«Ο Πράσινος Ιππότης»: Όταν ο αρθουριανός μύθος «συνάντησε» τον… Καζαντζάκη

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

«Όταν η τιμή ήταν τα πάντα, το θάρρος έφτιαχνε βασιλιάδες»

ΥΠΟΘΕΣΗ: Ο Σερ Γκοουέην (Ντεβ Πατέλ), ο απερίσκεπτος και πεισματάρης ανιψιός του βασιλιά Αρθούρου ξεκινά ένα τολμηρό ταξίδι για να συναντήσει τον διαβόητο Πράσινο Ιππότη, ένα γιγάντιο πλάσμα με σμαραγδένιο δέρμα που βάζει σε δοκιμασίες τη γενναιότητα των ανδρών. Στο διάβα του θα αναμετρηθεί με φαντάσματα, γίγαντες, κλέφτες και δολοπλόκους σε ένα βαθύτερο ταξίδι αυτογνωσίας με σκοπό να αποδείξει την αξία του στα μάτια της βασιλικής οικογένειας. Αποστολή του, να πληρώσει το τίμημα ενός παράτολμου παζαριού: να παραδώσει το κεφάλι του έναν χρόνο μετά τον αποκεφαλισμό του μυστηριώδους Πράσινου Ιππότη.

Με σημείο αναφοράς το υπνωτιστικό υπαρξιακό φιλοσόφημα «A Ghost Story» (2017), ο Ντέιβιντ Λόουερι («Ain’t Them Bodies Saints», «Pete’s Dragon») μπήκε πριν από μερικά χρόνια στο ραντάρ του υπογράφοντα με τους σημαντικότερους ανερχόμενους δημιουργούς του παγκόσμιου σινεμά. Ένα χρόνο έπειτα από αυτό το φιλόδοξο εγχείρημα, ο άκρως ταλαντούχος σεναριογράφος και σκηνοθέτης επιμελήθηκε κομψότατα ένα απολύτως ταιριαστό «ύστατο χαίρε» στον βετεράνο Ρόμπερτ Ρέντφορντ («The Old Man & the Gun», 2018). Ήταν ένας συγκινητικός σινεφίλ αποχαιρετισμός, όπως ακριβώς άρμοζε σε μια εικονική φιγούρα του αμερικανικού σινεμά. Φέτος, ο 40χρονος δοκιμάζεται σθεναρά, διασκευάζοντας ελεύθερα ένα από τα πιο σημαντικά έργα της αγγλικής λογοτεχνίας, το αρθουριανό αφηγηματικό ποίημα «Ο Σερ Γκοουέην κι ο Πράσινος Ιππότης». Η επική περιπέτεια φαντασίας που παραδίδει («Ο Πράσινος Ιππότης», αγλλιστί «The Green Knight») αποτίει ατμοσφαιρικότατο φόρο τιμής στη λαϊκή παράδοση της Αγγλίας και της Ουαλίας, χωρίς διάθεση να εκμοντερνίσει τους αφηγηματικούς κώδικες του σκοτεινού μύθου για να τους καταστήσει ευκολότερα προσβάσιμους στο σύγχρονο κοινό.

Κάτι που προκαλεί εντύπωση από τα πρώτα λεπτά της ταινίας είναι ο ρόλος του μοντάζ. Ανά διαστήματα είναι πυκνό, προάγοντας μια εντύπωση διαρκούς κίνησης και ταυτόχρονα δίνοντας στον θεατή την αίσθηση του αναπάντεχου, μέσα από απότομα χρονικά άλματα ή μπλέκοντας ετερόκλητες σκηνές μεταξύ τους. Στιγμιαία μπορεί να αποπροσανατολίσει, πάντα όμως εξυπηρετεί έναν σκοπό οπτικής εξιστόρησης. Ξαφνικά, όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, η κοπτοραπτική δεν περιορίζεται απλά σε λιγότερο επεμβατικό ρόλο αλλά διακόπτεται εντελώς, εισάγοντάς μας σε επίμονα μονόπλανα όπου μιλά η ατμοσφαιρικότητα. Οι απροσδόκητες εναλλαγές ρυθμού, οι οποίες καθορίζονται από τη χρήση του μοντάζ, δίνουν εμμέσως έμφαση στον αντίκτυπο τέτοιων στατικών σκηνών.

Ομοίως, ο κινηματογραφικός φακός δεν επαναπαύεται ποτέ, διεκδικώντας κάθε δευτερόλεπτο της προσοχής μας. Τα επιδέξια καδραρίσματα, οι ιδιαίτερες γωνίες λήψης και τα παιχνίδια του φωτισμού προσδίδουν χαρακτήρα στα άψογα μεσαιωνικά σετ (κυριολεκτικά σαν να έχουμε ταξιδέψει στο παρελθόν), επικοινωνώντας με ακρίβεια το συναίσθημα της κάθε σκηνής (βλ. είσοδο Πράσινου Ιππότη). Από τα γενικά πλάνα μέχρι τα γκρο πλαν, η γεωμετρία του Λόουερι γεννά πολύ ενδιαφέροντα θέματα ακόμη και για εξασκημένους σινεφίλ οφθαλμούς.

Μια κατηγορία που γεφυρώνει άψογα το στοιχείο της εποχής με το σήμερα είναι η μουσική επένδυση. Σε αρχικές σεκάνς, όπως αυτή της χριστουγεννιάτικής συγκέντρωσης και της μονομαχίας, οι απόκοσμες βουές του μουσικού σκορ πατούν πάνω σε νότες μοντέρνου τρόμου. Έκτοτε, η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα δίνει τη θέση της στο αφιλόξενο σκηνικό της βρετανικής υπαίθρου, καθώς ο Γκοουέην ξεκινά το επικό ταξίδι του. Τότε, ο μακροχρόνιος συνεργάτης του Λόουερι, Ντάνιελ Χαρτ, διοχετεύει την αξιοσημείωτη -και ευρύτατου φάσματος εδώ- συνθετική του ικανότητα στη σύλληψη μεσαιωνικών ύμνων που συντροφεύουν με υποβλητικότατο τρόπο τον ήρωά μας. Πλέον, ο χώρος καταλαμβάνεται από τα προαιώνια υπαρξιακά διλήμματα που εκφράζονται μέσω κεντρικού προσώπου, το οποίο παίρνει μεν μια γεύση από το μεγαλείο της δόξας, όμως αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο τίμημα της υστεροφημίας και τη δίψα για ζωή. Η συνοδεία της μουσικής προσδίδει μεγαλύτερη αυθεντικότητα στην εμπειρία του στοχασμού και δένει άψογα με το ύφος του Λόουερι, ο οποίος δεν επιθυμεί να διηγηθεί το ταξίδι ρεαλιστικά, αλλά προτιμά να παραμείνει πιστός στο ύφος του πρωτογενούς υλικού που ενέπνευσε την κινηματογραφική μεταφορά. Αξίζουν συγχαρητήρια στον σκηνοθέτη, ο οποίος αποφασίζει να μη στερήσει στον αρθουριανό θρύλο τίποτα από τη μαγεία του και σε γενικές γραμμές τον διηγείται με τον πλέον ενδεδειγμένο -πλην όμως απαιτητικό- τρόπο. Για τη συντριπτική πλειοψηφία της διάρκειας του έργου, η άκρως ποιητική κινηματογράφιση του ιπποτικού παραμυθιού φλερτάρει με το άψογο.

Όπως προαναφέραμε, μετά το εισαγωγικό κομμάτι, το σετ του Κάμελοτ δίνει τη σκυτάλη στο ομιχλώδες φυσικό τοπίο, σηματοδοτώντας την έναρξη του μοναχικού ταξιδιού του ήρωά μας προς την αναζήτηση του Πράσινου Ιππότη. Αυτή η εξόρμηση μοιάζει περισσότερο με σκοτεινή έως εφιαλτική εκδοχή της Οδύσσειας παρά με περήφανο καλπασμό προς την κατάκτηση ενός αθάνατου ονόματος. Καδράροντας παραμυθιακά και μη διστάζοντας να κάνει «κλόουζ απ» στη συνεχή αμφιταλάντευση, ο Λόουερι ξετυλίγει μια «αντιηρωική εποποιία» με ευρεία γκάμα συμβολισμών, η οποία απαρτίζεται βαθμιδωτά από όλες τις προπαρασκευαστικές δοκιμασίες όπου λαμβάνει χώρα η εσωτερική σύγκρουση του πρωταγωνιστή. Ο Γκοουέην αγωνίζεται σκληρά, αλλά δυσκολεύεται να αντέξει το βάρος του καθήκοντος που έχει επωμισθεί. Οι προκλήσεις με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπος δεν προσομοιάζουν με ευθείες δοκιμασίες ανδρείας, αλλά είναι βασισμένες πάνω σε διλήμματα και πειρασμούς που τροφοδοτούν εσωτερικές συγκρούσεις (π.χ. υψηλά ιδεώδη ιπποσύνης vs κατώτερα ένστικτα). Εάν αξιολογήσουμε την ταινία συνολικά, σχεδόν όλα τα θέματα του Λόουερι επικοινωνούν κινηματογραφικά την αύρα της μεταγενέστερης γοτθικής φανταστικής λογοτεχνίας, με κυρίαρχα μοτίβα του είδους όπως ο -φυσικός και ψυχολογικός- τρόμος, το σκότος, το υπερφυσικό στοιχείο (φαντάσματα), τα κάστρα και η γοτθική αρχιτεκτονική να είναι πανταχού παρόντα.

Ακολουθούν SPOILERS!

Στην τελευταία πράξη του έργου, την ώρα της τελικής δοκιμασίας, ο Λόουερι επιλέγει να εξερευνήσει ένα εντελώς διαφορετικό μονοπάτι από το φινάλε του πρωτότυπου ποιήματος. Σε έναν ελιγμό αλά Μάρτιν Σκορσέζε, ο Γκοουέην λιποτακτεί την τελευταία στιγμή, αφήνοντας ανεκπλήρωτο το χρέος του προς τον Πράσινο Ιππότη. Όταν πεθαίνει ο Βασιλιάς Αρθούρος (Σον Χάρις), ο δειλός ανιψιός τον διαδέχεται στον θρόνο και παντρεύεται μια γαλαζοαίματη δεσποσύνη, αφήνοντας στα κρύα του λουτρού την ταπεινών καταβολών ερωμένη του, Έσελ (Αλίσια Βικάντερ). Της στερεί μάλιστα το νεογέννητο παιδί της, τον καρπό του έρωτά τους, καθώς τον προορίζει για διάδοχό του. Όμως οι ημέρες δόξας για το Κάμελοτ έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί, επιφυλάσσοντας τραγική μοίρα στον πρωταγωνιστή μας. Ο γιος του σκοτώνεται στη μάχη, η πάλαι ποτέ αγαπημένη του τον κοιτάζει με περιφρόνηση, και το Κάμελοτ βρίσκεται υπό στενή πολιορκία. Με τον κλοιό να έχει πλέον στενέψει αφόρητα και την πτώση να φαντάζει διαδικαστικό ζήτημα ελάχιστων στιγμών, ο Γκοουέην διαπιστώνει τη ματαιότητα της δειλής του πράξης να το σκάσει από τον Πράσινο Ιππότη.

Τότε, εντελώς ξαφνικά -αλλά όχι και μη αναμενόμενα-, ο χρόνος γυρίζει πίσω και ο Γκοουέην βρίσκεται πάλι σκυμμένος ενώπιον του Πράσινου Ιππότη, έτοιμος να δεχτεί το χτύπημα ανταπόδοσής του. Αυτή η σεναριακή επιλογή, όσο και η εκτέλεσή της (αλλεπάλληλα χρονικά άλματα που χτίζουν το «εναλλακτικό μέλλον-παγίδα» του οράματος), καθιστά την τελευταία πράξη του «Πράσινου Ιππότη» ένα αναμάσημα του «Τελευταίου Πειρασμού» («The Last Temptation of Christ», 1988). Για όσους δεν ενθυμούνται καλώς, πρόκειται για την καταπληκτική διασκευή του πανίγνωστου μυθιστορήματος του δικού μας -τεράστιου- Νίκου Καζαντζάκη από τον μέγα δάσκαλο Σκορσέζε· μια ταινία που κατά την εποχή κυκλοφορίας της στις ελληνικές αίθουσες ξεσήκωσε την οργή και τη μανία της θρησκόληπτης μάζας, καθώς οι σκοταδιστικές αντιλήψεις εμπόδισαν την τελευταία από το να αφομοιώσει την ουσία του έργου. Στο τέλος αυτού του αριστουργήματος, καθώς ο Ιησούς βρισκόταν επί ξύλου κρεμάμενος, είδαμε ένα μικρό κοριτσάκι -που στην πραγματικότητα ήταν ο διάβολος μεταμορφωμένος- να τον προτρέπει να κατεβεί από τον σταυρό, να δώσει τέλος στο μαρτύριό του -καθώς «αρκετά υπέφερε»- και να ζήσει μια φυσιολογική ζωή ως άνθρωπος. Εκείνος αποδέχτηκε το κάλεσμα, ενδίδοντας στον «τελευταιο» πειρασμό. Στο επιθανάτιο όραμα που ακολουθεί, ο Ιησούς, έχοντας διανύσει όλα τα στάδια της ανθρώπινης ζωής, βρίσκεται τελικά γερασμένος σε μια παρηκμασμένη και υπό πολιορκία Ιερουσαλήμ. Όπως ακριβώς και το Κάμελοτ δηλαδή. Τότε, ο Ιησούς ικετεύει τον Θεό να τον αφήσει να εκπληρώσει τον ρόλο του ως Μεσσίας και έξαφνα ξαναβρίσκεται πάλι στον σταυρό, όπου θυσιάζεται με αυταπάρνηση για τις αμαρτίες της ανθρωπότητας.

Η αλήθεια είναι ότι ο Ιησούς που «γέννησε» το ελεύθερο πνεύμα του Καζαντζάκη έχει πολλές κοινές συνισταμένες με τον Γκοουέην του αρθουριανού μύθου όπως τον διασκεύασε ο Λόουερι. Αμφότεροι είναι λιγότερο ενάρετες και περισσότερο αντιηρωικές φιγούρες σε σύγκριση με τις παραδόσεις που αφηγούνται τις ιστορίες τους. Περισσότερο άνθρωποι και λιγότερο «ιδέες», Ιησούς και Γκοουέην δίνουν τη μάχη με τους πειρασμούς τους από απροσδόκητα μειονεκτική θέση. Ωστόσο, είναι κάπως απογοητευτικό το γεγονός ότι ένας τόσο ευρηματικός δημιουργός της νέας γενιάς, όπως ο Λόουερι, χρειάζεται να ανακαλέσει -και να «αναστηλώσει» τόσο πιστά- μια διασκευή του Σκορσέζε από το 1988…

Βαθμολογία

Rating: 3.5 out of 5.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s