Κριτική: «Annette» του Λεός Καράξ

Από τη Βίβιαν Μελικόκη

Διαλέγοντας κάποιος να δει το σινεμά του Λεός Καράξ, σφίγγει -μετά λόγου γνώσεως- το χέρι του σκηνοθέτη και προσχωρεί σε μια συνθήκη· υπάρχει μια μεγάλη πιθανότητα αυτό που θα δει να μην βγάζει κανένα απολύτως νόημα, τουλάχιστον με την πρώτη ματιά. Αυτόματα όμως, το έργο του σπουδαίου Γάλλου εικονοπλάστη θίγει ένα άλλο, ανώτερο ζήτημα: «Τι σχέση έχει το νόημα με την τέρψη που σου δίνει η επαφή με ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα;»

Η πλοκή στις πιο φιλόδοξες -ή πειραματικές αν προτιμάτε- ταινίες του Καράξ είναι πραγματικά αλλόκοτη. Κανένα hint δεν σου χαρίζεται, αλλά ακόμα και αν νομίζεις πως σου κλείνει με κάποιο τρόπο το μάτι ο σκηνοθέτης/αφηγητής, αυτό δεν έχει απολύτως καμία σημασία. Τούτο διότι, η οντολογική δυσκολία δεν έχει κάποια άλλη σκοπιμότητα πέραν της καλλιτεχνικής έκφρασης του σκηνοθέτη/αφηγητή. Ο δημιουργικός τους οίστρος είναι τόσο αχαλίνωτος, όσο ένα καπάκι από χύτρα που θέλει να εκραγεί. Καμία δομημένη αφήγηση δεν θα τον χαλιναγωγήσει. Σε κανένα «λογικό» νόημα δεν θα υποταχθεί.

Ένα αμιγώς τέτοιο δείγμα έργου με οντολογική δυσκολία κατανόησης ήταν η προτελευταία ταινία του Καράξ, «Holy Motors» (2012), η οποία αποθεώθηκε από τους κριτικούς και δικαίως θεωρείται μια από τις καλύτερες προσπάθειες του 21ου αιώνα. Εν προκειμένω, στο αντισυμβατικό μιούζικαλ «Annette», παρά το γεγονός ότι η ταινία ξεκινά με τον ίδιον ακριβώς τρόπο (ήτοι με cameo του σκηνοθέτη και εδώ μάλιστα σε ρόλο «μαέστρου»), ο Καράξ έχει βάλει λίγο νερό στο κρασί του επιλέγοντας για πρώτη φορά τα αγγλικά -ως μια προσπάθεια να απευθυνθεί σε ένα πιο universal κοινό- και διατηρώντας τουλάχιστον τις νόρμες της σπονδυλωτής αφήγησης, χωρίζοντας το έργο σε τρεις πράξεις· αρχή, μέση, τέλος. Τα τεκταινόμενα της ταινίας περιστρέφονται γύρω από τη ζωή ενός ζευγαριού, μιας τραγουδίστριας της όπερας κι ενός κωμικού, οι οποίοι φέρνουν στον κόσμο ένα κορίτσι με ένα ιδιαίτερο χάρισμα. Μια υπεραπλουστευμένη περίληψη θα μπορούσε να συνοψίσει την ταινία ως εξής: Διάσημο αγόρι αγαπάει άλλο διάσημο κορίτσι, κάνουν ένα παιδί, το οποίο στην πορεία αποκτά ένα χάρισμα, ενώ τα πράγματα περιπλέκονται όταν η φήμη και η καριέρα του ενός εκ των δύο παίρνει την κατιούσα· διόλου πρωτότυπο, ιδιαίτερα ως προς το τελευταίο σκέλος (το έχουμε δει ακόμα και σε ελληνική ταινία των Βουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ!).

Η «καυτή πατάτα» που διαχειρίζεται άψογα ο σκηνοθέτης έγκειται στην πλήρη αναρχία των εκφραστικών μέσων που χρησιμοποιεί. Ένα εξ αυτών είναι το παιχνίδι που κάνει με το «κοινό». Ποιό κοινό; Εμάς ως θεατές της ταινίας (1ο επίπεδο), αλλά και εμάς ως θεατές που παρακολουθούν τις αντιδράσεις των θεατών στο θέαμα που εκτυλίσσεται μπροστά τους (2ο επίπεδο), καθώς και εμάς ως θεατές που γινόμαστε ένα με τους θεατές που παίζουν στην ταινία, μεταφέροντάς μας με δεξιοτεχνικά πλάνα από την καρέκλα του σινεμά στην καρέκλα της θεατρικής πλατείας, μετουσιώνοντάς μας σε μέρος της ταινίας (3ο επίπεδο). Προσωπικά αγαπημένη μου σκηνή είναι αυτή κατά την οποία παρακολουθούμε την Άνν (Μαριόν Κοτιγιάρ) ως κοινό που έχει πάει να δει την όπερά της, αλλά κατά το μέσον της σκηνής η κάμερα φεύγει, σηκώνεται από την καρέκλα και με ένα «ανεπαίσθητο» τράβελινγκ πλάνο την ακολουθούμε κατά πόδας, έχοντας «οπτική πρόσβαση» μέσα στη σκηνή, ενδεχομένως και μέσα στην ψυχή και τους μύχιους φόβους της.

Ένα άλλο παιχνίδι άξιο επισήμανσης είναι αυτό με τα χρώματα και το μήκος των μαλλιών των πρωταγωνιστών που ακολουθούν αντιστρόφως ανάλογη πορεία. Στην αρχή τα χρώματα είναι πιο φωτεινά, τα μαύρα στιλπνά μαλλιά του Χένρυ (Άνταμ Ντράιβερ) αγγίζουν τους ώμους του και το πράσινο δερμάτινό του, ενώ της Ανν (Μαριόν Κοτιγιάρ) είναι σε στυλ «αγορέ» και κίτρινα ρούχα (ακόμα και πικέ κουβέρτες) την περιβάλλουν. Όσο η πλοκή εκτυλίσσεται, τα μαλλιά του Χένρυ κονταίνουν και ασπρίζουν, ενώ της Άνν κυριολεκτικά γλείφουν το πάτωμα. Ίσως, είναι ακόμα ένα ατμοσφαιρικό παιχνίδι που μας οδηγεί βαθμιαία στο σκοτάδι. Ένα σκοτάδι που ως άλλη κινούμενη άμμος ρουφάει ασυναίσθητα τον εγωιστή και βαθιά κοινωνιοπαθή Χένρυ προς το κέντρο της αβύσσου. Στο κάδρο του ναρκισσιστή κωμικού που φιλοτεχνεί υπομονετικά η ταινία βλέπουμε να αποτυπώνονται σταδιακά όλα εκείνα τα ανησυχητικά στοιχεία της κεκαλυμμένης –ή μη– τοξικής αρρενωπότητας, η οποία είναι ικανή να ανάψει τη σπίθα στο φυτίλι της έμφυλης ενδοοικογενειακής βίας, φτάνοντας μέχρι και τη γυναικοκτονία. Δεν είναι καθόλου υπερβολή να πούμε ότι η ταινία «προσγειώνει» στο έδαφος ένα κινηματογραφικό είδος που συνήθως πετάει στα σύννεφα της ρομαντικής του φύσης, θίγοντας ένα πολύ επίκαιρο και συνάμα θλιβερό θέμα που προβληματίζει (στη χώρα μας ακόμα δίνουν και παίρνουν οι συζητήσεις για την υπόθεση των Γλυκών Νερών). Το καταφέρνει αυτό χαρτογραφώντας λεπτομερώς τα ενδοοικογενειακά μοτίβα που οδηγούν σε συμπεριφορές και εγκλήματα στα οποία η σύγχρονη κοινωνία –στην πλειοψηφία της– έχει πάψει να δίνει άλλοθι. Κι αν το θέμα και η εκτέλεσή του συνιστούν ηχηρό χαστούκι στη θεωρία, στην πράξη η ταινία φροντίζει να απογειώνει τις αισθήσεις, αντικατοπτρίζοντας εικαστικά και μουσικά την καθεμιά από τις σεναριακές ιδέες της. Στο εικαστικό κομμάτι, αξίζει αναφοράς η σκηνή της τρικυμίας –στο μέσον του έργου– και η επακόλουθή της, όπου για να απεικονισθεί η βουτιά του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα στη δίνη του σκότους αντλείται έμπνευση από το βουβό αριστούργημα «Sunrise: A Song of Two Humans» («Η Αυγή», 1927) του Φρίντριχ Βίλχελμ Μούρναου· μια ταινία που προσομοιάζει και θεματικά με το «Annette» αλλά έχει ευτυχέστερη κατάληξη.

Βέβαια το σκοτάδι του Χένρυ προοικονομικά –υπό τη μορφή ερωτήματος– πλανιόταν από την αρχή της ταινίας: «Τι γυρεύει αυτή με αυτόν; τι του βρίσκει;» Πολλές φορές έχουμε βρεθεί να διερωτόμαστε για ασύμβατα μεταξύ τους ζευγάρια, ενώ δεν θα ‘ναι ουκ ολίγες και οι φορές που έχουμε αναρωτηθεί για τον εαυτό μας. Όταν η πρώτη αχλή του έρωτα (που προκαλεί τυφλότητα) υποχωρήσει και ο εγωισμός αρχίζει να ξεπηδά σαν σπίθα από τα εύφλεκτα κλαριά της (έστω και υποδόριας) σύγκρισης –ειδικά αν ο ένας από τους δύο υπερέχει σε κάποιον τομέα, όπως αυτός της επαγγελματικής επιτυχίας ή της κοινωνικής καταξίωσης–, το τεστ αντοχής θα το περάσει επιτυχώς αυτός που σκύψει και θα αγκαλιάσει τη μοναδικότητά του και όχι αυτός που θα επιδοθεί σε έναν αγώνα ανταγωνισμού, όπου όλοι θα βγουν χαμένοι. Αν κάποιος θέλει να βγάλει νόημα από αυτή την ταινία, τότε καλά θα κάνει να το ψάξει διερωτώμενος: «Χένρυ, τελικά πού σε οδήγησε το σκοτάδι;» Το πράττει άλλωστε και ο ίδιος ο πρωταγωνιστής μας στο συγκλονιστικό φινάλε του έργου, αποστερημένος από τα νήματα τα οποία κινούσε (σ.σ. η απεικόνιση του μωρού ως μαριονέτας δεν είναι καθόλου τυχαία). Μακριά δηλαδή από την ακαταμάχητη εξουσία που τόσο πολύ του περιόριζε τη διαύγεια να συνειδητοποιήσει την καταστροφή που προκαλούσε.

Άλλες θεματικές που θίγει ο Καράξ είναι εμβόλιμες σεκάνς και πλάνα που έχουν να κάνουν με το κίνημα του #MeToo, το άγχος που πλέον θα κατατρέχει πολλούς (καθώς και τις συντρόφους τους) μη τυχόν και ξεσπάσει κάποια είδους κατηγορία σεξουαλικής παρενόχλησης είτε δικαίως είτε αναληθώς, τα ακραία καιρικά φαινόμενα που μαστίζουν τον κόσμο (βλ. πλάνο όπου γίνεται αναφορά στις δασικές πυρκαγιές της Καλιφόρνια), τις προσωπικές ζωές των σελέμπριτι που βρίσκονται εκτεθειμένες στο αδηφάγο μικροσκόπιο των σαχλό- κουτσομπολίστικων ακαλαίσθητων εκπομπών, την εργαλειοποίηση των παιδιών για αναζωπύρωση μιας συζυγικής σχέσης που παραπαίει, και στην περίπτωση που αυτά βγουν χαρισματικά την εκμετάλλευση από μέρους των γονιών τους (#freeBritney), κλπ.

Ως προς το κινηματογραφικό είδος με το οποίο καταπιάνεται ο Καράξ εδώ, θεωρώ ότι τα κίνητρά του ομοιάζουν με τα κίνητρα της τελευταίας ταινίας του Τζιμ Τζάρμους, «Οι Νεκροί δεν Πεθαίνουν» («The Dead Don’t Die», 2019). Όπως ο Τζάρμους δεν έτρεφε κάποιο ευσεβή πόθο να γυρίσει ένα πραγματικό zombie movie, έτσι και εδώ, ο Καράξ δεν νομίζω –κατά την ταπεινή προσωπική μου άποψη– να βαυκαλίζεται ότι γυρνά κάποιο μιούζικαλ ή μια κινηματογραφική όπερα ακολουθώντας τις κλασσικές κατευθυντήριες. Εξ αυτού του λόγου, χρησιμοποιεί και το εκκεντρικό δίδυμο των Σπαρκς (τα αδέλφια Ράσελ και Ρον Μάελ), που υπογράφουν τόσο το σενάριο όσο και τη μουσική (τους βλέπουμε στην αρχική σεκάνς να κάνουν cameo με όλους τους συντελεστές και τον ίδιο τον Καράξ και την κόρη του, στην οποία είναι αφιερωμένη η ταινία), το αποτέλεσμα των οποίων ίσως σε κάνει να αισθανθείς αμυδρά μια ιλαρότητα.

Όσον αφορά τις ερμηνείες, ο Άνταμ Ντράιβερ («Marriage Story», «Paterson») στέκεται ως άλλος στρατιώτης που –όχι μόνο– θα φέρει εις πέρας αυτό που θα του ανατεθεί, αλλά θα το πάει και ένα βήμα παραπέρα, θέτοντας τη δική του μοναδική σφραγίδα. Τραγουδάει, πέφτει κάτω, τσαλακώνεται, υποδύεται –επί θεατρικής σκηνής και οθόνης– τον σκοτεινό, αντισυμβατικό stand-up κωμικό, ξετυλίγοντας βαθμιαία τα αινιγματικά βάθη της ψυχής του ήρωα.

Κλείνοντας, μπορώ να πω πως προσωπικά η ταινία με συνεπήρε, παρά τις κάποιες περιστασιακές «αστοχίες» όσον αφορά τον ρυθμό, γεγονός που ίσως να οφείλεται στο ότι είχα καιρό να δω κάτι που να σπάει το πλαίσιο του τετριμμένου και του κομφορμιστικά «ορθού». Σίγουρα είναι μία από τις ταινίες που σε αφήνει με ερωτήματα και με περιθώριο για πολλαπλές αναγνώσεις μεταξύ των επιπέδων της. Επίσης, αδιαμφισβήτητα αποτελεί μια δικαίωση για τον Λεός Καράξ, ο οποίος κέρδισε το βραβείο Σκηνοθεσίας στο φετινό Φεστιβάλ των Καννών. Έχοντας όμως εξασφαλίσει προ πολλού την αποδοχή των κριτικών, το στοίχημα για τον ίδιο έγκειται αλλού: Θα αφεθούν άραγε οι θεατές σε αυτό το τρενάκι της καλλιτεχνικής του έκφρασης ή θα μπουν στη θέση του συνοδηγού με την πεποίθηση ότι, αν πατήσουν νοητά το φρένο της λογικής, δεν θα συγκρουστούν στο τελολογικό τείχος του δόγματος «όλα πρέπει να βγάζουν ένα νόημα», στερώντας από τους εαυτούς τους την απόλαυση απλά της διαδρομής;

Βαθμολογία

Rating: 3.5 out of 5.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s