All time classics: «Chungking Express» (1994)

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1990, ο Γουόνγκ Καρ Βάι περνά δύο χρόνια στην έρημο Γκόμπι για τα μαραθώνια γυρίσματα του «Περιπλανώμενου Ξιφομάχου» («Ashes of Time», 1994), μιας επικής art-house προσθήκης στο παραδοσιακό κινεζικό είδος ταινιών πολεµικών τεχνών (σ.σ. ή «wuxia», όπως αποκαλείται στη χώρα της Άπω Ανατολής). Παρά τις πιέσεις προκειμένου να συμπεριλάβει περισσότερη πολεμική δράση, εκείνος δεν ενδίδει σε εμπορικούς συμβιβασμούς, παραδίδοντας το έργο που είχε οραματιστεί αδιαπραγμάτευτα. Όπως εξομολογείται εκ των υστέρων, αυτή η εμπειρία τον είχε μπολιάσει με αυτοπεποίθηση, εκτρέφοντας στα εσώψυχά του ένα αίσθημα «καλλιτεχνικής» άγνοιας κινδύνου, το οποίο αποτέλεσε σημείο αναφοράς -όχι και τόσο- μεταγενέστερων έργων που τον έκαναν δημοφιλή στον δυτικό κόσμο. Στην ανάπαυλα της μετεπεξεργασίας του «Ξιφομάχου», ο Καρ Βάι, άφοβος να αναλάβει οποιοδήποτε πρότζεκτ, καταφέρνει να ξεκινήσει και να ολοκληρώσει την επόμενη ταινία του, μόλις σε δύο μήνες.

Το καλύτερο από όλα; Το αποτέλεσμα αυτής της σύντομης διαδικασίας δεν θα γεμίσει απλά κάποιο κενό στη φιλμογραφία του μεγάλου Κινέζου σκηνοθέτη, αλλά θα αποτελέσει μια από τις κορυφαίες στιγμές του -αν όχι την κορυφαία όλων. Είναι το «Chungking Express» (1994). Παραπάνω από μία 25ετία μετά, με αφορμή την επιστροφή της ταινίας στα θερινά σινεμά σε 4K αποκατεστημένες κόπιες, αφηνόμαστε ξανά στους μεθυστικούς ρυθμούς της, προσπαθώντας να εκφράσουμε με λέξεις τα συναισθήματα που μας γεννά και που την καθιστούν τόσο ακαταμάχητη και κινηματογραφικά αναζωογονητική όσο όταν πρωτοκυκλοφόρησε.

Η ταινία είναι χωρισμένη σε δύο ερωτικές ιστορίες, οι οποίες παρουσιάζονται διαδοχικά, έχοντας ένα συγκεκριμένο σημείο συνάντησης -και όχι όντας μπλεγμένες μεταξύ τους. Η δράση εκτυλίσσεται κυρίως νυχτερινές ώρες στο κέντρο του Χονγκ Κονγκ, εκεί όπου δύο μελαγχολικοί αστυνομικοί περιηγούνται στα στάδια της ερωτικής απογοήτευσης προτού ερωτευτούν δύο διαφορετικές γυναίκες. Η μεν είναι μια μυστηριώδης ύπαρξη του υποκόσμου, η οποία δραστηριοποιείται στη διακίνηση ναρκωτικών και κυνηγά τα βαποράκια που την «πούλησαν». Η δε είναι μια αιθέρια, πλην όμως ιδιόρρυθμη ύπαρξη που εργάζεται ως υπάλληλος σε μια μικρή καντίνα της πόλης, κάτω από τους επίμονους ψυχεδελικούς ρυθμούς του αγαπημένου της τραγουδιού, «California Dreamin’».

Στην πρώτη ιστορία, ο αστυνομικός Χε Κιγού (Τακέι Κανεσίρο), ή 223, όπως είναι ο αριθμός του, εκτονώνει μέσα από αδιέξοδες νυχτερινές περιπλανήσεις και ιδιάζοντες ψυχαναγκασμούς το σοκ και τη θλίψη για τον χωρισμό με την κοπέλα του, Μέι. Κάθε μέρα αγοράζει το αγαπημένο έδεσμά της, μία κονσέρβα ανανά με ημερομηνία λήξης την 1η Μαΐου. Έχουν χωρίσει Πρωταπριλιά, και θέλει να της δώσει αυτό το περιθώριο προτού προχωρήσει στη ζωή του. Η μοναχική ρουτίνα παίρνει σιγά σιγά χαρακτήρα φιλοσοφικής αναμέτρησης με τη νοσταλγία των αναμνήσεων, οι οποίες είναι το μοναδικό απομεινάρι ενός χαμένου έρωτα. «Εάν οι αναμνήσεις μπορούσαν να τοποθετηθούν σε κονσερβοκούτι, θα είχαν κι αυτές ημερομηνία λήξης;» αναρωτιέται ο ήρωάς μας σε έναν ποιητικό συνειρμό που αντλεί έμπνευση από τις… κονσέρβες. «Αν ναι, ελπίζω ότι θα διαρκούσαν αιώνες» μονολογεί, εκφράζοντας τον πικρό του πόθο. Τελικά, θα οδηγηθεί στην άβολη παραδοχή ότι συνιστά και ο ίδιος μια περίπτωση «κονσέρβας»: Ένα συναισθηματικά «ληγμένο» προϊόν στα μάτια της πρώην του, η οποία αναζητά κάτι πιο φρέσκο.

Η περιπλάνηση στη νυχτερινή ζωή της πόλης θα φέρει την τυχαία συνάντηση του 223 στο στριπτιτζάδικο με τη γυναίκα με την ξανθιά περούκα, τα μαύρα γυαλιά και την ψαρωτική καμπαρντίνα (Μπριζίτ Λιν), που φέρνουν στον νου την εικόνα μιας χολιγουντιανής κατασκόπου. Εκείνη πασχίζει να επιβιώσει στον κόσμο των ναρκωτικών, αλλά προσωρινά δίνει το έναυσμα στο ημερολόγιο της καρδιάς του 223 ώστε να ξεκολλήσει από την ιδιότυπη «μέρα της μαρμότας» του.
Στην παραζάλη της γρήγορης δράσης, που περιορίζεται αποκλειστικά σε τμήματα της πρώτης ιστορίας, τα απότομα κοψίματα του μοντάζ μπλέκονται με την αργή κίνηση, τις πολύχρωμες λάμψεις, τις θολές λήψεις με κάμερα στο χέρι και τις λειψές γωνίες, θυμίζοντας ότι ο απλησίαστος στιλίστας Καρ Βάι χρωστάει πολλά στη σχολή του μεγάλου Ζαν-Λικ Γκοντάρ. Οι τεχνικές κινηματογράφησης τονίζουν επιτυχώς τη χαώδη νυχτερινή ατμόσφαιρα του πολυσύχναστου, λαβυρινθώδους αστικού συμπλέγματος, η οποία μπορεί να είναι από δύσκολα διαχειρίσιμη έως ισοπεδωτική και φυσικά υπογραμμίζει τη μοναξιά των χαρακτήρων.

Η δεύτερη ιστορία είναι μεγαλύτερη σε διάρκεια, με πιο ευδιάκριτο άξονα πλοκής και… νέο διευθυντή φωτογραφίας (σ.σ. ο Κρίστοφερ Ντόιλ παίρνει τη σκυτάλη από τον Άντριου Λάου). Εδώ πλέον έχουμε ένα γενικευμένο πάρτι από άψογα στιλιζαρισμένα πλάνα, με τον φακό να παίζει ευρηματικά -μεταξύ άλλων και- με την προοπτική (βλ. κοντινή λήψη από τη σκηνή της παραγγελίας της σαλάτας του σεφ, όπου η κάμερα εστιάζει ταυτόχρονα στο προφίλ του προσώπου των δύο πρωταγωνιστών). Ένα θέαμα σίγουρα ιδανικό για αχόρταγους σινεφίλ οφθαλμούς, που πραγματικά υποτάσσει και παρασύρει χάρη στην αισθητική του αρτιότητα.

Στα της υπόθεσης, αυτή τη φορά έχουμε σε πρώτο πλάνο τον αστυνομικό 663 (Τόνι Λενγκ), ο οποίος βρίσκεται κι αυτός σε φάση διαχείρισης του χωρισμού του. Συχνάζει στην καντίνα όπου δουλεύει ως σερβιτόρα η Φέι (Φέι Γουόνγκ), το αλλόκοτο κορίτσι του «California Dreamin’» με τη μαγευτική, αέρινη αύρα και την απερίσπαστη έφεση στην ονειροπόληση. Εκείνη τον ερωτεύεται, μα δεν το ομολογεί. Όταν η αεροσυνοδός πρώην κοπέλα του 663 επισκέπτεται το στέκι του για να του αφήσει μια αποχαιρετιστήρια επιστολή όπου εσωκλείονται τα κλειδιά του σπιτιού του, η Φέι δεν χάνει την ευκαιρία. Παραβιάζει την αλληλογραφία και ακολούθως την κατοικία του αστυνόμου, προβαίνει σε μικρο-μεγαλο-επεμβάσεις στη διαρρύθμιση του ιδιωτικού χώρου και αντικαθιστά κάποια από τα αγαθά του νοικοκυριού εν αγνοία του. Είναι ο δικός της τρόπος να εκφράσει το ενδιαφέρον της και να τον κάνει να αισθανθεί καλύτερα με την καθημερινότητά του. Ο 663 είναι τόσο απορροφημένος και ρομποτικός, σχεδόν σε αυτόματο πιλότο, που μέσα στην ύπνωσή του δεν συνειδητοποιεί τις αλλαγές. Όμως υποσυνείδητα, η κρυφή δράση της Φαγιέ έχει ευεργετική επίδραση πάνω του. Σιγά σιγά εξωθείται στο να σπάσει τη ρουτίνα του, και μόνον τότε ανακαλύπτει τη μυστική εισβολέα. Είναι η σπίθα που θα ανάψει τη φλόγα του δικού του πόθου προς το άτομό της. Όμως και αυτός ο έρωτας είναι γραφτό να μείνει ανεκπλήρωτος, όπως εκείνος της πρώτης ιστορίας.

Συγκρίνοντας τα δύο μέρη της ταινίας, διαπιστώνουμε ότι η ουσία του συνολικού μύθου δεν εκφράζεται τόσο μέσα από τη διήγηση μιας γραμμικής αλληλουχίας γεγονότων με ξεκάθαρο λόγο ύπαρξης, αλλά κυρίως διαμέσου των επαναλαμβανόμενων μοτίβων στη ληθαργική ρουτίνα των κεντρικών χαρακτήρων, και εν τέλει της διαταραχής τους (σ.σ. το θέμα της αλλαγής). Εκεί εντοπίζεται το στοιχείο που δένει τις δύο ιστορίες, ξεδιπλώνοντας την προσέγγιση του Κινέζου δημιουργού πάνω στο πεδίο της ερωτικής απογοήτευσης. Στην περίπτωση των δύο αστυνομικών, η απώλεια της ερωτικής συντρόφου σηματοδοτεί κλυδωνισμούς σε μια παγιωμένη καθημερινότητα, διαμορφωμένη μέσα από βαλτωμένες συνήθειες και προτιμήσεις, η οποία πλέον δεν παρουσιάζει κανένα νόημα, είναι δηλαδή παντελώς κενή και ανούσια. Η συνειδητοποίηση είναι τόσο συντριπτική, ώστε βλέπουμε για παράδειγμα τον αστυνόμο 223 να προσπαθεί με διάφορα τεχνάσματα να παρατείνει την ψευδαίσθηση της προ χωρισμού καθημερινότητας. Όμως στη συνέχεια, η τυχαία συνάντηση και το φλερτ με την παράξενη ξανθιά «κατάσκοπο», θα τον φέρει για πρώτη φορά αντιμέτωπο με την προοπτική ενός κόσμου που δεν περιλαμβάνει ρουτίνες αυτομαστίγωσης εις μνήμην της πρώην κοπέλας του!

Η προσκόλληση σε μοτίβα είναι ένα θέμα που εκφράζει γενικότερα και τους τέσσερις κεντρικούς ήρωες της ταινίας. Ακόμα και η πιο αντισυμβατική φιγούρα της ξανθιάς διακινήτριας ναρκωτικών διευθύνει με μαεστρία το δικό της τελετουργικό προετοιμασίας, όπου σε μια σκηνή κινηματογραφικής ανθολογίας τη βλέπουμε να βγάζει τη μεζούρα και να παίρνει σχολαστικά τα μέτρα από τα συνεργαζόμενα βαποράκια. Όλα λειτουργούν σαν καλοκουρδισμένη μηχανή. Ακόμα πιο χαρακτηριστικές είναι οι σκηνές της Φέι, που μαγνητίζει τα βλέμματα με την φωτογενή ανεμελιά της, σχεδόν πάντα όμως υπό την επαναλαμβανόμενη ηχητική υπόκρουση του «California Dreamin’» των Mamas & The Papas. Εκ πρώτης όψεως, η συγκεκριμένη μελωδία είναι ένας συνεπής συνοδοιπόρος στην ονειροπόληση της νεαρής κοπέλας, αλλά στην ουσία αποτελεί ένα υποκατάστατο της γνήσιας εμπειρίας που αρχικά διστάζει να κυνηγήσει (σ.σ. ταξίδι στην πραγματική Καλιφόρνια). Η επιδίωξη και η επίτευξη της αλλαγής είναι μια τρομακτική προοπτική για τους χαρακτήρες του έργου, για την απλούστατη αιτία ότι ισοδυναμεί με αποκήρυξη -ή έστω παραδοχή της «αναλωσιμότητας»- της ανιαρής ρουτίνας στην οποία είχαν βρεθεί εγκλωβισμένοι επί τόσο καιρό, επενδύοντας μάλιστα το «είναι» τους. Με άλλα λόγια, κάτι σαν να απαρνιούνται την ίδια τους την ύπαρξη. Τελικά, το νόημα της ταινίας είναι ακριβώς το αντίθετο: Να καταδείξει «σινεφιλικά» ότι ένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει πάρα πολλές καινούργιες εμπειρίες ΑΦΟΤΟΥ δραπετεύσει από τη βολική ρουτίνα με την οποία έχει συμβιβαστεί.

Βαθμολογία

Rating: 5 out of 5.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s