«No Time to Die»: Ένα συναισθηματικά φορτισμένο αντίο στον Μποντ του Ντάνιελ Κρεγκ

Από τη Βίβιαν Μελικόκη

Ρίχνοντας μια ματιά στα credits του «No Time to Die», το όνομα του επικεφαλής Κάρι Φουκουνάγκα μπορεί να προξενεί εντύπωση σε μερικούς ή και να μην λέει τίποτα σε κάποιους άλλους. Για όσους δεν τον γνωρίζουν, ο 44χρονος σκηνοθέτης μόνο τυχαίο όνομα δεν είναι. Στα παράσημά του θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται το -μεγαλύτερο- μερίδιο για την επιτυχία του αριστουργηματικού πρώτου κύκλου της σειράς «True Detective» (2014), ενώ στο σινεμά έχει υπογράψει μετρημένες, μα μόνο αξιοσημείωτες δουλειές, όπως το «Jane Eyre» (2011) και το «Beasts of No Nation» (2015). Πέραν της αισθητικής αρτιότητας και δραματουργικής δεξιοτεχνίας που διακρίνει το σύνολο της φιλμογραφίας του, μιλάμε για έναν ιθύνοντα νου που ξέρει να ξεδιπλώνει τρισδιάστατους χαρακτήρες με σπουδαίο δραματικό βάθος και κατ’ επέκταση να παίρνει ερμηνείες πρώτης διαλογής από τους πρωταγωνιστές του (από τον Μάθιου ΜακΚόναχι στο τηλεοπτικό –και όχι μόνο– highlight της καριέρας του μέχρι τον 14χρονο Έιμπραχαμ Ατά στην καλύτερη παιδική ερμηνεία που έχετε δει –για τα «Θηρία Χωρίς Πατρίδα»). Ίσως σε αυτό να αποσκοπούσε και η παραγωγή του «No Time to Die» προσλαμβάνοντάς τον, αν αναλογιστούμε ότι σε αρκετές περιστάσεις η ταινία εκτοπίζει σε πιο περιφερειακό ρόλο το στοιχείο της κατασκοπικής περιπέτειας για να «δώσει» την κεντρική σκηνή σε μια ιστορία εξερεύνησης τραυμάτων του παρελθόντος.

Η ταινία ξεκινά με τον Φουκουνάγκα, ως άλλο μέτρ του θρίλερ, να μας δίνει δύο πολλά υποσχόμενες και χορταστικές σεκάνς πριν μπουν οι «σήμα κατατεθέν» τίτλοι αρχής υπό τη μουσική υπόκρουση της Billie Eilish. Η επόμενη μουσική επιλογή που από τη μία μεν μας αιφνιδιάζει, από την άλλη μας κλείνει το μάτι, αφήνοντας υπαινιγμούς, είναι το τραγούδι του Λούις Άρμστρονγκ «We Have All The Time In the World», από την παραγνωρισμένη στην εποχή της –αλλά αναγνωρισμένη έκτοτε– ταινία του Bond-franchise, «On Her Majesty’s Secret Service» (1969). Οι υπαινιγμοί, άλλωστε, είτε αναφορικά με την εποχή του political correctness (βλ. φήμες που θέλουν η αντικαταστάτρια του θρυλικού Τζέιμς να είναι μη λευκή και γυναίκα) είτε σχετικά με τα προηγούμενα επεισόδια (κλείσιμο παλαιών λογαριασμών, αλλά και αποχαιρετισμοί κοντινών φίλων) δεν λείπουν καθ’ όλη τη διάρκεια ενός φιλμ που μας προετοιμάζει για το φινάλε του Ντάνιελ Κρεγκ στον εμβληματικό ρόλο του πράκτορα 007.

Η σύνοψη αναφορικά με τον κορμό της πλοκής δεν συνιστά πρωτοτυπία. Θεωρητικά, μία ακόμα χορταστική περιπέτεια κατασκοπικής δράσης μάς καλωσορίζει. Κατόπιν ενός συμβάντος που έπληξε σφόδρα την καρδιά του στιλάτου μας πράκτορα, εκείνος αποφασίζει να αποσυρθεί στην εξωτική Τζαμάικα. Ωστόσο, ένας παρανοϊκός δολοφόνος βάζει στο μάτι την παγκόσμια ευημερία, εφευρίσκοντας ένα φονικό ιό που μπορεί να ξεπαστρέψει ομάδες ανθρώπων, στοχεύοντας στο DNA τους. Οι μυστικές υπηρεσίες MI6 και CIA πρέπει να κάνουν στην άκρη τις διαφορές τους, να δώσουν τα χέρια και να πείσουν τον καλύτερο (πρώην) της πρώτης σε αυτήν την αποστολή αναχαίτισης του «αόρατου εχθρού».

Μία από τις ατμοσφαιρικές στιγμές που ξεχώρισα σχετικά νωρίς στην ταινία είναι η χορογραφία δράσης με τη ντάμα του Μποντ, Άννα ντε Άρμας. Σε ρόλο Bond girl, η πολλά υποσχόμενη Κουβανή φέρνει εις πέρας παραπάνω από αξιοπρεπώς την αποστολή της, στέκοντας στο ύψος της εξίσου εξαιρετικής πλάτης που αποκαλύπτει το σέξι μπλε φόρεμά της. Είναι η δεύτερη και τελευταία φορά στο φιλμ που αφήνεται σε κοινή θέα ακάλυπτο γυναικείο κορμί. Μάλιστα η Παλόμα, όπως ονομάζεται ο –επίσης Κουβανός στην καταγωγή– χαρακτήρας της ντε Άρμας, είναι ίσως το μοναδικό Bond girl που δεν καταλήγει στο κρεβάτι του γοητευτικού πράκτορα… και αυτό πράγματι αποτελεί πρωτοτυπία.

Από τα αδύναμα σημεία του φιλμ θα μπορούσε να σημειωθεί η παρουσία του villain, Σαφίν, που υποδύεται ο Ράμι Μάλεκ. Όχι τόσο αναφορικά με την υποκριτική του δεινότητα, αλλά πιο πολύ από σεναριακής άποψης, καθότι κάποια κενά στα κίνητρα και την πορεία του προδίδουν το ανολοκλήρωτο του χαρακτήρα. Άλλοι επικριτές ίσως θα επεσήμαναν τη μεγάλη διάρκεια του φιλμ, η οποία υπερβαίνει τις δυόμισι ώρες, και κάποιες σκηνές δράσης που, εφόσον παραλείπονταν, θα επέτρεπαν σε περισσότερους θεατές να φτάσουν «ξεκούραστοι» στο τέλος και να αφιερωθούν με προσήλωση στο ασυνήθιστα –για τα δεδομένα μιας bond-ικής ταινίας– δραματικό και συναισθηματικά φορτισμένο φινάλε.

Ένα φινάλε που μέχρι και την τελευταία στιγμή δεν πιστεύεις στα μάτια σου. «Όντως συμβαίνει;» αναφωνείς μέσα σου. «Είναι οριστικό;»

Και όντως, όση έλλειψη πρωτοτυπίας διακατέχει την υπόθεση του έργου εκ πρώτης όψεως, άλλο τόσο αυτή η ταινία δεν μοιάζει με καμία από τις προηγούμενες του 007. Θέλεις να είναι επειδή ο Μποντ δεν ακολουθεί τις συμβουλές του Q; Τον βλέπουμε να τσαλακώνει και να λερώνει το σμόκιν του, να κουτσαίνει, να αιμορραγεί. Όλα αυτά ΚΑΙ κυριολεκτικά ΚΑΙ μεταφορικά. Δύο κορίτσια συναντά ο πάλαι ποτέ μεγάλος καρδιοκατακτητής, και τρώει «άκυρο» // block // χυλόπιτα! Πλέον δεν είναι επιρρεπής στο παιχνίδι του φλερτ και στο επιφανειακό κυνήγι της ηδονής. Η καρδιά του αφήνεται σε πιο βαθύ συναίσθημα. Κι όλα αυτά απροκάλυπτα. Ειλικρινή εντύπωση μου προκάλεσε το εξόφθαλμο σοκ που υπέστη όταν ξαναείδε μετά από καιρό την παλιά του αγάπη. Όπως εξίσου με ξάφνιασε και δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι ο Μποντ θα γινόταν κοινωνός του βιώματος της αγωνίας, το μοναδικό είδος αγωνίας που είχε νιώσει ο Σιντάρτα στο ομώνυμο βιβλίο του Έσσε.

Μπορεί να μην διαφαίνεται ξεκάθαρα από την αρχή, αλλά το «No Time to Die» είναι ένας ανεξίτηλος φόρος τιμής και ταυτόχρονα ένα ταιριαστό ύστατο χαίρε στον Ντάνιελ Κρεγκ. Θα είναι, όμως, και για τη σειρά ταινιών του Τζέιμς Μποντ; Ή τουλάχιστον για τον πράκτορα 007 όπως τον ξέραμε μέχρι σήμερα;

Το αίσθημα που σε ακολουθεί, βγαίνοντας έξω από την αίθουσα, συμπυκνώνεται κυρίως σε ερωτήματα και σε προβληματισμούς για τους καιρούς που διανύουμε. Αναμφίβολα οι εποχές αλλάζουν. Οι νοοτροπίες οφείλουν να αλλάζουν. Τα αρσενικά παλαιάς κοπής δεν έχουν θέση ανάμεσά μας. Αυτό σημαίνει ότι και οι φανταστικοί «macho» χαρακτήρες δεν έχουν θέση ανάμεσά μας; Τελικά είμαστε τόσο συναισθηματικά απαίδευτοι που δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε την πραγματικότητα από τη μυθοπλασία, ώστε να χρήζουμε άνωθεν προστασίας;

Και αυτό πως μεταφράζεται για το brand;

«Υποταγή» στις νέες κοινωνικές νόρμες ή πίστη στο χαρακτήρα, όπως τον εμπνεύστηκε ο Ίαν Φλέμινγκ και του έδωσε σάρκα και οστά ο παραγωγός Άλμπερτ Μπρόκολι; Θα είναι ο Μποντ το επόμενο θύμα της cancel culture;

Ή μήπως οι παραγωγοί με το «No Time to Die» επεφύλαξαν ένα αξιοπρεπές (οριστικό) αντίο σε έναν ήρωα-θεσμό, χάνοντας πολλά εκατομμύρια από τις εισπράξεις μελλοντικών ταινιών;

Η σιγή ιχθύος μάς επιτρέπει να θέτουμε τα ερωτήματα, δίχως όμως να υπάρχει κάποια κατηγορηματική απάντηση.

Μόνον ο χρόνος θα δείξει…

Βαθμολογία

Rating: 3 out of 5.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s