Κριτική: «Ο Άνθρωπος του Θεού»

Από τον Γιάννη Γιαννόπουλο

Σχεδόν 100 χρόνια μετά τον θάνατό του, η γεμάτη δοκιμασίες αλλά και αλτρουισμό ζωή του Αγίου Νεκταρίου μεταφέρεται για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη.

Ας μην κρυβόμαστε· η ερώτηση σε όσους δεν έχουν δει την ταινία είναι απλή: Είναι τελικά η διεθνής παραγωγή «Ο Άνθρωπος του Θεού» («Man of God») μία καλή ή μία κακή ταινία; Είχαν τελικά δίκιο οι «θυμωμένες κριτικές» ή το κοινό που χάρισε στο πόνημα της Γελένα Πόποβιτς το καλύτερο άνοιγμα ταινίας στο box office από τον Μάρτιο του 2020; Ελπίζω να μην αποφασίσετε να σπαταλήσετε το κλικ και τον χρόνο σας σε αυτό το άρθρο με την ελπίδα ότι θα σας δοθεί μία ξεκάθαρη απάντηση -θα απογοητευτείτε. Αν συνεχίσετε να διαβάζετε αυτήν την κριτική ενός μη-κριτικού, να είστε προετοιμασμένοι για αβεβαιότητα και ανάμεικτα συναισθήματα.

Κατ’ αρχάς, ας ξεκινήσουμε με αυτό -για να το βγάλουμε από την μέση: Η επιλογή της αγγλικής γλώσσας ήταν αποτυχημένη. Θα βλέπαμε μία τελείως διαφορετική ταινία εάν κάποιος από τη διανομή δοκίμαζε εκ των προτέρων τον Σερβετάλη, τον Αλεξάντερ Πετρόφ ή τον Γιάννη Στάνκογλου να ερμηνεύουν και να δυσκολεύονται να αποδώσουν την αγγλική προφορά -φευ, όμως, είτε δεν τους έκαναν κάποιο κάστινγκ, είτε άκουσαν μόνο τον (αξιοπρεπέστατο συνολικά) Χρήστο Λούλη. Εν πάση περιπτώσει, η απόφαση πάρθηκε και η ιστορία γράφθηκε (με αγγλικούς διαλόγους).

Το πρόβλημα είναι πως αυτή η απόφαση επηρέασε συνολικά και όλη την ταινία. Οι ηθοποιοί είναι εμφανώς εγκλωβισμένοι, προσπαθούν να μπουν στον ρόλο ενώ ταυτόχρονα προσπαθούν να αποδώσουν μία γλώσσα που δεν είναι η μητρική τους -μία χαμένη μάχη, στις περισσότερες των περιπτώσεων-, και αυτή η απέλπιδα προσπάθεια θα μείνει ως διαρκής ενόχληση ακόμη και στον πιο φιλότιμο θεατή, που θα πασχίζει να καταλάβει αν βλέπει έναν κακό ηθοποιό, ή μία κακή απόδοση.

Η ταινία είναι γυρισμένη το 2020, εν μέσω πανδημίας COVID-19. Σκηνοθέτης και σεναριογράφος είναι η Γελένα Πόποβιτς, ενώ τον κύριο ρόλο ερμηνεύει ο Άρης Σερβετάλης («Άλπεις», «Μήλα»). Τα γεγονότα της ταινίας τοποθετούνται χρονικά στα τέλη του 1800, ξετυλίγοντας την ιστορία του τότε Μητροπολίτη Πενταπόλεως και την πορεία του από την Αίγυπτο, από όπου εκδιώκεται με δολοπλοκίες ώστε να μην γίνει Πατριάρχης, περνά στην πορεία στη Ριζάρειο σχολή και καταλήγει στο μοναστήρι που ετοίμασε στην Αίγινα. Ο ίδιος αποτέλεσε μια κοσμαγάπητη φιγούρα που όμως αντιμετωπίστηκε με επιφυλακτικότητα και ζηλοφθονία από τον κλήρο της εποχής του, με αποτέλεσμα διωγμούς και βαρύτατες κατηγορίες. Στο έργο παίζουν μεταξύ άλλων οι Αλεξάντερ Πετρόφ, Μίκι Ρουρκ, Χρήστος Λούλης, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και Γιάννης Στάνκογλου.

Μεγάλα ονόματα -ναι, αλλά όχι μεγάλοι ρόλοι. Θα έλεγε κανείς ότι το σενάριο είχε γραφθεί, αλλά το μπάτζετ ανακοινώθηκε μετά, και η σκηνοθέτης βρήκε περίσσευμα για να φωνάξει ονόματα της μαρκίζας, για ρόλους μάλλον αχρείαστους, όπως αυτός του Στάνκογλου, ή του -αξιοπρεπέστατου, για άλλη μία φορά- Ρουρκ. Ο Πετρόφ από την άλλη, συνοδεύει στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας ίσως ανισομερώς τον κεντρικό ήρωα, με την πληθωρική θα έλεγε κανείς παρουσία του να έρχεται σε αντίθεση με την χαμηλών τόνων τεχνική του Σερβετάλη.

Και εδώ, έχουμε τον δεύτερο «ελέφαντα στο δωμάτιο». Ο Άρης Σερβετάλης, στα μάτια του υπογράφοντα, έπαιξε απολύτως τίμια τον ρόλο του. Χαμηλών τόνων σχεδόν σε όλη την ταινία, με ελάχιστες δόσεις θυμού που τονίζουν ακόμα περισσότερο την δυνατότητα του ηθοποιού να υποτονίσει την ερμηνεία του σε πλήρη συνείδηση του ρόλου που κλήθηκε να παίξει. Ο Σερβετάλης ΕΙΝΑΙ ο πατέρας Νεκτάριος. Και αυτή του η βεβαιότητα περνάει ακούραστα στον θεατή που επιλέγει να προσπεράσει την αστοχία της γλώσσας. Πασχίζει να αναδείξει την ταπεινότητα, ίσως σε βαθμό κουραστικό για κάποιους, αλλά όχι εξαπατώντας τους. Για τα απαίδευτα μάτια μου, η χρονική, ηλικιακή ωρίμανση του ρόλου, αποδίδεται περίτεχνα και από τον ηθοποιό, και από το καλλιτεχνικό συνεργείο που τον συντροφεύει.

Ο τρίτος ελέφαντας, είναι η υπόθεση. Σεναριακά, η Πόποβιτς δεν φαίνεται να πασχίζει να φτιάξει ένα ντοκουμέντο, ένα αφιέρωμα πάνω σε ιστορικές βάσεις. Ξέρει από την αρχή τι θέλει να πει, το ίδιο και ο θεατής. Παρότι πρόκειται για μία ιστορική φιγούρα, σε κανένα σημείο δεν επιτρέπει στον θεατή να αναρωτηθεί «βρε μήπως;» Όμως όχι. Ο καλός και ο κακός της υπόθεσης είναι ξεκάθαρα ορισμένοι ρόλοι, με μερικές γκρίζες ζώνες που τελικά, σχεδόν μοιραία, θα υποταχθούν στην αγιοσύνη και την γλυκύτητα του Νεκτάριου. Και εδώ, ο θεατής καλείται να κάνει μία αποδοχή. Αν δει κάποιος την ταινία ως ιστορική αναφορά, πιθανότατα θα τον ενοχλήσει όλο αυτό -και είναι κατανοητό. Αν όμως αφεθείτε σε ένα παραμύθι, σε έναν μύθο, σε μία ιστορία, τότε ο θεατής θα απολαύσει έναν κεντρικό ρόλο συμπαθητικό, ζεστό, σχεδόν πατρικό. Σας διαβεβαιώ, ότι η δεύτερη εμπειρία είναι ξεκάθαρα πιο ευχάριστη από την πρώτη. Θα χρειαστούν όμως κι άλλες υποχωρήσεις. Η ιστορία έχει μία συνέχεια, αλλά δεν αναλύονται με την ίδια βαρύτητα όλα οσα παρουσιάζονται, και μένουν αναπάντητα ερωτήματα. Προσωπικά με κράτησε, βρήκα μία δομή η οποία υπηρετήθηκε πιστά, και δεν κουράστηκα – αλλά δεν είναι προνόμιο όλων να ξεμπερδεύουν γρήγορα με τις υποσχέσεις του σεναρίου που δεν εκπληρώνονται, το αναγνωρίζω, και πιθανότατα θα κουράσει όσους θα επενδύσουν πολύ στα γεγονότα.

Ο υπογράφων αυτό το κείμενο πέρασε δύο μάλλον όμορφες ώρες. Συντάχθηκε με τον κεντρικό ήρωα, απόλαυσε την πραότητα, την ηρεμία και τους χαμηλούς τόνους που απέπνεε σε κάθε σκηνή ο Άρης Σερβετάλης -ίσως ως εκ διαμέτρου αντίθετη γεύση με τον κόσμο εκτός κινηματογράφου που θα έλεγε κανείς ότι είναι σε μία διαρκή οξύτητα. Ξεπέρασε με άνεση το μάλλον αποθεωτικό και φτωχό σενάριο, έμεινε πιστός στην κεντρική ιστορία αγωνιώντας μέχρι το τέλος, χόρτασε το μάτι του με την καθαρότητα της σκηνοθεσίας και της φωτογραφίας, την απλότητα των πλάνων, δυσκολεύτηκε λίγο περισσότερο (ή μάλλον πολύ περισσότερο) με τον αναίτιο θόρυβο της αγγλικής γλώσσας. Και, παρότι η ματιά του δεν καθοδηγήθηκε από θρησκευτικά κριτήρια, αφέθηκε σε ένα παραμύθι με την αφέλεια θα έλεγε κανείς ενός πιστού.

Είναι λοιπόν «Ο Άνθρωπος του Θεού» μία κακή ταινία; Διάβασα πριν πάω κάποιες σχεδόν θυμωμένες κριτικές -αυτές τις βρήκα μάλλον άδικες φεύγοντας. Είναι όμως μία καλή ταινία; Διεκδικεί ίσως δάφνες προσπάθειας, αλλά σίγουρα όχι βραβεία ποιότητας. Είναι για θρησκόληπτους; Σας διαβεβαιώ πως είμαι κάθε άλλο παρά τέτοιος, μα με άγγιξε, ίσως περισσότερο από όσο θα ήθελα να ομολογήσω. Είναι για τον μέσο θεατή; Πρέπει να ομολογήσω πως είναι τόσες οι υποχωρήσεις που απαιτούνται για να πει κανείς ότι είδε μία καλή ταινία, που μάλλον θα κουραστεί γρήγορα. Όμως, δυστυχώς ή ευτυχώς, πρέπει να την δει κάποιος για να αποφασίσει αν τον άγγιξε έστω και λίγο ή αν έχασε τον χρόνο του.

Υ.Γ.: Είχα καιρό να διαβάσω τόσο αντικρουόμενες κριτικές γραμμένες με πάθος να υποστηρίζουν και τις δύο όψεις – ίσως από τον «Κυνόδοντα» («Dogtooth», 2009) του Γιώργου Λάνθιμου. Να, ας πούμε, όσοι την έχουν δει, ας ξέρουν ότι την κρίνω ως ένα αριστούργημα. Ίσως αυτό βοηθήσει τον αναγνώστη να καταλάβει καλύτερα αν, τελικά, η κριτική μου στον «Ανθρωπο του Θεού» του ταιριάζει ή όχι.

Βαθμολογία

Rating: 2.5 out of 5.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s