. Κάποιες φορές, ο κόσμος μας έχει ανάγκη -και- από τέτοιες ιστορίες, ειδικά όταν αυτές φιλοτεχνούν ένα πορτρέτο τόσο ποιητικό και ειλικρινές όσο αυτό που επιφυλάσσει το οδοιπορικό της Ζαό για τις ΗΠΑ. Τις ΗΠΑ των συντριμμιών, της οικονομικής και ανθρωπιστικής κρίσης.

Όσο περνάει ο καιρός, οι δυσκολίες ατσαλώνουν τη Φερν, ενώ η συνύπαρξη με τους αυτόνομους κοινωνικούς σχηματισμούς της αμερικανικής υπαίθρου τονώνει τη διάθεσή της να προσφέρει στο σύνολο. Τα βιώματα του παρελθόντος την έχουν οδηγήσει στο σταυροδρόμι της ανταπόκρισης στο εσωτερικό κάλεσμα για ένωση με τη φύση και αποστασιωποίηση από τον οργανωμένο αστικό πυρήνα. Ο τρόπος ζωής της δεν είναι καπρίτσιο, αλλά περισσότερο μια τελετουργία για να πενθήσει, να βιώσει τη γαλήνη και συνάμα να κρατήσει ζωντανό το παζλ της καθημερινότητας από το οποίο λείπει το κομμάτι του «αποχωρήσαντος» συζύγου της. Σκιαγραφείται έτσι μια πορεία κοινωνικής προσφοράς που στέκεται εμβληματικός φόρος τιμής στο έργο όσων δικών της ανθρώπων εγκατέλειψαν πρόωρα τα εγκόσμια και χαράσσει τη νοητή συνέχειά τους.

Γύρω από τη ΜακΝτόρμαντ εναλλάσσεται πλειάδα προσώπων, στην πλειοψηφία τους ερασιτέχνες ηθοποιοί, αλλά και πραγματικοί χαρακτήρες του ομώνυμου βιβλίου. Συμπαρασύρουν και την ίδια σε ένα περισσότερο αφαιρετικό παίξιμο, από το οποίο η ερμηνεία της βγαίνει κερδισμένη. Το νατουραλιστικό στιλ είναι τόσο οικείο και απτό, σαν ο θεατής να είναι εκεί και να ζει τις στιγμές μαζί με τους πρωταγωνιστές. Αυτούς τους ανθρώπους που δούλευαν μια ζωή και πλέον δεν έχουν ούτε σύνταξη…

Αυτές τις παράπλευρες ανθρώπινες απώλειες του καπιταλιστικού αιματοκυλίσματος, τις βλέπουμε να καδράρονται στα έρημα βραχώδη τοπία της Δύσης. Η «αγριωπότητα» του σκηνικού εξευμενίζεται από τις αποχρώσεις του ηλιοβασιλέματος, επικοινωνώντας τη γαλήνη της ελευθερίας έξω από τα δεσμά του αδηφάγου συστήματος, που πέταξε στα σκουπίδια τα αναλώσιμα πιόνια της σκακιέρας του. Το νατουραλιστικό ύφος έρχεται και δένει άψογα με την ατμοσφαιρικότητα των υποτονικών πλάνων, που δίνουν τροφή στον λογισμό. Σε μια εποχή που η ουσία της ελεύθερης περιπλάνησης έχει χαθεί σε έναν Instagram-ικό ωκεανό εμπορεύσιμων ταξιδιωτικών στιγμών, το «Nomadland» είναι μια προσεγμένη επαναδιατύπωση των όρων της εσωτερικής αναζήτησης που συνυπάρχει με τον συνεπή νομαδικό τρόπο ζωής. Δοσμένη στοργικά, στωικά και πάνω από όλα ποιητικά, μέσα από τη μινιμαλιστική σκηνοθετική αισθητική της «δυτικοθρεμμένης» Κινέζας σκηνοθέτη. Εκείνη έγραψε ιστορία ως η πρώτη μη λευκή γυναίκα που κατακτά το Όσκαρ Σκηνοθεσίας. Όσο για την ταινία της, αυτή είναι η άξια νικήτρια των 93ων Όσκαρ.

Βαθμολογία

Rating: 4 out of 5.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s