Το 2021 σε μια λίστα: Διαλέγουμε την καλύτερη ταινία της χρονιάς από κάθε είδος

Επιμέλεια: Βίβιαν Μελικόκη, Νίκος Γαργαλάκος

Η αλλαγή του χρόνου είναι συνήθως μια βολική συγκυρία για απολογισμούς. Βέβαια, στην περίπτωση του πανδημικού 2021, όπως και του 2020, συνιστά πρωτίστως μια ευκαιρία να εκτιμήσουμε πράγματα που άλλοτε είχαμε δεδομένα στις ζωές μας. Η έλλειψη της αυθεντικής κινηματογραφικής εμπειρίας που εγγυώνται οι αίθουσες ήταν ένα από τα κύρια απωθημένα που μας άφησε το παρατεταμένο δεύτερο λοκντάουν λόγω COVID-19, το οποίο έληξε στην Ελλάδα τον περασμένο Μάιο. Από το καλοκαίρι και έπειτα, έχοντας επιστρέψει –με πολλούς αστερίσκους– σε μια υποτυπώδη κανονικότητα, ανυπομονούσαμε να παρακολουθήσουμε όλες τις πολλά υποσχόμενες ταινίες που είχαν μείνει στον «πάγο» από το 2020 λόγω του ξεσπάσματος της πανδημίας. Όμως η μεταβλητή της υγειονομικής κρίσης συνέχισε να είναι παρούσα σε κάθε εξίσωση που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι παραγωγοί, οι συντελεστές των ταινιών και φυσικά το φιλοθεάμον κοινό.

Φιλόδοξες χολιγουντιανές παραγωγές με καλές κριτικές και λαμπερό καστ (χαρακτηριστικό παράδειγμα το ιστορικό έπος «The Last Duel») κατακρημνίστηκαν, αφανιζόμενες από προσώπου γης ελάχιστες εβδομάδες από την έναρξη της διανομής τους (σ.σ. η ταινία του «βετεράνου» Ρίντλεϊ Σκοτ κόστισε περισσότερα από 100 εκατομμύρια δολάρια και ομολογουμένως ήταν καλή ως εκτέλεση, ωστόσο κατάφερε να βγάλει μόλις 27,4 εκατομμύρια στο παγκόσμιο box-office). Ακόμα και μερικά ισχυρά χαρτιά της ποπ κουλτούρας δεν κατάφεραν να βγουν αλώβητα, με ταινίες όπως η τέταρτη συνέχεια της cyberpunk σειράς ταινιών «Matrix» (σ.σ. «The Matrix Resurrections») και η διασκευή του «West Side Story» διά χειρός Στίβεν Σπίλμπεργκ να είναι μερικές από τις προσπάθειες που πιθανότατα θα σημείωναν επιτυχία οποιαδήποτε άλλη χρονιά, ωστόσο φέτος εξώκειλαν θεαματικά στο παγκόσμιο box office.

Εκ διαμέτρου αντίθετη μοίρα περίμενε ορισμένα άλλα δοκιμασμένα ή επίδοξα κινηματογραφικά franchise: «Spider-Man: No Way Home», «No Time to Die» (James Bond) και «Dune» έτυχαν εξαιρετικής απήχησης, δίνοντας την αίσθηση ότι η νεολαία δεν έχει πρόβλημα να στηρίξει μαζικά έναν μετρημένο αριθμό παραγωγών που πληρούν τα στάνταρ της και την ιντριγκάρουν τόσο ώστε να αψηφήσει εντελώς τις επιδημιολογικές συνθήκες. Αυτή η επιτυχία δεν ήρθε χωρίς παράπλευρες απώλειες (π.χ. «Spiderman» και «Matrix» κονταροχτυπήθηκαν την ίδια περίοδο με ξεκάθαρο νικητή και χαμένο), κάτι που ίσως απαντά μερικώς στα ερωτήματα για τα αίτια της κακής πορείας των ταινιών της προηγούμενης παραγράφου: Συχνά είδαμε τις εταιρείες διανομής να μην συγχρονίζονται τόσο καλά μεταξύ τους, υποχρεώνοντας πλήθος ταινιών υψηλού προφίλ να κάνουν «άνοιγμα» ταυτόχρονα, ενώ άλλες εβδομάδες να μένουν «ορφανές» από ηχηρές πρεμιέρες.

Παρ’ όλα αυτά, η πρωταρχική αιτία για την απροσδόκητη αποτυχία πολλών μεγαλεπήβολων κινηματογραφικών εγχειρημάτων δεν ήταν άλλη από τις συγκυρίες της επιδημιολογικής καμπύλης σε συνδυασμό με τα «υγειονομικά δυσπρόσιτα» target group. Όπως διαπιστώσαμε εκ των πραγμάτων, οι ηλικιακά μεγαλύτερες και άρα πιο ευπαθείς ομάδες, συχνά στέκονταν επιφυλακτικές απέναντι στις κλειστές αίθουσες. Ενδεικτικό εγχώριο παράδειγμα αποτελεί η ταινία «Σμύρνη μου Αγαπημένη», η οποία αποτέλεσε την ακριβότερη παραγωγή από καταβολής ελληνικού κινηματογράφου. Απευθυνόμενη σε υψηλό μέσο όρο ηλικιών και έχοντας την ατυχία να συμπέσει με το τσουνάμι κρουσμάτων της μετάλλαξης Όμικρον που χτύπησε τη χώρα μας τις τελευταίες εβδομάδες, η υπερφιλόδοξη προσπάθεια έχει οδηγηθεί μέχρι στιγμής σε χαμηλή πτήση στο box-office παρότι αγαπήθηκε από το κοινό και ξεπέρασε τις δικές μας προσδοκίες ως προς την ποιότητα. Στον αντίποδα, καλύτερο τάιμινγκ είχε «Ο Άνθρωπος του Θεού», μια ταινία που στόχευε σε παρόμοιο κοινό, πήρε πολύ χαμηλότερες κριτικές, αλλά κυκλοφόρησε στο τέλος του καλοκαιριού (ανοιχτά θερινά σινεμά, ηπιότερα επιδημιολογικά δεδομένα) και έκοψε συνολικά 283.520 εισιτήρια (!), πλασαριζόμενη με άνεση στην τριάδα με τις εμπορικότερες ταινίες της περσινής χρονιάς για την Ελλάδα.

Ένα άλλο στοιχείο που οδήγησε στο λυπηρό θέαμα των άδειων σχεδόν αιθουσών είναι η εξοικείωσή μας με τις ψηφιακές πλατφόρμες ταινιών, οι οποίες μας κράτησαν συντροφιά τις ατέλειωτες μέρες της καραντίνας και των σκληρών μέτρων και έγιναν συνήθεια έκτοτε. Βλέποντας τουλάχιστον τρεις κορυφαίες παραγωγές υπό τη σκέπη του Netflix («Don’t Look Up», «The Power of the Dog», «The Hand of God»), πολλοί ήταν εκείνοι που προτίμησαν να περιμένουν έως ότου αυτές έγιναν διαθέσιμες για streaming στη μικρή οθόνη και από το να τις παρακολουθούσαν συνωστισμένοι σε μια κλειστή αίθουσα.

Τι θέλουμε να πούμε με όλα αυτά; Ότι το 2021 αδίκησε πάρα πολλές ταινίες, ίσως πολύ περισσότερες από ό,τι συνέβη σε άλλες χρονιές! Εάν λοιπόν εκ των πραγμάτων θάφτηκαν λόγω του κακού τάιμινγκ αρκετές πολυδιαφημισμένες (υπερ)παραγωγές με προφανή εμπορικά θέλγητρα, φανταστείτε τι σφαγή υπέστη το ανεξάρτητο -χωρίς πλάτες- σινεμά. Είναι φανερό λοιπόν ότι οι συγκυρίες της πανδημίας έχουν υποσκάψει τις προσπάθειες πολλών δημιουργών, που, αντί για τα γούστα του μέσου όρου, τόλμησαν να απευθυνθούν σε ένα πιο ώριμο και απαιτητικό κοινό διαμέσου όχι τόσο προσιτών θεμάτων.

Αυτή η τελευταία διαπίστωση αποτέλεσε για στους συντάκτες του Film Planet το έναυσμα για την κατάρτιση ενός συγκεντρωτικού καταλόγου με τις αγαπημένες μας ταινίες από το 2021, δικαιώνοντας όσες ταινίες επισκιάσθηκαν από τις φετινές συγκυρίες. Ικανοποιώντας όλα τα γούστα, ξεχωρίσαμε μία ταινία από κάθε κινηματογραφικό είδος, παρουσιάζοντάς σας μια πολυσυλλεκτική λίστα με ευρεία γκάμα προτάσεων.

Παραμερίζοντας λοιπόν τάσεις και απρόοπτα, ποιες ήταν οι αγαπημένες μας ταινίες της χρονιάς σε κάθε είδος;

1. Δράμα

«Παράλληλες Μητέρες» («Madres Paralelas») του Πέδρο Αλμοδόβαρ

Με τις οικογένειες που χώρισε ο αιματηρός Ισπανικός Εμφύλιος να πλανιούνται στο φόντο της ιστορίας του ―υπενθυμίζοντας την Ιστορία από την οποία πρέπει να διδασκόμαστε γενικότερα―, ο 72χρονος Πέδρο Αλμοδόβαρ μάς βάζει στο παράλληλο μονοπάτι δύο σύγχρονων ηρωίδων (μία εξ αυτών η Πενέλοπε Κρουζ στην πιο ώριμη ερμηνεία της) που βιώνουν ταυτοχρόνως τη μητρότητα, εκτός γάμου.

Οι «Παράλληλες Μητέρες» («Madres Paralelas», αγγλ. «Parallel Mothers») είναι μια υπέροχη ταινία που διαχειρίζεται ολιστικά το θέμα της ταυτότητας, ρίχνοντας ματιές πίσω ―στις ρίζες, τα τραύματα, την ιστορική μνήμη και την αναγκαιότητα η αλήθεια να μην μπαίνει στα συρτάρια της λήθης―, αλλά και μπροστά ―στο σθένος των καθημερινών γυναικών που γράφουν τη δική τους ιστορία και αφήνουν μια σημαντική παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές. Γιατί ο δρόμος προς τη συνειδητοποίηση και την αποδοχή του ποιοι είμαστε, δεν επιτρέπει να αποστρέφουμε το βλέμμα από πουθενά.

2. Κωμωδία/Σάτιρα

«Μπενεντέτα» («Benedetta») του Πολ Βερχόφεν

Η Μπενεντέτα Καρλίνι, μια μοναχή στο μοναστήρι της Πέσκια στην Τοσκάνη, παίρνει υπό την προστασία της μια νεαρή γυναίκα κι οι δυο τους ξεκινούν μια παθιασμένη ερωτική σχέση.

Εμπνευσμένος από πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στην καθολική Ιταλία του 17ου αιώνα, ο Βερχόφεν περιεργάζεται το θέμα της θρησκευτικής εξουσίας και αναλύει την εκφυλιστική της επίδραση. Πιο βλάσφημος και προκλητικός από ποτέ απέναντι στο οργανωμένο δόγμα, φωτίζει πάνω σε σκοτεινούς και αμφίσημους χαρακτήρες (οι ιδιότητες του θύτη και και θύματος εναλλάσσονται πάνω τους αμφιταλαντεύοντας τον θεατή) την απληστία, το εμπόριο ελπίδας, το παιχνίδι επιβολής και χειραγώγησης που καθιστά τη θρησκευτική πίστη όχημα για την επίτευξη ταπεινών κινήτρων. Τα ερωτικά πάθη ηδονίζουν, όπως και το ανελέητο κυνήγι της ισχύος, αιχμαλωτίζοντας την πρωταγωνίστρια σε εναν κόσμο οραμάτων και ψευδαισθήσεων έως το σημείο της αυθυποβολής της -με κάθε κόστος και μέσο- σε έναν μεσσιανικό ρόλο «εκλεκτής».

Δεν θα μπορούσαμε να περιμένουμε τίποτα λιγότερο από τον μεγάλο Ολλανδό δημιουργό, ο οποίος θα πρέπει να λογίζεται ως ο άρχων του τρολαρίσματος στα ανώτερα κλιμάκια της κινηματογραφίας.

3. Επιστημονική φαντασία

• «Dune» του Ντενί Βιλνέβ

Το «Dune», σχεδόν μισό αιώνα από την έκδοση του βιβλίου του Φρανκ Χέρμπερτ (1965) και ύστερα από δύο -συζητήσιμα «αποτυχημένες»- προσπάθειες (σ.σ. του Χιλιανού σκηνοθέτη Αλεχάντρο Χοδορόφσκι και του Αμερικανού Ντέιβιντ Λιντς) να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη, κατάφερε να βρει τον φυσικό του χώρο δια χειρός Ντενί Βιλνέβ, ανάγοντάς το σε μια από τις πιο ολοκληρωμένες κινηματογραφικές εμπειρίες των τελευταίων ετών.

Ωστόσο, πριν ξεκινήσουμε να πούμε περισσότερες λεπτομέρειες, πρέπει να σημειώσουμε κάτι. Θα ήταν άδικο να θεαθεί μόνο υπό το πρίσμα μιας ακόμη sci-fi περιπέτειας. Ειδικά, όσοι ανέμεναν μια γρήγορη συρραφή σκηνών δράσης και πολεμικών επιδείξεων, το μόνο σίγουρο είναι ότι –ειδικά την πρώτη ώρα– θα απογοητευτούν. Ο Βιλνέβ δεν τσιγκουνεύεται, παίρνει τον χρόνο του και δίνει στο επικών διαστάσεων αφήγημα τις απαραίτητες ανάσες για να μας συστηθεί και να μας εισάγει «όπως πρέπει» στο σύμπαν του. Συνεπώς, δεν θα ήταν και άστοχο αν το χαρακτηρίζαμε και ως ένα είδους teaser για τη συνέχεια που πλέον μετά και το «πράσινο φως» του box office έχει ήδη δρομολογηθεί.

Πολύ συνοπτικά, πρόκειται για την εξύφανση της ιστορίας του Πολ Ατρείδη (Τιμοτέ Σαλαμέ), ενός νεαρού κληρονόμου οίκου ευγενών, ο οποίος υπό την αιγίδα των Μεγάλων Δυνάμεων αναλαμβάνει τα ηνία του προσοδοφόρου πλανήτη Αρράκις. Ένας τόπος ευλογημένος, μα και καταραμένος, που λόγω των πλούσιων κοιτασμάτων του «μπαχαρικού των μπαχαρικών» λειτουργεί ως Μήλον της έριδος για όλους τους «μνηστήρες» του, ενώ κρύβει μυστικά και παγίδες, γνώστες των οποίων είναι μόνο οι γηγενείς Φέρμεν, καταδικασμένοι να μένουν εν κρυπτώ, προκειμένου να μην αφανιστούν.

Βγαίνοντας κανείς από την αίθουσα, δεν μπορεί παρά να είναι εκστασιασμένος σαν να έχει πάρει ικανή δόση παραισθησιογόνου. Συστατικά αυτού του σαγηνευτικού κακτέιλ δεν είναι άλλα από τη φωτογραφία του Γρείγκ Φρέιζερ («Zero Dark Thirty», «Rogue One»), αλλά και της μουσικής δια χειρός του δεξιοτέχνη και έμπειρου στην εποποιία, Hans Zimmer. Τίποτα, όμως, δεν θα έφτανε στο ύψος αυτού του εξαιρετικού αποτελέσματος χωρίς το ηχητικό μοντάζ και μιξάζ, τα οποία μετά βεβαιότητας έχουν κερδίσει υποψηφιότητες στα Όσκαρ.

Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως ο ήχος σε αυτή την ταινία κρατά ρόλο συμπρωταγωνιστή, εντείνοντας το δράμα, και ξεκαθαρίζοντας πως δεν μπορεί κανείς να απολαύσει στο έπακρο και ολοκληρωμένα αυτό το έπος μακριά από μια αίθουσα κινηματογράφου.

Ο χρόνος μόνο μένει για να επιβεβαιώσει ότι αυτή η ταινία θα αναχθεί στη σφαίρα των κλασικών επών με το δικό τους σύμπαν και τη δική τους «κινηματογραφική γλώσσα», εκεί που ανήκει ο «Αρχοντας των Δαχτυλιδιών» του Πίτερ Τζάκσον και το «Star Wars» του Τζορτζ Λούκας, ο μύθος του οποίου ήταν εμπνευσμένος από το «Dune».

4. Θρίλερ/Τρόμου

• «Titane» της Τζουλί Ντυκουρνό

Ύστερα από το μεγάλης σκληρότητας –όπως προδίδει και ο τίτλος του– «Raw» («Ωμότητες», 2014), η Γαλλίδα σκηνοθέτις Τζουλί Ντυκουρνό επιστρέφει για να διχάσει ακόμα μια φορά κοινό και κριτικούς. Έχοντας αποσπάσει τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, δεν θα μπορούσε να λείπει από τη λίστα μας.

Βρίθοντας αλληγοριών και την αμφισημιών, αυτό το σύγχρονο body horror εγείρει πυκνά φιλοσοφικά και υπαρξιακά νοήματα με όχημα την ακραία σωματική μετάβαση, βάζοντας στοίχημα με την αφηγηματική ισορροπία.

Αν η σκηνή της πρωταγωνίστριας που κάνει σεξ με το αυτοκίνητο πιστεύετε ότι αγγίζει τα όρια του σουρεαλισμού, οι επόμενες εικόνες που θα περάσουν μπροστά από τα μάτια σας θα επιβεβαιώσουν πως τα όρια αυτής της διάθεσης στο συγκεκριμένο φιλμ εκτείνονται πολύ μακρύτερα του αναμενομένου.

Πιστοί υπηρέτες του οράματος της Ντυκουρνό είναι οι πρωταγωνιστές, Αγκάτ Ρουσέλ και Βενσάν Λιντόν, που με τις αφοσιωμένες ερμηνείες τους μας παραδίδουν ένα παράδειγμα του πόσο μακριά μπορούν να φτάσουν οι ηθοποιοί αν πραγματικά πεισθούν για το δίκαιο του πονήματος.

Πέραν των ηχηρών προκλήσεων που καλούνται να αντιμετωπίσουν δημιουργοί και θεατές, τελικά ένα είναι το κεντρικό ερώτημα που εγείρεται: Πού μπορεί να φτάσει κανείς για να αγαπήσει και να αγαπηθεί;

5. Δράση

«No Time to Die» του Κάρι Φουκουνάγκα

Όση έλλειψη πρωτοτυπίας διακατέχει την υπόθεση του έργου εκ πρώτης όψεως, άλλο τόσο αυτή η ταινία δεν μοιάζει με καμία από τις προηγούμενες του 007. Σε αρκετές περιστάσεις, εκτοπίζει σε πιο περιφερειακό ρόλο το στοιχείο της κατασκοπικής περιπέτειας για να «δώσει» την κεντρική σκηνή σε μια ιστορία εξερεύνησης τραυμάτων του παρελθόντος.

Ξεχωριστής αναφοράς χρήζουν οι άκρως χορταστικές από άποψη σασπένς εναρκτήριες σεκάνς που μεσολαβούν πριν πέσουν οι «σήμα κατατεθέν» τίτλοι αρχής υπό τη μουσική υπόκρουση της Billie Eilish. Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται; Αν μιλάμε για το ποιοτικό αποτέλεσμα, ναι. Διότι μπορεί να μην διαφαίνεται ξεκάθαρα από την αρχή, αλλά το «No Time to Die» είναι πάνω από όλα ένας ανεξίτηλος φόρος τιμής και ταυτόχρονα ένα ταιριαστό ύστατο χαίρε στον Ντάνιελ Κρεγκ.

6. Γουέστερν

• «Η Εξουσία του Σκύλου» («The Power of the Dog») της Τζέιν Κάμπιον

Σχεδόν από τα πρώτα λεπτά θέασης, έπιασα τον εαυτό μου να ανακράζει κάθε λίγο “τι πλανάρα είναι αυτή;”. Η εικονοπλάστης Τζέιν Κάμπιον επέλεξε τα βουνά της Μοντάνα ως καμβά για να ξεδιπλώσει την ιστορία ενός αντι-γούεστερν δράματος, ένας ευσύνοπτος τίτλος του οποίου θα μπορούσε να είναι: «Τα φαινόμενα απατούν».

Δράττοντας την ευκαιρία που της δίνει η προσωπικότητα του πρωταγωνιστή Φιλ (Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, σίγουρα υποψήφιος για Όσκαρ), ενός σκληροτράχηλου γελαδάρη – ιδιοκτήτη ράντσου, η ταινία κατορθώνει να αποκωδικοποιήσει ουσιαστικά την ψυχοσύνθεση που κρύβεται πολλές φορές πίσω από έναν ρατσιστή, ομοφοβικό «bully». Στον αντίποδα βρίσκεται ο χαρακτήρας του Πίτερ (Κόντι Σμιτ – ΜακΦι), μια σχεδόν γραφική κοκαλιάρικη φιγούρα, ένα παιδί τρομαγμένο(;), χωμένο στα βιβλία Ιατρικής του, που νομίζεις ότι είναι έτοιμος να τσακιστεί σαν κλαράκι –κυριολεκτικά και μεταφορικά. Είναι ο γιος που έχει αναθρέψει με τις δικές της δυνάμεις η χήρα Ρόουζ (μια ευάλωτη και ψυχικά αποκαμωμένη Κρίστεν Ντανστ), η οποία αναγκάζεται να συμβιώσει στον ίδιο χώρο με τον Φιλ ύστερα από τον γάμο της με τον καλόκαρδο αδελφό του, Τζορτζ (ένας ήπιων τόνων Τζέσι Πλέμονς).

Θα παραμείνουν όμως τέτοιες οι μεταξύ τους δυναμικές;

Η παράδοση εξ ανατολών μας λέει πως το σκληρό, το άκαμπτο (ένα ξερό κούτσουρο, λ.χ.) είναι συνώνυμο του θανάτου, ενώ το μαλακό, το εύκαμπτο (ένα βλασταράκι) είναι έτοιμο να προσαρμοστεί στις εκάστοτε συνθήκες, να ελιχθεί και τελικώς να επιβιώσει.

Προσοχή, ωστόσο! Όπως είπαμε και στην αρχή, τίποτα δεν είναι φανερό και ξεκάθαρο! Όλα υπονοούνται και υπαινίσσονται. Για αυτό, αν θέλετε να αντιληφθείτε «που το πάει» η Κάμπιον, συστήνω να έχετε τεταμένα μάτια και αυτιά, συγκρατώντας και τις παραμικρές λεπτομέρειες, ακόμα και το καδράρισμα ενός πλάνου. Προσωπικά, υπογραμμίζω ως εξαιρετική στιγμή της ταινίας μια σεκάνς ως άλλη “χορογραφία” που κυκλώνει τους ήρωες, υποδηλώνοντας -πια- την αλλαγή των ισορροπιών μεταξύ τους.

7. Μιούζικαλ

«Annette» του Λεός Καράξ

Ως προς το κινηματογραφικό είδος με το οποίο καταπιάνεται ο Λεός Καράξ εδώ, τα κίνητρά του ομοιάζουν με τα κίνητρα της τελευταίας ταινίας του Τζιμ Τζάρμους, «Οι Νεκροί δεν Πεθαίνουν» («The Dead Don’t Die», 2019). Όπως ο Τζάρμους δεν έτρεφε κάποιο ευσεβή πόθο να γυρίσει ένα πραγματικό zombie movie, έτσι και εδώ, ο Καράξ δεν νομίζω –κατά την ταπεινή προσωπική μου άποψη– να βαυκαλίζεται ότι γυρνά κάποιο μιούζικαλ ή μια κινηματογραφική όπερα ακολουθώντας τις κλασσικές κατευθυντήριες. Εξ αυτού του λόγου, χρησιμοποιεί και το εκκεντρικό δίδυμο των Σπαρκς (τα αδέλφια Ράσελ και Ρον Μάελ), που υπογράφουν τόσο το σενάριο όσο και τη μουσική (τους βλέπουμε στην αρχική σεκάνς να κάνουν cameo με όλους τους συντελεστές και τον ίδιο τον Καράξ και την κόρη του, στην οποία είναι αφιερωμένη η ταινία).

Η «καυτή πατάτα» που διαχειρίζεται άψογα ο σκηνοθέτης έγκειται στην πλήρη αναρχία των εκφραστικών μέσων που χρησιμοποιεί. Ένα εξ αυτών είναι το παιχνίδι που κάνει με το «κοινό». Ποιό κοινό; Εμάς ως θεατές της ταινίας (1ο επίπεδο), αλλά και εμάς ως θεατές που παρακολουθούν τις αντιδράσεις των θεατών στο θέαμα που εκτυλίσσεται μπροστά τους (2ο επίπεδο), καθώς και εμάς ως θεατές που γινόμαστε ένα με τους θεατές που παίζουν στην ταινία, μεταφέροντάς μας με δεξιοτεχνικά πλάνα από την καρέκλα του σινεμά στην καρέκλα της θεατρικής πλατείας, μετουσιώνοντάς μας σε μέρος της ταινίας (3ο επίπεδο).

Στο εικαστικό κομμάτι, αξίζει αναφοράς η σκηνή της τρικυμίας –στο μέσον του έργου– και η επακόλουθή της, όπου για να απεικονισθεί η βουτιά του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα στη δίνη του σκότους αντλείται έμπνευση από το βουβό αριστούργημα «Sunrise: A Song of Two Humans» («Η Αυγή», 1927) του Φρίντριχ Βίλχελμ Μούρναου· μια ταινία που προσομοιάζει και θεματικά με το «Annette» αλλά έχει ευτυχέστερη κατάληξη.

Στο τέλος, η ταινία σε αφήνει με μετέωρα ερωτήματα και περιθώριο για πολλαπλές αναγνώσεις μεταξύ των επιπέδων της. Επίσης, αδιαμφισβήτητα αποτελεί μια δικαίωση για τον Λεός Καράξ, ο οποίος κέρδισε το βραβείο Σκηνοθεσίας στο φετινό Φεστιβάλ των Καννών.

8. Περιπέτεια φαντασίας

«Ο Πράσινος Ιππότης» («The Green Knight») του Ντέιβιντ Λόουερι

Το 2021 σε μια λίστα: Διαλέγουμε την καλύτερη ταινία της χρονιάς από κάθε είδος

Ένας από τους πλέον υποσχόμενους ανερχόμενους δημιουργούς του παγκόσμιου σινεμά, ο 40χρονος Ντέιβιντ Λόουερι («A Ghost Story», «The Old Man & the Gun»), διασκευάζει ελεύθερα ένα από τα σημαντικότερα έργα της αγγλικής λογοτεχνίας, το αρθουριανό αφηγηματικό ποίημα «Ο Σερ Γκοουέην κι ο Πράσινος Ιππότης». Η επική περιπέτεια φαντασίας που παραδίδει αποτίει ατμοσφαιρικότατο φόρο τιμής στη λαϊκή παράδοση της Αγγλίας και της Ουαλίας, χωρίς διάθεση να εκμοντερνίσει τους αφηγηματικούς κώδικες του σκοτεινού μύθου για να τους καταστήσει ευκολότερα προσβάσιμους στο σύγχρονο κοινό.

Κάτι που προκαλεί εντύπωση από τα πρώτα λεπτά της ταινίας είναι ο ρόλος του μοντάζ. Ανά διαστήματα είναι πυκνό, προάγοντας μια εντύπωση διαρκούς κίνησης και ταυτόχρονα δίνοντας στον θεατή την αίσθηση του αναπάντεχου, μέσα από απότομα χρονικά άλματα ή μπλέκοντας ετερόκλητες σκηνές μεταξύ τους. Στιγμιαία μπορεί να αποπροσανατολίσει, πάντα όμως εξυπηρετεί έναν σκοπό οπτικής εξιστόρησης. Ξαφνικά, όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, η κοπτοραπτική δεν περιορίζεται απλά σε λιγότερο επεμβατικό ρόλο αλλά διακόπτεται εντελώς, εισάγοντάς μας σε επίμονα μονόπλανα όπου μιλά η ατμοσφαιρικότητα. Οι απροσδόκητες εναλλαγές ρυθμού, οι οποίες καθορίζονται από τη χρήση του μοντάζ, δίνουν εμμέσως έμφαση στον αντίκτυπο τέτοιων στατικών σκηνών.

Ομοίως, ο κινηματογραφικός φακός δεν επαναπαύεται ποτέ, διεκδικώντας κάθε δευτερόλεπτο της προσοχής μας. Τα επιδέξια καδραρίσματα, οι ιδιαίτερες γωνίες λήψης και τα παιχνίδια του φωτισμού προσδίδουν χαρακτήρα στα άψογα μεσαιωνικά σετ (κυριολεκτικά σαν να έχουμε ταξιδέψει στο παρελθόν), επικοινωνώντας με ακρίβεια το συναίσθημα της κάθε σκηνής (βλ. είσοδο Πράσινου Ιππότη). Από τα γενικά πλάνα μέχρι τα γκρο πλαν, η γεωμετρία του Λόουερι γεννά πολύ ενδιαφέροντα θέματα ακόμη και για εξασκημένους σινεφίλ οφθαλμούς.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s