«Don’t Look Up»: Μια σάτιρα για την κλιματική αλλαγή, την πανδημία, ή και τα δύο;

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Μετά από μια πενταετία συγγραφικών credits στο Saturday Night Live (1995-2001) και ακολούθως μια σειρά σλάπστικ κωμωδιών με τον Γουίλ Φέρελ («Anchorman: The Legend of Ron Burgundy», «Step Brothers») που τον έβαλαν για τα καλά στον χάρτη του Χόλιγουντ, το 2015 ο Άνταμ Μακ Κέι υποχρέωσε την Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου να τον λάβει για πρώτη φορά σοβαρά στα υπόψη. Αφορμή ήταν το «The Big Short» («Το Μεγάλο Σορτάρισμα»), μια ντοκιμαντερίστικου ύφους περιήγηση στα κακώς κείμενα των 00s που μας οδήγησαν στη φούσκα της αγοράς ακινήτων -και κατ’ επέκταση στην παγκόσμια οικονομική ύφεση του 2008. Αντικαθιστώντας τη φαρσική ατμόσφαιρα με μια διάθεση ξεσπάσματος ενάντια σε διεφθαρμένες πολιτικές και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, η ταινία αποτέλεσε μια άψογη σύζευξη μεταξύ σάτιρας και οικονομικού θρίλερ που χάρισε στον Μακ Κέι το Όσκαρ Καλύτερου Διασκευασμένου Σεναρίου. Όντας πλέον για τα καλά στο ραντάρ των μεγάλων βραβείων, ο Αμερικανός στη συνέχεια παρέδωσε το υπερβολικά στρατευμένο «Vice: Ο Δεύτερος στην Ιεραρχία» (2018), με τον «χαμαιλέοντα» Κρίστιαν Μπέιλ να ενσαρκώνει μια από τις πλέον αμφιλεγόμενες πολιτικές προσωπικότητες των ΗΠΑ, τον συντηρητικό αντιπρόεδρο της κυβέρνησης του Τζορτζ Μπους του νεότερου, Ντικ Τσέινι. Τα χαστούκια ήχησαν δυνατά στα αφτιά των Ρεπουμπλικανών, οι οποίοι φωτογραφήθηκαν από τον Μακ Κέι ως οι αποκλειστικοί υπαίτιοι για τη σύγχρονη κατάντια του αμερικανικού πολιτικού συστήματος, ωστόσο αυτή ήταν μόνο η αρχή. Η συνέχεια δόθηκε πριν από λίγες μέρες με τη νέα ταινία του 53χρονου σκηνοθέτη (συνεχίζει να προβάλλεται στις αίθουσες ενώ παράλληλα είναι διαθέσιμη και από την ψηφιακή πλατφόρμα του Netflix), ο οποίος εδώ θέτει ως πρωταρχικό σκοπό την αποδόμηση της Αμερικής του Ντόναλντ Τραμπ.

ΥΠΟΘΕΣΗ: Η Κέιτ Ντιμπιάσκι (Τζένιφερ Λόρενς), πτυχιούχος φοιτήτρια στο τμήμα αστρονομίας του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν που εργάζεται με το τηλεσκόπιο Subaru, κάνει μια τεράστια ανακάλυψη σχετικά με έναν κομήτη σε τροχιά εντός του ηλιακού συστήματος. Ο καθηγητής της, Δρ Ράνταλ Μίντι (Λεονάρντο Ντι Κάπριο), έντρομος διαπιστώνει ότι ο κομήτης βρίσκεται σε πορεία σύγκρουσης με τη Γη σε περίπου έξι μήνες και είναι αρκετά μεγάλος ώστε να αφανίσει τη ζωή σε ολόκληρο τον πλανήτη. Έχοντας την υποστήριξη της NASA, η Ντιμπιάσκι και ο Δρ Μίντι παρουσιάζουν τα ευρήματά τους στον Λευκό Οίκο, όμως αντιμετωπίζονται με απάθεια από την Αμερικανίδα πρόεδρο Τζέινι Ορλίν (Μέριλ Στριπ) και τον γιο της, επικεφαλής του Επιτελείου της, Τζέισον (Τζόνα Χιλ). Μην έχοντας άλλη επιλογή, οι δύο αστρονόμοι ξεκινούν μια επείγουσα εκστρατεία στα μέσα ενημέρωσης προκειμένου να προειδοποιήσουν την ανθρωπότητα για τον θανάσιμο κίνδυνο.

Στο «Don’t Look Up» («Μην Κοιτάτε Πάνω»), η αρχική πρόθεση του Μακ Κέι είναι να χτίσει μια παραβολή που μιλά την ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή, αντικαθιστώντας την υπερθέρμανση του πλανήτη με έναν κομήτη ο οποίος βρίσκεται σε τροχιά σύγκρουσης με τη Γη. Το θέμα είναι ότι στην πορεία των γυρισμάτων της ταινίας οι εξελίξεις τον πρόλαβαν, καθώς είχαμε το ξέσπασμα της πανδημίας COVID-19, γεγονός που φαίνεται να επηρέασε ορισμένες πτυχές του σχολιασμού της ταινίας. Κοινός παρονομαστής και στις δύο περιπτώσεις είναι το βιτριολικό χιούμορ με αποδέκτες τους θιασώτες του «τραμπισμού», την ακροδεξιά πολιτική τους βάση και το καπιταλιστικό σύστημα που τους εκτρέφει. Η πρόεδρος Ορλίν, η οποία είναι πρόδηλα μια θηλυκή εκδοχή του Τραμπ (σημειωτέον ότι η Στριπ είχε παρωδήσει τον Τραμπ σε παλαιότερες δημόσιες εμφανίσεις της), δεν θα αφουγκρασθεί τους επιστήμονες, παρά μόνο έπειτα από το ξέσπασμα ενός σεξουαλικού σκανδάλου με πολιτικές προεκτάσεις που κλυδωνίζει τον Λευκό Οίκο. Βλέπουμε δηλαδή μια κυβέρνηση που εξωθείται στο να ασχοληθεί -επιτέλους- σοβαρά με το θέμα του κομήτη, αλλά το πράττει μόνο και μόνο για να εκτραπεί η προσοχή των μαζών από την αρνητική δημοσιότητα των εις βάρος της αποκαλύψεων.

Από την άλλη μεριά, τα μέσα ενημέρωσης διαδραματίζουν περισσότερο ρόλο αγχολυτικού παρά έγκυρης πηγής πληροφόρησης, βομβαρδίζοντας το ακροατήριο με κίτρινα θέματα ήσσονος σημασίας και προβάλλοντας αλόγιστα τα κενά είδωλα της βιομηχανίας του θεάματος. Εκείνα με τη σειρά τους διαμορφώνουν συνειδήσεις μέσω των πλατφόρμων κοινωνικής δικτύωσης. Μπροστά στην ανώδυνη ψυχαγωγία επιπέδου «πρωινάδικου», οι απεγνωσμένες προειδοποιήσεις ειδικών όπως η Ντιμπιάσκι και ο Δρ Μίντι περνούν στα ψιλά γράμματα. Ταυτόχρονα, οι μάζες φαίνεται να έχουν γαλουχηθεί πλήρως στις πρακτικές ύπνωσης που τους έχουν «συνταγογραφηθεί», ακολουθώντας άκριτα τις πιο ανόητες τάσεις του διαδικτύου. Στα αρχικά στάδια της ταινίας, η μόνη πρωτοβουλία που αναλαμβάνουν οι τηλεθεατές είναι να λοιδωρήσουν και να μετατρέψουν σε meme την αντισυστημική Ντιμπιάσκι όταν εκείνη ξεσπά σε ζωντανή μετάδοση, αντιδρώντας μπροστά στη γενικότερη αδιαφορία που συναντά. Για τα υπόλοιπα επιβουλεύεται η ελαφριά τηλεπαρουσιάστρια Μπρι Έβαντι (η Κέιτ Μπλάνσετ οικοδέσποινα σε σαχλό talk show μαζί τον Τάιλερ Πέρι), η οποία αναγάγει τον ευκολότερα διαχειρίσιμο Δρ Μίντι σε «σέξι επιστήμονα» και συνάπτει παράνομη σχέση μαζί του.

«Don't Look Up»: Μια σάτιρα για την κλιματική αλλαγή, την πανδημία, ή και τα δύο;

Από το στόχαστρο του Μακ Κέι δεν ξεφεύγει ούτε η ποπ κουλτούρα. Με την είσοδο του ηλικιωμένου στρατηγού Μπένεντικτ Ντρασκ (Ρον Πέρλμαν), ο οποίος επιστρατεύεται από την κυβέρνηση με την αποστολή να πιλοτάρει το διαστημόπλοιο που θα εκτρέψει την πορεία του κομήτη (παρότι κάτι τέτοιο κάλλιστα θα μπορούσε να γίνει αυτοματοποιημένα, όπως μονολογεί απορημένος ο Μίντι), η ταινία σατιρίζει τις γλοιώδεις πατριωτικές κορώνες των αμερικανικών μπλοκμπάστερ μαζικής καταστροφής (π.χ. «Ημέρα Ανεξαρτησίας») που ευημέρησαν ιδιαίτερα από τα 90s και έπειτα, αλλά και τον υποβόσκοντα ρατσισμό σε παλαιότερα δείγματα του αμερικανικού σινεμά. Το καταφανέστατο επικοινωνιακό τρικ με το οποίο η κυβέρνηση κάνει επίκληση στο συναίσθημα των Αμερικανών φαντάζει ως το τέλειο κόλπο για την Ορλίν ώστε να επανακάμψει στις δημοσκοπήσεις. Υιοθετώντας μερική από την αύρα του παρανοϊκού αντικομμουνιστή στρατηγού… Τζακ (the) Ρίπερ που ερμηνεύει ο Στέρλινγκ Χέιντεν στο απλησίαστο σατιρικό έπος του Στάνλεϊ Κιούμπρικ «S.O.S. Πεντάγωνο καλεί Μόσχα» («Dr. Strangelove or: How I Learned to Stop Worrying and Love the Bomb», 1964), o 71χρονος Πέρλμαν ενσαρκώνει τον macho -παραλίγο- σωτήρα που η Αμερική πάντα χρειάζεται για το αφήγημά της!

Οι «ευαγγελιστές» της ψηφιακής εποχής συνοψίζονται σε έναν χαρακτήρα κράμα Στιβ Τζομπς – Έλον Μασκ – Μαρκ Ζάκερμπεργκ – Μπιλ Γκέιτς με «διαστημικές» βλέψεις επιπέδου Τζεφ Μπέζος – Ρίτσαρντ Μπράνσον. Τον ερμηνεύει ανυπόφορα καλά ο -ηθελημένα ρομποτικός- Μαρκ Ράιλανς. Ο δισεκατομμυριούχος οραματιστής και… κυβερνητικός χορηγός είναι το πρόσωπο-κλειδί που με την εγκληματική του αμέλεια εφοδιάζει με κάρβουνο το τρένο της αναβλητικότητας όσον αφορά την αντιμετώπιση της κρίσιμης απειλής, εδραιώνοντας την άποψη ότι στη σύγχρονη Αμερική τα ωφελιμιστικά κίνητρα για ανεξέλεγκτο πλουτισμό μπορούν να (παρα)κάμψουν την κοινή λογική.

«Don't Look Up»: Μια σάτιρα για την κλιματική αλλαγή, την πανδημία, ή και τα δύο;

Συνοψίζοντας στα της πλοκής, η αρχική (μη) αντίδραση του πολιτικού συστήματος και της κοινής γνώμης μπροστά στον επιστημονικά τεκμηριωμένο κίνδυνο δίνει τη σκυτάλη στην ολιγωρία ανάληψης δράσης εξαιτίας της νεοεμφανιζόμενης προοπτικής κέρδους από την εκμετάλλευση του κομήτη. Σε επόμενο στάδιο, έχουμε τη λειτουργία ενός συνόλου μηχανισμών πειθούς από πλευράς κράτους, οι οποίοι επενδύουν στη συνωμοσιολογία, την παραπληροφόρηση και τη εθνικολαϊκιστική ρητορική για να επηρεάσουν τις μάζες, ενώ απέναντι ορθώνει ανάστημα μια κατεπείγουσα εκστρατεία αφύπνισης από πλευράς του επιστημονικού κόσμου. Οι εν λόγω ζυμώσεις επιφέρουν την πόλωση και τον τελικό διαχωρισμό της κοινωνίας ανάμεσα σε αφυπνισμένους και αρνητές του προβλήματος.

Κλιματική αλλαγή με υπόστρωμα COVID-19

Οι παραπάνω περιγραφές σίγουρα ξυπνούν οικεία βιώματα από το μέτωπο της κλιματικής και της υγειονομικής κρίσης που πλήττουν τον πλανήτη. Σε πρώτο επίπεδο, η μεταφορική χρήση του κομήτη ως αλληγορία για την κλιματική αλλαγή μπορεί να φαντάζει κάπως υπερβολική ως προς μερικά από τα βασικά ζητήματα που θέλει να θίξει η ταινία. Aς μη γελιόμαστε: Η πολιτική εξουσία και ο απλός κόσμος θα ανταποκρίνονταν διαφορετικά εφόσον βρίσκονταν αντιμέτωποι με μια ορατή απειλή άμεσου αφανισμού, όπως είναι η περίπτωση του κομήτη της ταινίας, από ό,τι όταν ο κίνδυνος είναι κυριολεκτικά αόρατος και οι επιπτώσεις προοδευτικές (άρα επίσης μη ορατές βραχυπρόθεσμα), δίνοντας έδαφος στην αναβλητικότητα όσον αφορά τις οικονομικά κοστοβόρες στρατηγικές μετριασμού του προβλήματος και συντηρώντας την ψευδαίσθηση ότι «ποτέ δεν είναι αργά». Προς υπεράσπιση όμως του Μακ Κέι και γενικότερα της σάτιρας -η οποία βασίζεται στην υπερβολή για να ψέξει καταστάσεις-, το διογκωμένο παράδειγμα χρησιμοποιείται με σκοπό να υπογραμμίσει την προαναφερθείσα αλήθεια: «Όλοι μας είμαστε τόσο απορροφημένοι στο να παίζουμε καλά τον ρόλο μας ως μαριονέτες στο ”θέατρο σκιών του καπιταλισμού, που αγνοούμε ή εθελοτυφλούμε μπροστά σε κάθε λογής κίνδυνο μέχρι αυτός να φτάσει στο κατώφλι του σπιτιού μας» μοιάζει να λέει ο σκηνοθέτης.

Αναπόφευκτη είναι η σύνδεση των γεγονότων της ταινίας -και- με την αντίδραση της ανθρωπότητας απέναντι σε έναν ακόμη «αόρατο εχθρό», ο οποίος δεν είναι άλλος από τον ιό SARS-CoV-2. Εδώ, οι συνδέσεις που μπορούν να γίνουν σε πρώτο χρόνο έχουν να κάνουν αφενός με το δίπολο «ανόητοι αρνητές – σώφρονες αφυπνισμένοι» και αφετέρου με την τραγική επικοινωνιακή διαχείριση της πανδημίας από τον Τραμπ κατά τους πρώτους μήνες του 2020, με τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ να προβαίνει εκείνο το διάστημα σε απανωτές δηλώσεις που μαρτυρούσαν παντελή ασχετοσύνη και λανθασμένη εκτίμηση του κινδύνου (ακόμα και τα καλύτερα σκετσάκια του SNL ωχριούσαν μπροστά σε κάθε κωμικοτραγική δημόσια τοποθέτησή του εκείνη την περίοδο). Ως προς το πρώτο σκέλος, τυχόν ηθελημένοι παραλληλισμοί είναι προβληματικά υπεραπλουστευμένοι. Παραδείγματος χάρη, στο ξεκίνημα της πρώτης φάσης εμβολιασμού του παγκόσμιου πληθυσμού, η επιφυλακτικότητα μιας μεγάλης μερίδας της κοινής γνώμης απέναντι σε καινοφανείς και πολλές φορές αλληλοσυγκρουόμενες επιστημονικές ενδείξεις για τα νέα εμβόλια δεν ισοδυναμούσε με άρνηση της επιστήμης ή της πανδημίας. Ούτε φυσικά η ευρεία γκάμα αποχρώσεων στην παλέτα της κριτικής ενάντια σε αυστηρότατα, πλην όμως αναποτελεσματικά κυβερνητικά μέτρα που εξουθένωσαν τους πολίτες, ή τιμωρητικές διατάξεις που έδρασαν και δρουν επιλεκτικά στοχοποιώντας ομάδες συμπολιτών μας (λες και για εμάς τους εμβολιασμένους ο κορωνοϊός έχει τελειώσει) μπορεί να κατηγοριοποιηθεί στο «άσπρο» και το «μαύρο» τέτοιων διπόλων. Αλλά η σάτιρα του Μακ Κέι δεν εστιάζει σε γκρίζες ζώνες ή τέτοιου είδους λεπτομέρειες, πιθανότατα επειδή εκ των πραγμάτων δεν στοχεύει να μιλήσει επισταμένως για αυτό το πολύπλοκο θέμα.

Ως προς το δεύτερο σκέλος της κουβέντας για την COVID-19, οι παραλληλισμοί που συσχετίζουν όσα παρουσιάζονται στην ταινία με την πραγματική διαχείριση της υγειονομικής κρίσης από τις κυβερνήσεις σε συντονισμό με τα ΜΜΕ δεν μπορούν να θεωρούνται απόλυτα εύστοχοι, αφού η εικόνα που σκιαγραφεί η ταινία δεν αποτυπώνει με ακρίβεια την πραγματικότητα που ζούμε. Ας θυμηθούμε ότι κατά την τελευταία διετία, κάθε φορά που ανατρέχουμε σε κάποιο τηλεοπτικό ειδησεογραφικό πρόγραμμα πέφτουμε κατά 90% σε θεματολογία για τον νέο κορωνοϊό, διανθισμένη με προειδοποιήσεις ή -στη χειρότερη περίπτωση- πανικόβλητη καταστροφολογία που είναι βούτυρο στο ψωμί των δημοσιογράφων, αλλά και απανωτά διαγγέλματα νέων μέτρων και αυστηρών συστάσεων που έχουν καθιερωθεί στις κυβερνητικές ατζέντες. Ας επισημανθεί ότι ακόμα και στην Αμερική του 2020, παρά τις αρχικές παραφωνίες -και απώλειες-, τελικά πρυτάνευσε η επιστημονική λογική με ναυαρχίδα τον επικεφαλής λοιμωξιολόγο των ΗΠΑ, δρ Άντονι Φάουτσι, και όχι ο τραμπικός παραλογισμός που ούτως ή άλλως είχε κατακεραυνωθεί από τα πλείστα των μέσων ενημέρωσης (κατά κανόνα στρατευμένα εναντίον του Τραμπ). Αντιθέτως, στην περίπτωση της κλιματικής αλλαγής μπορούμε να πούμε ότι το θέμα περνούσε κυριολεκτικά στα ψιλά εδώ και χρόνια, σαν να μην υπήρχε ουσιαστικός κίνδυνος. Ιδιαίτερα κατά τη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, οι ΗΠΑ είχαν αποχωρήσει από τη Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα με πρωτοβουλία του ίδιου του προέδρου. Το προφανές σκεπτικό; Οι στόχοι βιωσιμότητας που εμπεριείχε η συμφωνία είχαν «μεγάλο οικονομικό κόστος» για τη χώρα, με απώτερο σκοπό του τέως προέδρου την αναβίωση της βιομηχανίας άνθρακα (αρκετοί έχετε κάνει ήδη τη σύνδεση με τον κομήτη του «Don’t Look Up» που θα… άνοιγε νέες θέσεις εργασίας και θα έδινε πόρους στη χώρα). Σήμερα, πολλοί χρησιμοποιούν το επιχείρημα της πανδημίας για να τονίσουν την αναγκαιότητα αντίστοιχης κινητοποίησης στο θέμα της κλιματικής αλλαγής, πράγμα που μοιάζει να ξεκινά δειλά δειλά τώρα, με κάποια πρώιμα βήματα να πραγματοποιούνται από τους ισχυρούς του κόσμου στη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή (COP26) που πραγματοποιήθηκε στη Γλασκώβη τον περασμένο Νοέμβριο (αν και είναι πολύ νωρίς για συμπεράσματα).

Συνεπώς, στα δικά μας μάτια τουλάχιστον, μπορεί το παράδειγμα του κομήτη που χρησιμοποιεί το «Don’t Look Up» να προσομοιάζει εκ πρώτης όψεως περισσότερο με μια πιο άμεση απειλή τύπου COVID-19 (σ.σ. μια πανδημία με μετρήσιμα στοιχεία κρουσμάτων και απωλειών) ωστόσο τα βέλη της σάτιράς της είναι πιο εύστοχα όταν σημαδεύουν στο πεδίο της διαχείρισης της κλιματικής αλλαγής. Διότι στην περίπτωση του κορωνοϊού, ο πλανήτης ανταποκρίθηκε. Σίγουρα όχι πάντα με τον ιδανικό τρόπο (όπως γράψαμε και παραπάνω, για αυτό θα μας επιτρέψετε να έχουμε σοβαρότατες επιφυλάξεις), ίσως συχνά με άνισες και ανορθολογικές μεθόδους που έφεραν αντίθετα αποτελέσματα και ανά περιόδους ισοδυναμούσαν με αγνόηση του προβλήματος (βλ. ελληνικό παράδειγμα -όπου στις μέρες μας η σάτιρα του Μακ Κέι ηχεί πιο οικεία από ό,τι σε άλλες χώρες), αλλά ανταποκρίθηκε. Αντιθέτως, στην περίπτωση της κλιματικής αλλαγής, οι κυβερνήσεις, τα ΜΜΕ και μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας ουσιαστικά αγνόησαν τον ελέφαντα στο δωμάτιο.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Σαν στοχευμένη σάτιρα μαζικής καταστροφής που χτυπά πάνω στο θέμα της αναιμικής ανταπόκρισης στην κλιματική αλλαγή, την παράνοια των social media, τη συνωμοσιολογία που ενθάρρυνε ο τραμπισμός και την εναπόθεση των ελπίδων της ανθρωπότητας σε μεγαλοεπιχειρηματίες που προφασίζονται εταιρική κοινωνική ευθύνη αλλά στην πραγματικότητα αδιαφορούν για τον άνθρωπο και θυσιάζουν κάθε πτυχή της ιδιωτικότητάς του για ίδιον όφελος, η ταινία του Μακ Κέι είναι μια πολύ ευπρόσδεκτη καταγγελία του καπιταλιστικού οικοδομήματος που ξεπερνά τις όποιες αστοχίες (ορισμένοι αχρείαστοι χαρακτήρες, ίσως μερικές περιττές σκηνές που θα μπορούσαν να έχουν κοπεί στο μοντάζ και κάποιες νότες μελοδραματισμού προς το φινάλε) και κερδίζει δικαιωματικά τον ντόρο που έχει δημιουργηθεί γύρω από το όνομά της (σ.σ. βρίσκεται με διαφορά στην κορυφή των τάσεων του Netflix). Όμως σαν γενικότερος μπούσουλας για να σατιριστούν οι κάθε λογής παγκόσμιες κρίσεις, στον οποίο εύκολα μπορεί να αναχθεί η ταινία με βάση μεμονωμένα παραδείγματα, η λογική της είναι κάπως απλοϊκή και τα παραδείγματά της περισσότερο χοντροκομμένα από όσο θα θέλαμε. Για αυτό προτείνουμε να τη δείτε για αυτό που πραγματικά είναι: Μια παραβολή για την αδράνεια του πλανήτη απέναντι στην κλιματική αλλαγή, η οποία με τον καίριο κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό της θίγει τις παθογένειες του καπιταλιστικού συστήματος συνοψίζοντας την κοντόφθαλμη νοοτροπία του.

Βαθμολογία

Rating: 3.5 out of 5.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s