Περί Ζελένσκι, Γκοντάρ και προπαγάνδας στο Φεστιβάλ των Καννών…

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Ένα αρκετά ενδιαφέρον ντόμινο τοποθετήσεων τροφοδότησε η προ ημερών ομιλία του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι στο 75ο Φεστιβάλ των Καννών. Αρχικά, ο κορυφαίος Γαλλοελβετός σκηνοθέτης Ζαν Λικ Γκοντάρ εμφανίστηκε λάβρος κατά της απόφασης της διοργάνωσης να παραχωρήσει βήμα στον ηγέτη της Ουκρανίας, προχωρώντας σε μια σκωπτική ανακοίνωση που προκάλεσε με τη σειρά της αντιδράσεις -και- εντός της χώρας μας. Κάπως έτσι, ο «φιλέλληνας» Γκοντάρ των ετών της κρίσης έγινε ο «κακός φιλοπουτινικός» που παίζει το παιχνίδι του Κρεμλίνου εν μέσω ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Γιατί στην Ελλάδα, ο δρόμος από την αποθέωση μέχρι την ισοπέδωση διαρκεί… ένα τσιγάρο!

Ο Ζελένσκι, ο οποίος εμφανίστηκε σε ζωντανή δορυφορική σύνδεση στο περίβλεπτο κινηματογραφικό φεστιβάλ, δήλωσε μεταξύ άλλων ότι «ο κόσμος χρειάζεται έναν νέο Τσάπλιν που θα αποδείξει σε εμάς ότι το σινεμά δεν είναι σιωπηλό. Χρειαζόμαστε ένα σινεμά που θα δείξει ότι κάθε φορά το τέλος θα είναι με την πλευρά της ελευθερίας» είπε, εκφράζοντας τη σιγουριά ότι στο τέλος «ο δικτάτορας θα χάσει». Το μήνυμα του Ζελένσκι καταχειροκροτήθηκε από ένα όρθιο πλήθος στη Γαλλική Ριβιέρα.

Εκείνος που έδειξε να μην συμμερίζεται ούτε στο ελάχιστο τα θετικά συναισθήματα απέναντι στην ομιλία του Ουκρανού ηγέτη ήταν ο Γκοντάρ, ο οποίος δήλωσε τα παρακάτω:

«Η παρέμβαση του Ζελένσκι στο φεστιβάλ των Καννών είναι προφανής, αν την εξετάσουμε από την άποψη αυτού που ονομάζεται “σκηνοθεσία”: ένας κακός ηθοποιός, ένας επαγγελματίας κωμικός υπό το βλέμμα άλλων επαγγελματιών οικείων επαγγελμάτων. Νομίζω ότι έχω πει κάτι ανάλογο πριν από πολύ καιρό. Χρειάστηκε έτσι η σκηνοθεσία του νιοστού παγκόσμιου πολέμου και η απειλή μιας ακόμη καταστροφής για να μάθει ο κόσμος ότι οι Κάννες είναι ένα εργαλείο προπαγάνδας, όπως όλα τα άλλα. Προπαγανδίζουν τη δυτική αισθητική…

Η συνειδητοποίηση αυτή δεν είναι κάτι σπουδαίο κι όμως ήδη είναι. Η αλήθεια των εικόνων έρχεται αργά. Τώρα, φανταστείτε ότι ο ίδιος ο πόλεμος είναι αυτή η αισθητική που αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια ενός παγκόσμιου φεστιβάλ, του οποίου οι ενδιαφερόμενοι είναι τα κράτη που βρίσκονται σε σύγκρουση ή μάλλον “συμφέροντα”, που μεταδίδουν αναπαραστάσεις των οποίων είμαστε όλοι θεατές… εσείς και εγώ. Ακούω συχνά τον όρο “σύγκρουση συμφερόντων”, ο οποίος είναι ταυτολογία. Υπάρχει σύγκρουση, μικρή ή μεγάλη, μόνο αν υπάρχει συμφέρον.

Πέραν της μαζικοποίησης των δολοφονιών, δεν έχουν αλλάξει πολλά: Βρούτος, Νέρωνας, Μπάιντεν ή Πούτιν, Κωνσταντινούπολη, Ιράκ ή Ουκρανία…».

Όπως ήταν φυσιολογικό, η βιτριολική τοποθέτηση του Γκοντάρ ξεσήκωσε πληθώρα αντιδράσεων. Ανάμεσα στους ενοχληθέντες, και ένας Έλλην καθηγητής, ο οποίος έγραψε στη συνήθη ύποπτη Lifo ένα απαντητικό άρθρο με τίτλο «Η δυτική αισθητική, ο Γκοντάρ και ο Ζελένσκι». Σε αυτό, μεταξύ άλλων, αρχικά αναφέρει ότι η παρέμβαση του Γαλλοελβετού σκηνοθέτη «θα μπορούσε να είναι, πραγματικά, μια χειρονομία κριτικής σκέψης, μια δήλωση πνευματικής ανεξαρτησίας, ένα αίτημα ριζοσπαστικής διαφωνίας». Όμως στη συνέχεια επισημαίνει ότι «να που όλα αυτά –η πνευματική ανεξαρτησία, η κριτική σκέψη‒ είναι κεκτημένα της “δυτικής αισθητικής”. Αυτό δηλαδή που ο Γκοντάρ βλέπει με την περιφρόνηση του μεγάλου, ανατρεπτικού μαέστρο, αυτό το ίδιο αναπτύσσεται μέσα σε αυτή την καταραμένη αισθητική».

Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο αρθρογράφος παρατηρεί -εύστοχα, θα προσθέσουμε εμείς- ότι στο καθεστώς του Βλαντιμίρ Πούτιν, το συμβάν Γκοντάρ δεν θα είχε υπάρξει ποτέ. Προχωράει όμως κι ένα βήμα παραπέρα. Θεωρεί ότι αν το συμβάν Γκοντάρ υπήρχε στον κόσμο του Βλαντίμιρ Πούτιν, «θα ήταν ο κακός ηθοποιός ενός νάρκισσου αντισυστημισμού που όλους αυτούς τους μήνες υπηρετεί –από την άνεση των δυτικών καναπέδων‒ τον κυνισμό του Κρεμλίνου», όπως τονίζει χαρακτηριστικά. Φτάνει δηλαδή στο ισοπεδωτικό σημείο να αποδίδει στη ρητορική Γκοντάρ, και σε οποιαδήποτε ρητορική ξεφεύγει από την άκαμπτη επίσημη γραμμή του αμερικανόστροφου δυτικού κόσμου, ρόλο ρωσόφιλης προπαγάνδας. Όπως ήταν φυσικό, το εν λόγω άρθρο γνώρισε σημαντική απήχηση και αναδημοσιεύθηκε σε διάφορα μέσα.

Ο «φιλέλληνας» Γκοντάρ που δεν μας αξίζει

Δεν πάει πολύς καιρός από τότε που ο Γκοντάρ, εν μέσω οικονομικής κρίσης υπερασπιζόταν με σθένος την Ελλάδα, την ώρα που ο «δυτικός κόσμος» τη λοιδορούσε και την αντιμετώπιζε ως βαρίδι. «Θα έπρεπε να ευχαριστούμε την Ελλάδα» υπογράμμιζε τότε ο Γκοντάρ, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του περιοδικού «Les Ιnrockuptibles» με αφορμή την αναφορά στην οικονομική κρίση της χώρας μας. «Η Δύση είναι αυτή που έχει χρέος απέναντι στην Ελλάδα, τη χώρα της φιλοσοφίας,της δημοκρατίας,της αρχαίας τραγωδίας».

Τότε, μας ήταν αρεστός. Όμως τώρα, η Ελλάδα είναι ξανά η «καλή μαθήτρια» της Ευρώπης. Αρχικά μέσω της συμφωνίας των Πρεσπών για την επίλυση του μακεδονικού ζητήματος και την ένταξη των Σκοπίων στη δυτική σφαίρα επιρροής, στη συνέχεια με την απόλυτα ευθυγραμμισμένη με τα ευρωπαϊκά πρότυπα αντίδραση στην πανδημία COVID-19 και τέλος με την αδιαπραγμάτευτη στάση υπέρ της αποστολής όπλων στην Ουκρανία, σε συνδυασμό με τον διαχρονικό της ρόλο ως ανάχωμα της Ευρώπης σε ό,τι αφορά τις μεταναστευτικές ροές. Τώρα, λοιπόν, που η Ελλάδα έχει ανεβεί ψηλότερα στα μάτια της Ευρώπης, και ο Γκοντάρ εκφέρει μια γνώμη που παρεκκλίνει από το δυτικό αφήγημα, ξαφνικά βαφτίζεται από έμμεσος «πουτινιστής» μέχρι «πράκτορας» του Κρεμλίνου από συμπατριώτες μας που υπηρετούν άκριτα τη ρητορική της φιλοαμερικανικής πολιτικής ελίτ.

Σε όλο το φάσμα της αριστουργηματικής φιλμογραφίας του, ο Γκοντάρ επέκρινε και συνεχίζει να επικρίνει την κονφορμιστική υποταγή σε κυρίαρχες νόρμες (τόσο στην τέχνη όσο και στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι). Λογικό λοιπόν και στο σημερινό πλαίσιο να αντιτάσσεται στην κυρίαρχη τάση της επιλεκτικής ευαισθητοποίησης της Δύσης, που είναι προσαρμοσμένη έτσι ώστε να συστρατεύεται απόλυτα με τα θέλω της ατζέντας της.

Τα «κεκτημένα της δυτικής αισθητικής -η πνευματική ανεξαρτησία, η κριτική σκέψη», όπως το δημοσίευμα της Lifo τα ονοματίζει, είναι τα εφόδια που δίνουν σε έναν ριζοσπάστη της τέχνης όπως ο Γκοντάρ το εκτόπισμα ώστε να κριτικάρει τη βαθιά… ριζωμένη υποκρισία της. «Πέραν της μαζικοποίησης των δολοφονιών, δεν έχουν αλλάξει πολλά: Βρούτος, Νέρωνας, Μπάιντεν ή Πούτιν, Κωνσταντινούπολη, Ιράκ ή Ουκρανία…» λέει στο μήνυμά του ο πατέρας της νουβέλ βαγκ. Και η ρητορική ερώτηση που προκύπτει είναι η εξής: Σε τι ακριβώς ψεύδεται; Σε τι διαφέρουν οι νεκροί άμαχοι του Ιράκ, της Γιουγκοσλαβίας, του Αφγανιστάν κ.ά. από αυτούς της Ουκρανίας και γιατί οι δολοφόνοι των πρώτων είναι τώρα εκείνοι που έρχονται να εκφράσουν με κροκοδείλια δάκρυα τον υποκριτικό αποτροπιασμό τους για τα σαφέστατα εγκλήματα της άλλης πλευράς; Γιατί ο ηγέτης μιας χώρας που βρίσκεται σε εμφύλιο από το 2014 (αλλά κανείς δεν ασχολήθηκε γιατί το τότε πραξικόπημα έγινε από τη… «σωστή» πλευρά της ιστορίας) θα πρέπει να λαμβάνει standing ovation στις Κάννες σαν να μην είναι εκείνος που έχει μετρήσει οκτώ χρόνια τώρα τουλάχιστον 14.000 επίσημα καταγεγραμμένους -από τα Ηνωμένα Έθνη- νεκρούς σε ρωσσόφωνες περιοχές της επικράτειάς του ή σαν να μην έχει αναγνωρίσει ο ίδιος με υπερηφάνεια το νεοναζιστικό Τάγμα του Αζόφ ως επίσημο κομμάτι του στρατού του; Μήπως αν οι νεκροί Ρωσσόφωνοι ήταν νεκροί Τσετσένοι και τα εδάφη ρωσικά αντί για ουκρανικά θα είχε κινητοποιηθεί ο δυτικός κόσμος κατά της «καταδυναστεύτριας Ρωσίας που πνίγει στο αίμα έναν δίκαιο αποσχιστικό αγώνα»; Ας μην κοροϊδευόμαστε: Η Ουκρανία έχει γεωπολιτική αξία για την ΕΕ και -κυρίως- τις ΗΠΑ (όπως είχε συμβεί αντιστρόφως το 1962 στην κρίση των πυραύλων της Κούβας, όπου παραλίγο να είχαμε πυρηνικό πόλεμο), και αυτός είναι ο λόγος που παίζεται τόσο μεγάλο επικοινωνιακό παιχνίδι πάνω στην ΑΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΗ τραγωδία της. Οι Κάννες απλά αποφάσισαν να γίνουν μέρος αυτού του επικοινωνιακού παιχνιδιού.

Ο Γκοντάρ, ακόμα και στα 91 του χρόνια, συνεχίζει να είναι αιχμηρός και αφιλτράριστος ως προς την αλήθεια του. Και παρότι δεν χρειάζεται να συμφωνούμε πάντα μαζί του, στην παρούσα τοποθέτησή του βλέπουμε να αναδεικνύεται μια πτυχή που λάμπει διά της απουσίας της από τα δυτικά μέσα: Ο εχθρός δεν είναι -μόνο- ο Πούτιν. Ο εχθρός είναι ο εκατέρωθεν ιμπεριαλισμός και τα πιόνια του. Στις μέρες μας, αυτή η οπτική αποδοκιμάζεται ως «ίσων αποστάσεων» και οι εκφραστές της δυσφημίζονται, τσουβαλιάζονται, περιθωριοποιούνται και φιμώνονται με τον εξευγενισμένο «δυτικό» τρόπο. Διότι όταν το μάρκετινγκ είναι σωστό και στοχευμένο, η προπαγάνδα καταπίνεται αμάσητη και τα ακαταμάχητα άλλοθί της «ξεπλένουν» μια ευρεία γκάμα εγκλημάτων: Από πολεμικές επιχειρήσεις που καθοδηγούνται από ιδιοτελή κίνητρα, μέχρι μια ολόκληρη φάμπρικα εκμετάλλευσης του Τρίτου Κόσμου.

Η γνώμη μας για μερικά από τα σημαντικότερα έργα του Ζαν Λικ Γκοντάρ:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s