Κριτική για το «Minari»

Από τη Βίβιαν Μελικόκη

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το «Minari» είναι ένα από τα παράπλευρα «κέρδη» που έφερε μαζί του ο κορωνοϊός. Για να προλάβω να εξηγηθώ, ώστε να μην παρεξηγηθώ, παρατηρώ πως ελλείψει ηχηρών, αμιγώς αμερικάνικων παραγωγών, αφέθηκε χώρος να βλασταίνουν και να ξεπροβάλουν μικρότερης κλίμακας, πιο ανεξάρτητα, αλλά πιθανότατα ανώτερα σε καλλιτεχνική αξία πρότζεκτ, προερχόμενα από δημιουργούς από όλο τον κόσμο ή έστω από δημιουργούς με εξω-αμερικανικές καταβολές. Απόρροια τούτου ήταν να βλέπουμε να προτείνονται στα Όσκαρ και σε κάποιες περιπτώσεις να βραβεύονται ταινίες που σε άλλη περίπτωση ίσως περνούσαν στα ψιλά (βλ. «Η χώρα των Νομάδων»). Βέβαια το «Minari», του Αμερικανού νοτιοκορεατικής καταγωγής Λι Αϊζακ Τσανγκ, δείχνει να είναι μέρος μια λογικής αλληλουχίας συμβάντων που υπερβαίνει την πανδημία COVID-19. Και αυτό διότι μπορεί εδώ έχουμε μια αμερικανική και όχι ασιατική παραγωγή –όπως ίσως κάποιοι λανθασμένα νομίζουν–, όμως σίγουρα το αποτέλεσμα μάς θυμίζει σε πολλά τα βραβευμένα με Όσκαρ –το 2020– «Παράσιτα» του Μπονγκ Τζουν-χο, εξαιτίας των νοτιοκορεατών συντελεστών & καστ και της κοινωνικής θεματικής των δύο ταινιών.

Λίγα λόγια για την υπόθεση

Τη δεκαετία του 1980, το αμερικανικό όνειρο είναι ακόμα ζωντανό και η μεταπήδηση από τους περιορισμούς της εργατικής τάξης στην επιχειρηματική αυτονομία φαντάζει εφικτή. Με αυτές τις σκέψεις, ο πατέρας μιας τετραμελούς οικογένειας Κορεατών [τον οποίο υποδύεται ο Στίβεν Γέουν από την τηλεοπτική επιτυχία «Walking Dead» και το αξιοπρόσεχτο, βραδύκαυστο ερωτικό θρίλερ «Burning»] αναλαμβάνει την πρωτοβουλία, αυτός και η οικογένειά του, να αφήσουν πίσω τους τη μετρημένη, μα ασφαλή ζωή τους στην Καλιφόρνια και να μετακομίσουν στο Άρκανσο του Κάνσας, συνορευόμενο ανατολικά με τον ποταμό Μισισιπή, προς αναζήτηση ενός καλύτερου μέλλοντος. Πρόθεσή του, να κυνηγήσει το αμερικανικό όνειρο διά της αγροτικής οδού, καλλιεργώντας σε μια απομονωμένη φάρμα κορεάτικα φρούτα και λαχανικά.

Κάθε αρχή και δύσκολη, λέει ο θυμόσοφος λαός, και η πλοκή δεν αφήνει κανένα περιθώριο αυτό να αμφισβητηθεί. Τα σύννεφα πυκνώνουν από το πρώτο κιόλας λεπτό πάνω από την τετραμελή οικογένεια, όταν αυτή φτάνει επιτέλους στο νέο της σπίτι, το οποίο δεν είναι άλλο από ένα λυόμενο στην απομακρυσμένη φάρμα. Το βλέμμα της Μόνικα (Γέρι Χαν), μητέρας και συζύγου, όταν αντικρίζει το κτίσμα, είναι πιο δηκτικό και λάλο από την πιο βοερή κρεβατομουρμούρα. Μιλά, μάλιστα, μια γλώσσα οικουμενική, που γίνεται αντιληπτή από την Κορέα μέχρι το Άρκανσο, από την Καρδίτσα μέχρι το εκπολιτισμένο Μάλμε της Σουηδίας και τη δανέζικη Όρχους.

Έτσι, συνήθως, δεν συμβαίνει άλλωστε, όταν ο πάτερ-φαμίλιας, έχοντας μια φαεινή ιδέα με αμφίβολη έκβαση και δυσανάλογο ρίσκο, αποφασίζει να το πάρει πάνω του και όπου βγει;

Στις πλείστες των ανωτέρω περιπτώσεων, τα υπόλοιπα μέρη της οικογένειας δεν συμφωνούν ή είναι επιφυλακτικά. Συνεπώς, ο κύρης του σπιτιού δεν είναι επιφορτισμένος μόνο με το να επιτύχει τον εκάστοτε τιθέμενο στόχο, επιβεβαιώνοντας το ρόλο του, αλλά στο ενδιάμεσο διάστημα κουβαλάει και το άχθος να αποδείξει στα μέλη της οικογένειας που τον αμφισβητούν ότι έχει δίκιο, ορθώνοντας επιπλέον ερωτηματικά για την αυτο-εικόνα του.

Και όλοι ξέρουμε πάνω-κάτω που βγάζει αυτό…

Οι εγωισμοί φουσκώνουν στα στήθια, η επικοινωνία διαταράσσεται από μυωπικές παρεμβολές, οι προστριβές φουντώνουν με την παραμικρή αφορμή και ο καθένας από το δικό του μετερίζι παραφυλάει για ένα στραβοπάτημα, μια μικρή απόκλιση ή αστοχία, ώστε να την τρίψει στη μούρη του άλλου.

Και τα παιδιά; Τα παιδιά που είναι σε όλο αυτό; Μα φυσικά, επιτελούν το ρόλο τους ως μαξιλαράκια-αναχώματα σε τσακωμούς και καβγάδες που δεν οριοθετούνται εντός του αποκλειστικού πλαισίου μεταξύ των συζύγων. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή του «Minari» όπου τα παιδιά πετάνε –ως άλλη λευκή παντιέρα– σαΐτες στους μανιασμένους γονείς τους, προτρέποντάς τους να σταματήσουν τις εχθροπραξίες. Εις μάτην όμως.
Οι εντάσεις δεν εκτονώνονται. Ειδικά αν κάτσει και αναλογιστεί κανείς ότι μεταξύ των προβλημάτων που έχουν να αντιμετωπίσουν οι δύο σύζυγοι, είναι και ένα πρόβλημα υγείας του βενιαμίν της οικογένειας, που για να μείνει διαχειρίσιμο, κρατά το παιδάκι καθηλωμένο από τα “πρέπει” και τα “μη” της μητέρας (σ.σ. “μην τρέξεις, μην παίξεις, να κάνεις διαλείμματα, μην φεύγεις σε μεγάλες αποστάσεις”), καθίσταται αντιληπτό πως τα πράγματα σκουραίνουν.

Αυτή η «υπερπροστατευτικότητα» μέλλει να γίνει μια βαριά πανοπλία για τον μικρό μας ήρωα, που ναι μεν τον προστατεύει, δεν του επιτρέπει, δε, να ζήσει την ηλικία του και την παιδικότητα του, προσθέτοντας ακόμα μια μεταβλητή στη δυσεπίλυτη εξίσωση της οικογενειακής γαλήνης.

Κριτική για το "Minari"

Αυτές τις τεταμένες ισορροπίες καλείται να εξομαλύνει ως ένας άλλος deus ex machina η γιαγιά από την Κορέα. Αυτή η γιαγιά δεν είναι σαν τις άλλες γιαγιάδες· δεν φτιάχνει κέικ και ντολμαδάκια, αλλά παρακολουθεί αγώνες μποξ. Αποπνέει μια απροσδιόριστη μαγκιά, ένα coolness το οποίο αποδίδει με αξεπέραστα ανεπιτήδευτο και αληθοφανή τρόπο η 73χρονη Γιου-Τζουνγκ Γιουν, όπως αυτή που εκπέμπουν οι άνθρωποι που έχουν μάθει να προσαρμόζονται και να επιβιώνουν. Δίνει, με άλλα λόγια, στην οικογένεια, αλλά και σε εμάς, να καταλάβουμε χωρίς πολλά πολλά, τι εστί ψυχική ανθεκτικότητα.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που επιλέγει να φυτέψει σπόρους… μινάρι στις όχθες ενός κοντινού ποταμού. Πρόκειται για ένα βρώσιμο φυτό, που μοιάζει με μαϊντανό, άλλως ένα είδος σέλερι, αλλά πολύ πιο πιπεράτο στη γεύση, το οποίο χρησιμοποιείται σε πολλές ασιατικές συνταγές. Η ξεχωριστή ιδιότητά του είναι, δε, ότι φυτρώνει πολύ πιο γερό τη δεύτερη φορά, αφού πεθάνει την πρώτη και επιστρέψει, επιβεβαιώνοντας το αξίωμα “τα πράγματα είναι δύσκολα, πριν ξεκινήσουν να γίνονται εύκολα”.

Μάλιστα, αν είμαστε λίγο προσεκτικοί, ήδη από την αρχή ο σκηνοθέτης στέκεται γενναιόδωρος και μας χαρίζει εκλάμψεις προοικονομίας για την κορύφωση-ανατροπή που επίκειται να έρθει, πριν αρχίσουν τα πράγματα να καλυτερεύουν, σπάζοντας ένα-ένα τα καλούπια του Εγωισμού και του Υπερεγώ.

Με αυτήν την απλή, μα μεστή αφήγηση, οι ταινίες Κορεατών συντελεστών συνεχίζουν– μετά τον περσινό θρίαμβο των «Παρασίτων» να πρωτοστατούν στο διεθνές στερέωμα, αποσπώντας όχι μόνο βραβεύσεις (βλ. Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, Όσκαρ και BAFTA β’ γυναικείου ρόλου για τη Γιου-Τζουνγκ Γιουν), αλλά διευρύνοντας και στη συνείδησή μας το πλούσιο κινηματογραφικό ταλέντο εξ ανατολάς.

Βαθμολογία

Rating: 3 out of 5.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s