«Το Θεώρημα» (1968): Αποκρυπτογραφώντας την παζολινική αποδόμηση της αστικής οικογένειας

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Σε μια νεοκλασική βίλα του Μιλάνου, μια οικογένεια μεγαλοαστών διαβιοί πλουσιοπάροχα. Το εντυπωσιακό οίκημα προβάλλει επιβλητικά, ως πρώτο δείγμα του κοινωνικού στάτους του ευπαρουσίαστου μεσήλικα Πάολο (Μάσιμο Τζιρότι), ο οποίος διευθύνει την εργοστασιακή μονάδα που αχνοφαίνεται στις παρυφές της ειδυλλιακής θέας. Ανάμεσα στα πολυτελή αντικείμενα του σπιτιού συμπεριλαμβάνεται η απαθής «γυναίκα-τρόπαιο» Λουτσία (Σιλβάνα Μανγκάνο), που μαζί με τα καλοζωισμένα τέκνα Οντέτα (Αν Βιαζέμσκι) και Πιέτρο (Αντρές Ζοζέ Κρουζ Σουμπλέτ) συνθέτουν την τετραμελή οικογένεια. Η περιπλάνηση της κάμερας εντός της βίλας αναδεύει αποσπασματικές πτυχές ενός βίου γεμάτου περιττές ανέσεις, ο οποίος κυλά επαναλαμβανόμενα και αυτοματοποιημένα. Όμως τα πάντα αλλάζουν με την άφιξη του ανώνυμου Επισκέπτη (Τέρενς Σταμπ): Είναι ένας μυστηριώδης ξένος, ο οποίος ανατρέπει κάθε δεδομένο στις ανιαρές και αποξενωμένες ζωές των στεγαζόμενων. Με όπλο τον ακομπλεξάριστο, απελευθερωμένο χαρακτήρα και τη γοητευτική αύρα, ο νεαρός εισβολέας τούς «κατακτά» έναν έναν: Πρώτα την υπηρέτρια Εμίλια (Λάουρα Μπέτι), ακολούθως τον γιο, τη μητέρα, την κόρη και στη συνέχεια τον πατέρα. Όταν ξαφνικά αποχωρεί, πόσο θα έχει επηρεάσει τις ζωές τους;

Κλιμακώνοντας τον καλλιτεχνικό του αγώνα ενάντια το καταναλωτικό πνεύμα του κυρίαρχου νεοκαπιταλιστικού μοντερνισμού που ο ίδιος αντιμετώπιζε ως σύγχρονο κοινωνικό μαρασμό, ο μεγάλος Πιερ Πάολο Παζολίνι ξεκινά, αρχής γενομένης από «Το Θεώρημα» («Teorema» //αγγλ. τίτλος «Theorem», 1968), να γυρίζει μια σειρά από απαιτητικές, κατ’ ουσίαν εκκεντρικές αλληγορικές δημιουργίες που θα παρέμεναν απρόσιτες για ένα μεγάλο κομμάτι του κοινού που είχε προσελκύσει έως τότε. Εδώ, πέντε συμβολικά πρόσωπα αποπλανώνται ψυχή τε και σώματι από έναν επίσης συμβολικό εισβολέα, ο οποίος έρχεται να καταδείξει το αδιέξοδο της σύγχρονης αστικής ζωής. Ακόμα και ο κινηματογραφικός φακός μοιάζει να κάνει έρωτα μαζί του, περιτριγυρίζοντάς τον θωπευτικά και εστιάζοντας κατ’ επανάληψη στον καβάλο του. Είναι ο χαρακτήρας-καταλύτης (ο Σταμπ τον ενσαρκώνει με ερωτισμό που μαγνητίζει), ο οποίος «ξεκλειδώνει» έναν έναν τους πρωταγωνιστές από τον αυτόματο πιλότο της υποκριτικής τους ύπαρξης, φέρνοντάς τους φάτσα με τη βαθύτερη αδυναμία να διαχειριστούν τις αλλοτριωμένες ζωές τους. Είναι άγγελος όσο και δαίμονας: Μιλά με σαγηνευτική «μαγεία» τη γλώσσα του ερωτικού πάθους και μέσω αυτής χτίζει γέφυρες επικοινωνίας με τα σώματα των μελών της οικογένειας και της οικιακής υπηρεσίας τους. Είναι ένας κώδικας πέρα για πέρα απαγορευμένος στο αυστηρό περιβάλλον καθωσπρεπισμού που έχει επιβάλει η αποστειρωμένη ζωή σε ένα τέτοιο σπίτι. Παρεισφρέοντας ανεπιτήδευτα τον αυθορμητισμό που τόσο -τους- έλειπε, ο επισκέπτης μυεί τους πρόσκαιρους παρτενέρ σε μια πλευρά του εαυτού τους που δεν θα μπορούσαν να διανοηθούν ότι υπάρχει. Η μορφή του, ντυμένη με τις μουσικές συνθέσεις του μοναδικού Έννιο Μορικόνε («Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος», «Κάποτε στη Δύση», «Σινεμά ο Παράδεισος»), τους ξεναγεί σε επιλογές και προοπτικές που έχουν καταπιέσει μέσα τους σε σημείο να έχουν απολέσει τη συνείδηση της ύπαρξής τους, σε μια ελευθερία που έχουν στερηθεί εκ προοιμίου, γεννημένοι-εγκλωβισμένοι σε απαστράπτοντα δεσμά. Ελευθερία να ζήσουν, να μάθουν τον πραγματικό εαυτό τους, να τον αποδεχτούν και να εξελίξουν τις πτυχές του. Ή τουλάχιστον την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να το καταφέρουν, καθώς η πραγματικότητα απέχει πολύ από αυτό το σενάριο.

«Το Θεώρημα» (1968): Αποκρυπτογραφώντας την παζολινική αποδόμηση της αστικής οικογένειας

Το απροειδοποίητο φευγιό του ξένου αφήνει τα μέλη της οικογένειας στα κρύα του λουτρού, απαρηγόρητα για την απώλεια του έρωτα, της μοναδικής ουσίας στις ανούσιες ζωές τους -και πλέον αιτία της δυστυχίας τους. Απομένουν μοναχοί, χωρίς το «δεκανίκι» των καθημερινών αστικών ρουτινών που έσπασε εμφατικά ο εισβολέας, επιφορτισμένοι με το τεράστιο βάρος να αντεπεξέλθουν στο υπαρξιακό κενό που έχει διανοίξει ο τελευταίος στις ψυχές τους. Προηγουμένως, αυτό το κενό καλυπτόταν από την επιφανειακότητα της αυτάρεσκης ύπαρξής τους, ή αν προτιμάτε από την επίφαση νοήματος που έδινε σε καθέναν τους το καπιταλιστικό οικοδόμημα. Τώρα, η αφύπνιση που τους έχει «σερβίρει» ο ξένος καθιστά αδύνατη την προοπτική επιστροφής στην πρότερη κανονικότητα. Μόνη διέξοδος, η οριστική αποδόμησή τους μέσα από ένα μανιώδες κυνήγι κάθαρσης/σωτηρίας στο οποίο εξαπολύονται διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά τους.

Ο ερωτικός πόθος για τον ξένο μετατρέπει τον πατέρα-εργοστασιάρχη από κυρίαρχο ηγέτη της ελεύθερης αγοράς σε συναισθηματικά εξαρτώμενο -από κάποιον άλλο- ον, χάνοντας κάθε έννοια τάξης και ελέγχου στη ζωή του. Πλέον γνωρίζει ότι ο ηγετικός του ρόλος στο σύστημα είναι τόσο κούφιος και αναλώσιμος όσο των υπολοίπων μελών της φαμίλιας. Έτσι, αποφασίζει να παραχωρήσει το εργοστάσιό του στους εργάτες και να εγκαταλείψει την κοσμική ζωή. Λίγο αργότερα, σε μια συγκλονιστική σεκάνς, τον συναντάμε να περιφέρεται γυμνός και αλλόφρων σε ένα βιβλικό τοπίο της ερήμου, το οποίο θυμίζει το προϊστορικό σκηνικό που παρακολουθήσαμε στην αμέσως επόμενη ταινία του Παζολίνι, «Το Χοιροστάσιο» («Porcile», 1969), η οποία συνέχισε στο πειραματικό μονοπάτι που ξεκίνησε από «Το Θεώρημα» και κατέληξε στο «αποκρουστικό» αριστούργημα «Salo» («Σαλό, 120 Μέρες στα Σόδομα», 1975). Το ξέσπασμα του Πάολο σε άναρθρες κραυγές πιθανότατα παραπέμπει σε μια υποσυνείδητη λαχτάρα για επιστροφή στις αρχέγονες ρίζες του ανθρώπινου είδους, μακριά από εκπολιτισμένα κοινωνικά «καλούπια» και συμπεριφορές.

«Το Θεώρημα» (1968): Αποκρυπτογραφώντας την παζολινική αποδόμηση της αστικής οικογένειας

Παράλληλα με την πτώση της κεφαλής της αστικής οικογένειας, ορισμένα από τα έτερα μέλη επαναστατούν σπασμωδικά: Η μητέρα αποδρά σε σεξουαλικές συνευρέσεις με πλειάδα μικρότερων ανδρών, χωρίς όμως να βρίσκει σε αυτή την «απελευθέρωση» την έξαψη που ψάχνει εναγωνίως. Ο ομοφυλόφιλος γιος που προοριζόταν για συνεχιστής του βιομήχανου πατέρα ανακαλύπτει την «κλίση» του στη μοντέρνα τέχνη και διεκδικεί αποτυχημένα μέσω αυτής την αυτονόμηση που ως τότε φοβόταν να επιδιώξει (σ.σ. εξαιρετικό το παζολινικό υπο-σχόλιο σχετικά με την αγωνία ενός μη ταλαντούχου να πρωτοπορήσει στην αρένα της καλλιτεχνικής δημιουργίας). Στον αντίποδα, η κόρη αδυνατεί να διαχειριστεί την κατάρρευση των πατριαρχικών της προτύπων και την αποχώρηση του «θεϊκού» επισκέπτη που τα αποδόμησε. Πρακτικά, αυτό το διπλό κενό ισοδυναμεί με μια ιδιότυπη καταδίκη της κοπέλας στην… αυθυπαρξία, κάτι που της προκαλεί αμέσως νευρικό κλονισμό. Τελικά οδηγείται σε κατατονία, ουσιαστικά παύει να υφίσταται διότι βαθιά μέσα της δεν πιστεύει ότι μπορεί να υπάρξει χωρίς την παρουσία κάποιου ισχυρού μέντορα που να την διαπλάθει ο ίδιος. Μιλάμε για πέντε ενδεικτικούς εκπροσώπους της κοινωνικής τους τάξης, οι οποίοι εμφανίζουν σοβαρά συμπλέγματα όταν το αστικό τους αφήγημα ανατρέπεται -μαζί με την πλασματική αντίληψη για τον ρόλο τους στην κοινωνία.

Από την εξίσωση δεν θα μπορούσε να λείπει και η εκπρόσωπος της εργατικής τάξης. Η αυτοκτονική υπηρέτρια που τελικά σώζεται από τον επισκέπτη είναι ένα άτομο γαλουχημένο αποκλειστικά στο να υπηρετεί την αστική οικογένεια και να μη δικαιούται τίποτα. Μπρος στο ενδιαφέρον του ξένου προς εκείνη, το οποίο τη γεμίζει για άλλη μια φορά με αίσθημα υποχρέωσης, ανταποκρίνεται φοβισμένα και υποτακτικά, σαν να θεωρεί ότι αυτή η προσοχή δεν μπορεί να συνεπάγεται τίποτα παραπάνω από επιθυμία για ικανοποίηση σεξουαλικών ορέξεων. Η ίδια αντιλαμβάνεται την πράξη ως άλλη μια υπηρεσία, την οποία είναι «υποχρεωμένη» να παράσχει και στο τέλος να πει και «ευχαριστώ». Όμως ο ξένος της φέρεται με ανέλπιστη τρυφερότητα. Μέσα από αυτή την αντιμετώπιση, της επιστρέφει τη χαμένη της αυτοεκτίμηση… και κάτι παραπάνω: Τη μυεί εμμέσως στη συνειδητοποίηση ότι η μπουρζουαζία τής έχει επιβάλει την εις βάρος της αδικία ως κανονικότητα.

«Το Θεώρημα» (1968): Αποκρυπτογραφώντας την παζολινική αποδόμηση της αστικής οικογένειας

Η αφυπνισμένη υπηρέτρια αντιλαμβάνεται την είσοδο του ξένου στη ζωή της ως θεϊκή παρέμβαση. Έτσι, μετά την ξαφνική αποχώρηση του επισκέπτη, φεύγει από το σπίτι και επιστρέφει στο χωριό της, όπου αναζητά την ελπίδα και την εξιλέωση στη θρησκεία. Ζει ασκητικά, μετατρέπεται σε «αγία» και εν πάση περιπτώσει δεν καταρρέει σαν χάρτινος πύργος, όπως βλέπουμε να συμβαίνει με όλους τους εκπροσώπους της αστικής τάξης που εκείνη βρέθηκε κάτω από την ίδια σκεπή. Προς το τέλος της ζωής της, θα περιπλανηθεί σε ένα εργοτάξιο με το σήμα του σφυροδρέπανου στην είσοδο, και εκεί θα ολοκληρώσει τον κύκλο της ως μεσσιανική φιγούρα: Θα θαφτεί ζωντανή στη γη που πότισαν με τον ιδρώτα τους οι βιοπαλαιστές εργάτες, και τώρα την ποτίζει εκείνη με τα δάκρυά της, κουβαλώντας πάνω στη θυσία της όλα τα βάρη των υπόλοιπων εκμεταλλευθέντων. Ο Παζολίνι ήταν ομοφυλόφυλος, μαρξιστής και άθεος, ωστόσο έτεινε να υπερασπίζεται την παρέμβαση του ιερού στοιχείου στην αποστερημένη από πνευματικότητα μοντέρνα καθημερινότητά μας, όπου πλέον όλα τα «πολύτιμα» αγαθά ήταν -και παραμένουν- υλικά. Δεν ήταν τυχαία ο σκηνοθέτης που έδωσε την πιο ευσεβή, άμεση και ταιριαστή -στα μέτρα του χριστιανικού δόγματος- κινηματογραφική «ανάγνωση» των γεγονότων του Ευαγγελίου στο «Il Vangelo Secondo Matteo» («Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο», 1964). Έτσι και εδώ, μέσα από την επίμαχη σκηνή της εργατικής αλάνας (δηλ. του τόπου διεξαγωγής του καπιταλιστικού εγκλήματος όπου αντλούνται οι πρώτες ύλες για να δουλέψουν τα γρανάζια της καταναλωτικής κοινωνίας), προσδίδει μια διάσταση ταξικής συνείδησης στο απόσταγμα θρησκευτικής πίστης της υπηρέτριας, σε μια συνάντηση-«άτυπη συμφιλίωση» μεταξύ των χριστιανικών διδαχών και των ιδανικών του κομμουνισμού. Πάντως αυτή η εκπληκτική σεκάνς, όπως και αρκετές άλλες στιγμές σε αυτό το έργο, έχουν εναλλακτικές οδούς πρόσληψης από τον θεατή, δίνοντας χαρακτήρα προσωπικής πρόκλησης στην αποκρυπτογράφηση της πολυεπίπεδης παζολινικής αλληγορίας.

«Το Θεώρημα» (1968): Αποκρυπτογραφώντας την παζολινική αποδόμηση της αστικής οικογένειας

Για το φινάλε, κρατάμε το εισαγωγικό κομμάτι. Άλλωστε και η ίδια η ταινία ξεκινά από το τέλος, προβάλλοντας μέσω ενός στιλ «εν εξελίξει δημοσιογραφικού ρεπορτάζ» κάποιες συνεντεύξεις με τους εργάτες αφότου ο βιομήχανος τούς έχει παραχωρήσει το εργοστάσιό του. Το «φιλτράρισμα» του συμβάντος υπό φιλο-καπιταλιστικό πρίσμα προβάλλει ένα πανίσχυρο πολιτικό σύστημα, το οποίο δεν θα επιτρέψει σε ένα μεμονωμένο περιστατικό μεγαλοψυχίας (η μοιρασιά των υπαρχόντων του εργοστασιάρχη) να αποτελέσει οδηγό για τη μετάβαση σε μια πιο δίκαιη κοινωνία. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, η αστική τάξη έχει μάθει να αναζητά την επικράτηση και όχι την αρμονική συμβίωση. Επιστρέφοντας στην τελευταία πράξη του έργου -χρονικά-, ο «ευεργέτης» των εργατών θα αντιμετωπιστεί πιθανότατα σαν τον τρελό του χωριού και τελικά θα περάσει στα «ψιλά», σαν προσωρινή αναλαμπή μέσα στο σκοτάδι κι όχι σαν τη σπίθα που θα ανάψει τη φωτιά μιας ριζικής αλλαγής. Η οδύνη του, γίνεται οδύνη του Παζολίνι, όπως συμβαίνει και με την απελπισμένη προσπάθεια των υπόλοιπων μελών της αποδομημένης αστικής οικογένειας να επανεκκινήσουν τις ζωές τους. Άλλωστε, μέσα από την κλιμακούμενη συναισθηματική τους φόρτιση και τη βαρύτητα των αλληγορικών συμβολισμών του, ο σκηνοθέτης δεν επικρίνει ούτε ειρωνεύεται την αναπόφευκτη πτώση της αστικής οικογένειας. Αντιθέτως, συμπάσχει με το αδιέξοδό της.

Βαθμολογία

Rating: 5 out of 5.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “«Το Θεώρημα» (1968): Αποκρυπτογραφώντας την παζολινική αποδόμηση της αστικής οικογένειας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s