«Οδός Μαλχόλαντ» (2001): Αναλύοντας το κινηματογραφικό magnum opus του Ντέιβιντ Λιντς

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Με αφορμή τα 20 χρόνια από την πρεμιέρα της, η «Οδός Μαλχόλαντ» («Mulholland Dr.», 2001) του Ντέιβιντ Λιντς επέστρεψε αυτό το καλοκαίρι στις κινηματογραφικές αίθουσες, δίνοντας στις νεότερες γενιές τη χρυσή ευκαιρία να την παρακολουθήσουν όπως ακριβώς της αξίζει: Στη μεγάλη οθόνη. Το θέλγητρο είναι ισχυρό εάν αναλογιστούμε ότι η εν λόγω παραγωγή είχε κερδίσει το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ των Καννών του 2001, ενώ ακόμα μεγαλύτερος πόλος έλξης θα πρέπει να θεωρείται το γεγονός ότι φιγουράρει στην κορυφή της λίστας του BBC με τις 100 καλύτερες ταινίες του 21ου αιώνα, μετά από ψήφισμα 177 κριτικών κινηματογράφου από όλο τον κόσμο. Κατά την προσωπική μας άποψη, με την ταινία αυτή ο σκηνοθέτης των «Μπλε Βελούδο» («Blue Velvet», 1986) και «Ατίθαση Καρδιά» («Wild at Heart», 1990) φτάνει στον κολοφώνα της κινηματογραφικής του πορείας, αφήνοντας το στίγμα του στο μέσο με τον ανεξίτηλο τρόπο που το έκανε και στην τηλεόραση με το «Twin Peaks» (1990-91), αν και εκεί μπορούμε να πούμε ότι κυριολεκτικά άλλαξε την αντίληψη του καλλιτεχνικού κόσμου και του κοινού απέναντι στο -τότε- υποτιμημένο είδος ψυχαγωγίας της «τηλεοπτικής σειράς».

Ας μην μακρηγορούμε όμως, καθώς η περίσταση μάς δίνει την ιδανική πάσα ώστε να εισχωρήσουμε ξανά στα ενδότερα του «Mulholland Dr.», το οποίο ουκ ολίγοι από τους αναγνώστες μας πρέπει να τίμησαν με την επιλογή τους αυτές τις μέρες στα θερινά σινεμά. Θεωρείτε ότι η ταινία είναι μια δυσεπίλυτη σπαζοκεφαλιά; Τότε μείνετε μαζί μας να αναλύσουμε παρέα αυτό το εμβληματικό κεφάλαιο γριφώδους «λιντσικού» τρόμου. Αλλά προσοχή! Το κείμενο που ακολουθεί είναι αυστηρά μόνο για όσους έχουν δει την ταινία…

Σύνοψη:

Ακόμα αμόλυντη από τις ψεύτικες υποσχέσεις της αδηφάγου κινηματογραφικής βιομηχανίας, μια νεαρή ηθοποιός έρχεται να βρει την τύχη της στο πολυσύχναστο, ηλιόλουστο Χόλιγουντ. Ανυπόμονη να ανοίξει τα φτερά της, η Μπέτι μετακομίζει στο ακριβό διαμέρισμα της θείας Ρουθ. Εκεί θα συναντήσει μια όμορφη γυναίκα που έχει γλιτώσει από ένα τροχαίο ατύχημα, χάνοντας όμως εντελώς τη μνήμη της, εκτός από κάποιες εκλάμψεις ονομάτων και λέξεων. Στην προσπάθειά της να τη βοηθήσει, η Μπέτι θα βυθιστεί σε έναν παράδοξο κόσμο, όπου πραγματικότητα και όνειρα μπερδεύονται αξεδιάλυτα.

Ανάλυση ταινίας:

Ο Ντέιβιντ Λιντς καταδύεται στο υποσυνείδητο μιας χαμένης ψυχής, λίγο πριν εκείνη περάσει στην άλλη όχθη του ποταμού, και σκηνοθετεί ερμητικά κλεισμένος σε αυτή. Ο καθηλωτικός εφιάλτης που εξάγεται είναι πλασμένος με πρώτη ύλη τα συντρίμμια του -αμερικανικού- ονείρου. Το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας ονομάζεται στην πραγματικότητα η Νταϊάν (Ναόμι Γουότς), μια επίδοξη ηθοποιός που δεν κατάφερε ποτέ να πετύχει τη χολιγουντιανή καριέρα που προσδοκούσε και σε συνδυασμό με την καλλιτεχνική ανέλιξη της αποξενωμένης πρώην σχέσης της οδηγείται σε πολύ σκοτεινά μονοπάτια. Αυτοκτονική, υπό την επήρεια ουσιών και πιθανώς πάνω στο κόχλασμα των σεξουαλικών ορμονών (βλ. σκηνή αυνανισμού) βυθίζεται σε ένα όραμα-«ονείρωξη» όπου αναστοχάζεται επί νέας βάσεως τον εαυτό της, εναποθέτοντάς τον στις ράγες ενός εξιδανικευμένου πεπρωμένου. Το όνομά της στο όνειρο είναι Μπέτι, κι έτσι ακριβώς μας συστήνεται για πρώτη φορά στην ταινία. Αρχικά την βλέπουμε να καταφθάνει στο Λος Άτζελες άκρως ψαρωμένη, με αέρα νεαρής επαρχιώτισσας που προσπαθεί να διαχειριστεί τον ενθουσιασμό για τις νέες προοπτικές που ανοίγονται μπροστά της. Εκπέμπει μια γλυκιά -όσο και κλισέ- νεανική αφέλεια, ενώ είναι μπολιασμένη με φιλοδοξία να κατακτήσει τη δόξα της θείας της, παλιάς σταρ του σινεμά που της έχει παραχωρήσει το πολυτελές σπίτι της για όσο καιρό η ίδια θα λείπει από την πόλη. Η Μπέτι θα εντυπωσιάσει στα κάστινγκ με το ταλέντο της, ενώ παράλληλα θα γνωρίσει και θα συνδεθεί ερωτικά με μια μυστηριώδη γυναίκα, η οποία της συστήνεται ως Ρίτα και πάσχει από αμνησία μετά από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα που συνέβη υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες.

Η απεγνωσμένη προσπάθεια των Μπέτι και Ρίτα να ξετυλίξουν τον μίτο και να βρουν τις καταβολές της τελευταίας θα διαταράξουν καθοριστικά τη συνοχή της επιφανειακά ωραιοποιημένης εκδοχής του ονείρου. Έτσι, με την παρέλευση ενός ολοένα και πιο σκοτεινού κινηματογραφικού διώρου με συνεχές σασπένς, διάχυτες προγεύσεις και ξεσπάσματα τρόμου, η ιστορία οδηγείται για πρώτη φορά στο απόκρημνο μονοπάτι της εκτροχιασμένης πραγματικότητας. Σε αυτή βλέπουμε πλέον τη Μπέτι ως Νταϊάν, ξεζουμισμένη και παραπεταμένη από την αδηφάγο βιομηχανία, αλλά και με αναδυόμενο υπόβαθρο σεξουαλικής κακοποίησης από τον παππού της, να παραπαίει στη μουντή γκαρσονιέρα της. Η σύντροφός της, Ρίτα, που στην πραγματικότητα ονομάζεται Καμίλα (Λόρα Έλενα Χάρινγκ), την έχει εγκαταλείψει για έναν γνωστό και πλούσιο σκηνοθέτη. Προδομένη από την αγαπημένη της και τυφλωμένη από το πάθος, η Νταϊάν προσλαμβάνει έναν επαγγελματία δολοφόνο για να τη σκοτώσει. Η δυστυχής κατάληξη της εκδικητικής μανίας της Νταϊάν φέρνει την ίδια αντιμέτωπη με τις πράξεις της και την ωθεί στην αυτοχειρία, ολοκληρώνοντας την ιστορία.

Για αρκετούς θεατές, το «Mulholland Dr.» αποτελεί μια εξαιρετικά δυσνόητη ταινία, σε σημείο που να μην αξίζει να προσπαθήσεις να αποκρυπτογραφήσεις τα νοήματά της. Αυτό δεν είναι ένα απόλυτα ακριβές συμπέρασμα. Μπορεί η δομή της ταινίας να είναι τέτοια που όντως να γεννά πλήθος ερωτηματικών τα οποία συνεχίζουν να αιωρούνται κατά τη διάρκειά της, ωστόσο η τελευταία πράξη δίνει πολλές και πειστικές απαντήσεις από εκεί που δεν το περιμένεις, χωρίς να καταφεύγει στην ευκολία της ευθείας επεξήγησης, μαρτυρώντας τη σκηνοθετική μαεστρία του Λιντς. Οι δυσχέρειες στην κατανόησή τους ίσως απορρέουν σε μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι ο Αμερικανός δημιουργός δεν έχει την πρόθεση να χρησιμοποιήσει οικείες αφηγηματικές διόδους για να σηματοδοτήσει στα μάτια του θεατή ότι η Νταϊάν βρίσκεται σε φάση ύπνου/ονείρωξης ή βγαίνει από αυτήν. Στον αντίποδα, οι ανάδρομες αφηγήσεις και τα παρένθετα ψυχωτικά συμπτώματα (σ.σ. παραληρήματα, ψευδαισθήσεις) της πρωταγωνίστριας, τα οποία λαμβάνουν χώρα στην πραγματικότητα, έρχονται σε κόντρα με την -υπό αυτές τις συνθήκες- παράδοξη γραμμικότητα της αφήγησης κατά τη διάρκεια του ονείρου. Όμως με τον τρόπο που δομούνται, τα δύο αυτά υλικά -δηλ. όνειρο και πραγματικότητα- φτιάχνουν έναν συμπαγή εφιάλτη με τις απαραίτητες δόσεις σουρεαλισμού.

Μόλις λοιπόν ο θεατής ξεδιαλύνει ότι το πρώτο δίωρο της ταινίας αποτελεί αποκύημα της φαντασίας της Νταϊάν, τα συμβάντα που επακολουθούν -και όχι κάποιο «εύκολο» voice-over- λειτουργούν ως άτυπη επεξήγηση όλων όσων έχουν προηγηθεί. Βασική προϋπόθεση, η αποδοχή του γεγονότος ότι η εξέλιξη των χαρακτήρων στο όνειρο έχει «σκηνοθετηθεί» από το υποσυνείδητο της πρωταγωνίστριας. Ενδεικτικά, διαπιστώνουμε ότι το απόσπασμα της ταινίας που διηγείται τη ζωή του σκηνοθέτη Άνταμ Κέσερ (Τζάστιν Θερού), ο οποίος μετέπειτα βλέπουμε ότι ερωτεύεται και κλέβει την καρδιά της Καμίλα, συνιστά την εκδίκηση της Νταϊάν απέναντι στον άνθρωπο που της στέρησε όχι μόνο την αγάπη αλλά και τα τελευταία ψήγματα αυτοσεβασμού. Στο όνειρο τον βλέπουμε να εκφοβίζεται και εν τέλει να περιορίζεται σε ρόλο μαριονέτας από τους ισχυρούς του Χόλιγουντ, σε ένα απόσπασμα που μπορεί κάλλιστα να εκληφθεί ως έμμεση καταγγελία του Λιντς στην καταπίεση της καλλιτεχνικής ελευθερίας από τη βιομηχανία του θεάματος, αλλά και στα παρασκήνια παιχνίδια που παίζονται εκεί. Άλλωστε, η κεντρική θεματική εστίαση της ταινίας είναι το τι συμβαίνει στις σκοτεινές γωνιές της «Πόλης των Αγγέλων», στη σκιά της κατ’ επίφαση κοσμοπολίτικης και φανταχτερής βιτρίνας. Εν προκειμένω, ο Κέσερ ωθείται στα άκρα, βρίσκεται απένταρος, απατημένος, πέφτει θύμα βίας, βλέπει τη ζωή του να ανατρέπεται και να καταρρέει σαν χάρτινος πύργος. Τελικά, υποτάσσεται στο αόρατο χέρι των ισχυρών που τα ρυθμίζει όλα. Αντιθέτως, όταν επιστρέφουμε στην πραγματικότητα, βλέπουμε ότι η ζωή του σκηνοθέτη κάθε άλλο παρά σε αταξία βρίσκεται -και αυτό είναι μόνο ένα από τα πολλά παραδείγματα προσαρμογής της εκδοχής του ονείρου στα μέτρα του υποσυνείδητου της Νταϊάν. Θυμηθείτε ένα από τα κακόφημα μοτέλ που γνωρίζει και επισκέπτεται ο Άνταμ όταν οι συγκυρίες τον φέρνουν περιπλανώμενο να αναζητά εξηγήσεις. Αυτό το μέρος δεν είναι καθόλου αντιπροσωπευτικό των προτιμήσεων ενός πλούσιου και προνομιούχου άνδρα. Στην πραγματικότητα, αυτός ο προορισμός θα πρέπει να παραπέμπει στα βιώματα της Νταϊάν (και πάλι ας μην ξεχνάμε ότι ρόλο «storyteller» έχει αναλάβει το υποσυνείδητό της), η οποία πιθανόν να κατέληξε εκεί σε κάποια φάση της ζωής της, πιθανώς εξωθούμενη στην πορνεία (σ.σ. ο Λιντς το υπονοεί σε αρκετά σημεία του έργου, με πιο τρανταχτό την καταπληκτική σκηνή της οντισιόν). Ή μήπως στα βιώματα της Νταϊάν παραπέμπει όλο το σκηνικό κακοποίησης, προδοσίας και στέρησης προοπτικών/βούλησης; Εσείς αποφασίζετε! Ένα άλλο παράδειγμα που αξίζει αναφοράς, είναι ο επαγγελματίας δολοφόνος που προσλαμβάνει η πρωταγωνίστρια, ο οποίος στην πραγματικότητα μοιάζει πέρα για πέρα αποτελεσματικός, όμως στο όνειρο παρουσιάζεται ως γκαφατζής σε μια υποσυνείδητη προσπάθεια της Νταϊάν να ξεφορτωθεί από πάνω της το βάρος των τύψεων για ό,τι έχει προκαλέσει.

Κατά τη γνώμη μας, ο παράγοντας που απογειώνει την ταινία και την ανεβάζει στην κορυφή της πυραμίδας μαζί με άλλα μεγάλα αριστουργήματα της έβδομης τέχνης είναι ο αισθητικός. Η κινηματογράφιση της κάθε στιγμής εκκρίνει «φερομόνες» νέο-νουάρ μυστηρίου αναμεμειγμένου με ακαταμάχητη ονειρική ατμόσφαιρα, αιχμαλωτίζοντας τον θεατή σε αυτό που εκείνος βλέπει στην οθόνη, ακόμα κι αν αυτό το τελευταίο δυσκολεύεται να το αποκρυπτογραφήσει. Δεν θα είναι υπερβολή εάν πούμε ότι ο Λιντς διοργανώνει το πιο παραστατικό «σεμινάριο» για πώς μπορείς να διηγηθείς μια ιστορία αμιγώς κινηματογραφικά, αξιοποιώντας στο έπακρο τη δύναμη του μέσου. Παραμυθένιας ομορφιάς κάδρα μπλέκονται με ακατέργαστα συναισθήματα δέους, ερωτισμού, φόβου, φθόνου και μίσους -που κατοικούν στα τρίσβαθα των εσωψύχων- κυρίως μέσα από εκφραστικά γκρο πλαν. Κάθε εστίαση, ακόμα και σε αντικείμενα που καταλαμβάνουν θέση στον χώρο όπως τα παλιά τηλέφωνα (ή η κρεμάμενη νεκροκεφαλή κριαριού που φωτίζεται για να προαναγγείλει την εμφάνιση του ατάραχου Cowboy, που υποδύεται ο Mόντι Mοντγκόμερι), μοιάζει να διηγείται τη δική της ιστορία, διατηρώντας άκρως προσωπικά στοιχεία, από τη σκηνογραφική διαρρύθμιση μέχρι τον χρωματικό κώδικα και τα παιχνίδια του φωτισμού. Κάποια από τα οπτικά θέματα της ταινίας αποτίουν φόρο τιμής σε νουάρ κομψοτεχνήματα θρυμματισμένων ονείρων δόξας όπως «Η Λεωφόρος της Δύσης» («Sunset Boulevard», 1950), ή πειραματικά αριστουργήματα όπως η «Περσόνα» («Persona», 1966) του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, χωρίς οι επιρροές να περιορίζονται στο εικαστικό κομμάτι (π.χ. όπως στο «Persona», και εδώ οι γυναίκες που πρωταγωνιστούν αλλάζουν ρόλους και βλέπουν στοιχεία της προσωπικότητας της μιας να συγχωνεύονται στης άλλης κατά τη διάρκεια της ταινίας).

Η άλλοτε επιφυλακτική, αέρινη κίνηση κι άλλοτε απότομη εστίαση του φακού είναι κι εκείνη με τη σειρά της ένας υποβολέας συναισθημάτων. Όσο για τις ευρηματικές τεχνοτροπίες κινηματογράφισης, αυτές ποικίλουν και εναλλάσσονται συνεχώς (π.χ. στη σκηνή του γεύματος το πάγωμα της τρεμάμενης εικόνας στο άκουσμα των τυμπάνων της μπάντας δίνει την εντυπωσιακή ψευδαίσθηση ότι ο φακός βρίσκεται μέσα το χάι-χατ των ντραμς!) μην αφήνοντας κανένα περιθώριο εφησυχασμού.

Τελικά, τι είναι η «Οδός Μαλχόλαντ» και τι θέλει να πει με αυτήν ο σκηνοθέτης; Η προσωπική μου άποψη είναι ότι μέσα από αυτό το ψυχολογικό θρίλερ που μπλέκει αριστοτεχνικά τη φαντασία με την πραγματικότητα, το μήνυμα που εξάγεται έχει να κάνει αποκλειστικά με το ίδιο το αμερικανικό όνειρο, δηλαδή με την πεποίθηση ότι η ανέλιξη είναι εφικτή για όλους μέσω των δικών τους ενεργειών. Παρότι η ζωή είθισται να παρουσιάζεται σαν ένα τέτοιο παραμύθι και παρότι είναι ωραίο να πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι όντως έτσι, η κυνική πραγματικότητα, η οποία εξαρτάται από δεκάδες εξωγενείς παράγοντες πέραν της δικής μας δικαιοδοσίας είναι εντελώς διαφορετική. Τις περισσότερες φορές, η επιτυχία και η ευτυχία είναι θέμα συγκυριών ή διασυνδέσεων, όμως εμείς δεν είμαστε σχεδόν ποτέ σε θέση στο να ορίσουμε αυτή την τύχη. Αυτό το «όνειρο», λοιπόν, ο Λιντς αποφασίζει να το προσεγγίσει στην πραγματική του διάσταση, ως παραμύθι δηλαδή, αλλά με υπόστρωμα εφιάλτη που αναδύεται σταδιακά στην επιφάνεια. Το πράττει αριστοτεχνικά, χαρίζοντας ένα έργο-«διαμάντι» στο σύγχρονο σινεμά.

Βαθμολογία

Rating: 5 out of 5.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s