«The Matrix Resurrections»: Ένα πικρό χάπι με επικάλυψη νοσταλγίας

Από τον Παναγιώτη Φιλιππαίο

Δεκαοκτώ χρόνια μετά το τέλος της original τριλογίας, το sequel της επικής δυστοπικής ιστορίας του «Matrix» ήρθε με άπειρες δόσεις αυτοαναφορικότητας να μας σερβίρει ένα χάπι νοσταλγίας… Το χρειαζόμασταν όμως;

PREFACE

(Ακολουθούν spoilers από όλες τις ταινίες και τα media που αφορούν το Matrix universe)

Σχεδόν δύο δεκαετίες μετά το φινάλε της πρώτης τριλογίας, με ένα self-contained story, ένα mini-series (το Animatrix) και μερικά video games να έχουν μεσολαβήσει, η ιστορία του Neo και της Trinity φαινόταν να είχε φτάσει στο τέλος της, αφήνοντας μεν γλυκόπικρη γεύση, αλλά δίνοντας στους θεατές μια ολοκληρωμένη αφήγηση πάνω στο cyberpunk δυστοπικό-ουτοπικό μέρος του ψηφιακού κόσμου.

Ενώ η πρώτη ταινία του franchise αξιολογείται σήμερα ως epic classic, έχοντας σημειώσει μεγάλη επιτυχία όταν κυκλοφόρησε αλλά και αργότερα (π.χ. με την προσθήκη στο National Film Registry το 2012), οι επόμενες δύο ταινίες σε γενικές γραμμές δεν θεωρούνται αντάξιες των προσδοκιών που δημιούργησε η πρώτη. Εν έτει 1999, τα φιλοσοφικά ζητήματα με τα οποία καταπιάστηκε η απαρχή του συγκεκριμένου story δεν ήταν πρωτότυπα σε σύλληψη (ούτε και σε κινηματογραφική εκτέλεση -αν ανατρέξουμε στη «Σκοτεινή Πόλη» του Άλεξ Πρόγιας μία χρονιά νωρίτερα-), ωστόσο οι αδελφές Γουατσόφσκι το απεικόνισαν με επαναστατικό τρόπο. Το άκρως ρισκαδόρικο και φιλόδοξο όραμά τους, ιδιαίτερα στο τεχνικό κομμάτι, καθόρισε την πορεία των ταινιών δράσης έκτοτε. Ως προς τη φιλοσοφία, κάπου εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι το premise του universe του Matrix έχει ως βάση την έννοια της σπηλιάς του Πλάτωνα, τη δυνατότητα αντίληψης της πραγματικότητας, το αν έχουμε πραγματικά ελεύθερη βούληση και αν οι επιλογές μας είναι πραγματικές. Οι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι μέσα στον ψηφιακό κόσμο του Matrix που φτιάχτηκε από τις μηχανές και ελάχιστοι είναι ικανοί -ή θέλουν κιόλας- να ξεφύγουν από την «εκεί» πραγματικότητα.

Τα φιλοσοφικά ζητήματα πάνω στα οποία ακουμπά η πρώτη ταινία δεν τελειώνουν εδώ. Απλώνονται από στοιχεία κλασικής φιλοσοφίας έως τη θρησκεία και το transhumanism. Αν και η ιστορία συνεχίζει με βάση αυτά στο δεύτερο και τρίτο installment, κάπου «χάνεται» μέσα στην απόδοση της αφήγησης της σωτηρίας της ανθρωπότητας από τον Neo. Και τελειώνει εκεί, με τη σωτηρία των -ελάχιστων- ανθρώπων που έχουν ξεφύγει από το Matrix, με δική του αυτοθυσία (μεσσιανικό trope).

Κάπως έτσι, μετά την «ενηλικίωση» του χρόνου αναμονής μας (18 χρόνια είναι αυτά!), φτάνουμε στην… 4η ταινία. Ας πούμε όμως δύο πράγματα για την υπόθεση.

ΥΠΟΘΕΣΗ

O Thomas Anderson (Κιάνου Ριβς) είναι ένας επιτυχημένος game developer, που έχει δημιουργήσει την τριλογία Matrix σε μορφή video game. Η ιστορία τους βασίζεται στις αχνές μνήμες του ως Neo. Παράλληλα, συναντάει την Trinity (Κάρι Αν Μος), επονομαζόμενη ως Tiffany, στην πραγματική του ζωή. Παρά τις προσπάθειές του σε βάθος χρόνων, οι μνήμες του του έχουν προκαλέσει σοβαρό ψυχικό τραύμα και το αντιμετωπίζει με τη βοήθεια του ψυχοθεραπευτή του (Νιλ Πάτρικ Χάρις) που του δίνει μπλε χάπια για να του μειώσει τις «κρίσεις» που τον πιάνουν. Όμως, η δημιουργία ενός ψηφιακού «sandbox» (ας το μεταφράσουμε ως «ψηφιακά εγκολπωμένο περιβάλλον») μέσα στο παιχνίδι του Matrix εμφανίζει ξαφνικά χαρακτήρες οι οποίοι τον εγκαλούν να έρθει στην πραγματικότητα, προσπαθώντας να τον αφαιρέσουν, για άλλη μια φορά, από το Matrix των μηχανών. Ακολουθεί μία καταιγιστική ιστορία αποστολών αυτοκτονίας για τη σωτηρία του Neo και της Trinity από τη νέα έκδοση του Matrix.

ΚΡΙΤΙΚΗ

Αυτοαναφορικότητα

Η νέα ταινία βασίζει την ίδια της την ύπαρξη στην αυτοαναφορικότητα (meta references). Όπως αναφέραμε νωρίτερα, η original τριλογία, μαζί με τα τότε official media που εκδόθηκαν, είχε μία συγκεκριμένη ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, μια ιστορία αποστολής σωτηρίας του ανθρώπινου είδους. Το δε miniseries «Animatrix» (2003), μας αφηγήθηκε με έναν τελείως διαφορετικό τόνο το τι συνέβη πριν φτάσουμε στην πρώτη ταινία «Matrix», και, δη, το έκτο update του «ιδιου» του Matrix universe σύμφωνα με το lore.

Στο πρώτο 1/3 της ταινίας έχουμε μία αξιοσημείωτη προσπάθεια από τη δημιουργό Λάνα Γουατσόφσκι (σ.σ. επιστρέφει σε τριπλό ρόλο σκηνοθέτιδος/σεναριογράφου/παραγωγού, χωρίς όμως την αδελφή της Λίλι) να εξηγήσει, μέσω αυτοαναφορικότητας, γιατί… έχουμε την 4η ταινία. Ο Thomas Anderson συζητάει με τον συνεταίρο του την είδηση ότι οι ανώτεροι στην εταιρεία τους θέλουν να υλοποιηθεί η συνέχεια των… τριών παιχνιδιών Matrix, είτε με το ίδιο team, είτε με άλλο. Στην ουσία μάς λέει ευθαρσώς στο πλαίσιό της ότι το «Matrix Resurrections» είναι αποτέλεσμα πίεσης από την εταιρεία παραγωγής Warner Bros. Σε συνδυασμό με το όλο premise των ταινιών περί του αν έχει κάποιος πραγματική δυνατότητα να έχει επιλογές, αυτό το παρασκήνιο δίνει έναν αρκετά ειρωνικό χαρακτήρα στην υπόθεση.

Πλην αυτού, η ομάδα που επιθυμεί να κάνει extract τον Neo από το νέο Matrix (με αρχηγό την Bugs [Τζέσικα Χένγουικ]), για να καταφέρει να τον κάνει να θυμηθεί, του εμφανίζει με κάθε πιθανό τρόπο κομμάτια των μνημών του… μέσα από το ίδιο του παιχνίδι (τα οποία στην ουσία είναι το ίδιο του παρελθόν) ώστε να θυμηθεί γιατί είναι ο ίδιος ο Neo, ο σωτήρας της ανθρωπότητας.

Ζητήματα ύπαρξης χαρακτήρων

Παράλληλα, έχουμε την είσοδο νέων εκδοχών για δύο χαρακτήρες από τα παλιά Matrix, του Morpheus (Γιαχία Αμπντούλ-Ματίν ΙΙ) και του Agent Smith (Τζόναθαν Γκροφ). Σύμφωνα με την ίδια την ιστορία, αμφότεροι οι original χαρακτήρες δεν υφίστανται πλέον (ο Morpheus είναι νεκρός λόγω ηλικίας, γνωστό από το game «Matrix Awakens», ο Agent Smith «νικήθηκε» από τον Neo και κανονικά έπρεπε να χαθεί ψηφιακά για πάντα… ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε). Το πρόβλημα εδώ είναι η ίδια τους η ύπαρξη αυτών καθαυτών. Κυρίως γιατί λειτουργούν προσχηματικά, ως μηχανισμοί προώθησης της πλοκής, παρά σαν αυθύπαρκτοι, ολοκληρωμένοι χαρακτήρες, με λόγο ύπαρξης. Ο Morpheus είναι κάτι σαν agent (αλλά… δεν είναι) που αποφάσισε να συμμαχήσει με τους ανθρώπους και, μάλιστα, με την προσωπικότητα του παλιού Morpheus. Ενώ δεν είναι ο ίδιος. Ο Morpheus… ΙΙ λοιπόν, έχει ζητήματα ταυτότητας ως χαρακτήρας του νέου Matrix, αφού δεν υπάρχει συνάφεια μεταξύ της παρουσίασής του και των πράξεών του.

Από την άλλη, έχουμε τον Agent Smith, με νέο ηθοποιό να τον ενσαρκώνει (διότι όπως ξέρουμε, κανονικά, «χάθηκε» ο original) και η ταινία ποτέ δεν εξηγεί, έστω με κάποιο abstract τρόπο, τι είναι η ύπαρξη αυτή ως ψηφιακό entity. Κι ενώ στις πρώτες ταινίες ήταν ο ορισμός του arch nemesis, εδώ αποτελεί ξεκάθαρα plot device για να προχωρήσει η ιστορία.

Ζητήματα αφηγηματικότητας

Και εδώ περνάμε στο βασικό πρόβλημα της νέας ταινίας. Μια αφήγηση δεν είναι απαραίτητο ούτε να έχει συγκεκριμένους αφηγηματικούς τρόπους απόδοσης του μηνύματος, ούτε να έχει αρχή-μέση-τέλος. Σε γενικές γραμμές, χρειάζονται να είναι στιβαρά και ολοκληρωμένα τα εξής όσον αφορά την αφήγηση σε θεατρικά ή ψηφιακά μέσα: πλοκή, χαρακτήρες, θεματική, διάλογος, μουσική, χώροι (ντεκόρ). Αν η ιστορία από μόνη της, ως concept, αφαιρεί εξ αρχής κάποιο από τα επάνω, τότε με συγκεκριμένη ταυτότητα προχωράει. Αν έχεις πολλά μη ολοκληρωμένα στοιχεία, τότε είναι αδύναμη και δεν μπορεί να αποτυπώσει σωστά αυτό που έχει να μας «πει». Πρέπει να μπορείς να απαντήσεις «ποιος;» «πού;» «πότε;» και «γιατί;», ακόμα και αν το νόημα είναι αφηρημένο-abstract.

Και ερχόμαστε στο «Matrix Ressurections» (2021). Εν αντιθέσει με το πολύ συγκεκριμένο narrative των πρώτων τριών ταινιών, το «Matrix Ressurections» έχει σοβαρό πρόβλημα ταυτότητας εξ αρχής. Δικαιολογείται η ύπαρξή του καθαρά μέσω του meta referential στιλ που ακολουθείται σχεδόν σε όλη την ταινία, χωρίς να έχουμε ποτέ ξεκάθαρα πραγματικό νόημα στην ύπαρξη της ίδιας της ιστορίας. Εν προκειμένω, στις πρώτες τρεις ταινίες είχαμε έναν κόσμο ανθρώπων εκτός του Matrix, που έπρεπε να σωθεί από τις μηχανές και ταυτόχρονα να γίνει κάποια συμφωνία με αυτές για τους ανθρώπους μέσα στο Matrix. Εν τέλει, μας απαντάται αυτό στη νέα ταινία, αλλά μέσα από μια εγκιβωτισμένη αφήγηση περί πολέμου μεταξύ των ίδιων των μηχανών, για το μέλλον το δικό τους και των ανθρώπων. Αντ’ αυτού, και ενώ αποτελεί σοβαρότερο theme που μπορεί να ακολουθηθεί – έχουμε συμμάχους, πλέον, μηχανές και προγράμματα-, η ιστορία όλης της ταινίας μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: Μία ομάδα ανθρώπων σώζει τον Neo από το νέο Matrix, ο οποίος θέλει -και καταφέρνει- να σώσει την Trinity.

Και τελειώνει εκεί. Το πρόβλημα της αφήγησης εδώ έγκειται στον απόλυτα βασικό πυρήνα των ερωτημάτων που τίθενται επάνω στο πλαίσιο της αφήγησης: «Γιατί;».

Αυτό δεν εξηγείται ποτέ, ενώ γίνεται (πάλι μέσω meta reference) αναφορά στο γιατί να σωθούν οι χαρακτήρες αυτοί και δεν μας δίνεται ποτέ ξεκάθαρη απάντηση. Και δεν αποτελεί καν τμήμα του concept το να μείνει στον «αέρα» γιατί σώθηκαν οι δύο χαρακτήρες, ώστε να έχει λόγο ύπαρξης μια πιθανή κινηματογραφική συνέχεια (ή… συνέχειες). Πλην του «ηθικού» ζητήματος του να σωθούν από το Matrix, δεν έχουμε στιβαρό λόγο για να έχουμε ολόκληρη ταινία γι’ αυτό.

Τέλος, η ταινία αντιμετωπίζει θέματα δυναμικής (momentum) καθ’ όλη τη διάρκειά της. Στις πιο έντονες σκηνές δράσης, αλλά και σε σημεία που γίνεται (αναγκαστικά όπως φαίνεται) επεξήγηση της ιστορίας, έχουμε «ξαφνικά» κοψίματα από τον Analyst, κάτι το οποίο προκαλεί ανομοιογένεια στη ροή της.

Από τον Smith… στον Analyst

Και ενώ έχουμε ως απόλυτο arch enemy/antagonist τον Smith, περνάμε πλέον στον Analyst (τον ψυχολόγο του Anderson, ο οποίος αποδεικνύεται ότι τον ελέγχει για να παραμένει μέσα στο νέο Matrix, ως πηγή υψηλής ενέργειας). Εδώ η παρουσίασή του γίνεται με απόλυτη αδυναμία χειρισμού της εξήγησης των μη συνεκτικών στοιχείων της αφήγησης, τόσο όσον αφορά το τι λέει ο ίδιος ο χαρακτήρας, όσο και το πώς παρουσιάζεται οπτικά. Η σκηνή στο γκαράζ της «Tiffany» αποτελεί τρόπο «μη» παρουσίασης του βασικού plot element, αφού γίνεται με τελείως άγαρμπο τρόπο και με τον χαρακτήρα του Analyst να παραπέμπει περισσότερο σε… comic book κωμικό παρά antagonist. Από τον πολυσύνθετο ψηφιακό self-aware χαρακτήρα του Smith και την όλη οπτική περί χειραφέτησης και αυτοσυνείδησης του A.I., περάσαμε σε έναν χαρακτήρα που έχει βάθος «κακού» παιδικής ταινίας.

Έλλειψη charisma και πρωτοτυπίας

Η νέα ταινία παρουσιάζει επιπλέον προβλήματα που την καθιστούν προβληματική ως αφηγηματικό έργο. Οι πρώτες ταινίες είχαν ως main theme και τις εξαιρετικές χορογραφικές μάχες (υπό την επίβλεψη του φημισμένου χορογράφου σκηνών μάχης Γιούεν Γου-πινγκ) οι οποίες από μόνες τους αποτελούσαν non-verbal αφηγηματικούς τρόπους, όπως στην πρώτη «μάχη» Neo vs Morpheus. Εδώ, φαίνεται ξεκάθαρα η απουσία του, αφού όλες οι σκηνές μάχης δεν είχαν καμία πρωτοτυπία ή narrative, ενώ παράλληλα, ήταν χαοτικές, χωρίς τίποτε να κάνει standout μέσα από αυτές. Ο δε Νeo περιορίζεται στο να κάνει κάτι αντίστοιχο του… force push -αλά Star Wars- σχεδόν στη μισή ταινία!

Οι νέοι «Morpheus» και «Smith» δεν μπορούν να καλύψουν το κενό των παλιών, τόσο των ίδιων των ρόλων, όσο και των ηθοποιών.
Το soundtrack των πρώτων ταινιών αποτελεί σταθμό στα movie OSTs, ενώ έθετε ξεκάθαρα το setting και τα stakes με την πρωτότυπη tron/cyberpunk θεματική του. Εδώ έχουμε απόλυτη έλλειψη ενός δυνατού soundtrack που να δίνει τον νέο τόνο στο Matrix Ressurections.

Τέλος, όσον αφορά τα σκηνικά και τα γραφικά τους, έχουμε το εξής παράδοξο, το οποίο φάνηκε πάλι σε αντίστοιχα sequel δυνατής τριλογίας (σ.σ. «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών»), τα «Χόμπιτ». Ενώ στα late 90s είχαμε την «απόλυτη» μίξη πραγματικού setting (και πρακτικών εφέ) με γραφικά υπολογιστή, ώστε να έχουμε μια αληθοφάνεια μέσα στο φαντασιακό περιβάλλον, στις νέες ταινίες περνάμε σε σχεδόν πλήρη μετάβαση σε πράσινες οθόνες και CGI εφέ, τα οποία ακόμη και με την τωρινή τεχνολογία αδυνατούν να καλύψουν το κενό των «πραγματικών» περιβαλλόντων.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Πρόκειται για μία ταινία δράσης/sci-fi με τεράστια δομικά προβλήματα, χωρίς να ακολουθεί τα βασικά θεμελιώδη στοιχεία που έθεσε το πρώτο «Matrix». Eνώ η δεύτερη και τρίτη ταινία της σειράς είχαν αρνητικές κριτικές όσον αφορά τη μη-ακολουθία των δομών της πρώτης, κατάφεραν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, να πλαισιώσουν την αφήγηση με έναν ικανοποιητικό τρόπο (σκεφτείτε μόνο τις άψογες σκηνές δράσης). Ερχόμαστε λοιπόν στην τέταρτη ταινία, η οποία αδυνατεί να εξηγήσει τον λόγο ύπαρξής της, δεν αφήνει το στίγμα της στο τεχνικό κομμάτι όπως οι παλαιότερες, και απλά «σώζεται» από την παραγωγή της και τα σύγχρονα CGI effects, τα οποία δεν έχουν όμως την ίδια αποτύπωση με τα (ομολογουμένως παλιά πλέον) εφέ του πρώτου Matrix. H Λάνα Γουατσόφσκι δεν κρύβεται ότι πρόκειται για μία ομολογουμένως βεβιασμένα δημιουργημένη ταινία, μέσω των meta-references της, κάτι το οποίο και πάλι δεν μας δίνει λόγους να τη δούμε για να μάθουμε τι συμβαίνει στο Matrix Universe. Εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, κάπου εδώ πέφτουν οι οριστικοί τίτλοι τέλους για το διάσημο franchise, καθώς η οικονομική ζημιά της Warner Bros από τη χλιαρή υποδοχή της ταινίας στις αίθουσες (σ.σ. σίγουρα συντέλεσε η πανδημία COVID-19 αλλά και η παράλληλη διάθεσή της στη συνδρομητική πλατφόρμα HBO Max) υπολογίζεται -σύμφωνα με την ιστοσελίδα World of Reel- σε 100 εκατομμύρια δολάρια (!), καθιστώντας το ενδεχόμενο μιας πέμπτης ή έκτης συνέχειας εξαιρετικά αμφίβολο.

Βαθμολογία

Rating: 1 out of 5.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s