Αποχαιρετώντας τον Κωνσταντίνο Τζούμα και τη «Γλυκιά Συμμορία» του

Από τη Βίβιαν Μελικόκη

Οδός Λυκαβηττού, Αθήνα..

Είσοδος πολυκατοικίας, λίγο πριν μπω ή βγω από το ασανσέρ..

Φθινόπωρο του 2016.

Εκεί, τότε, καλημερο-καλησπεριζόμουν με τον Κωνσταντίνο Τζούμα, άλλοτε νωρίς το πρωί πριν φύγει για την εκπομπή του στον σταθμό «Εν Λευκώ», καθώς έμπαινα εγώ για δουλειά, κι άλλοτε το απόγευμα, καθώς έφευγα. Ύστερα, συνέχιζα να τον ακούω 10.00 με 12.00 μ.μ. από τα ηχεία του γραφείου μου. Άλλωστε, περισσότερο από γνωστός ηθοποιός και συγγραφέας, ο Τζούμας ήταν ένας ραδιοφωνικός παραγωγός που άφησε ιστορία στα ερτζιανά. Για εμένα, ήταν ο άνθρωπος με την κοσμοπολίτικη αύρα, ο οποίος ήταν απροσδόκητα προσιτός παρά το αστικό παρουσιαστικό και το ιδιόμορφο φλεγματικό χιούμορ.

Έξω, συνήθως τον πετύχαινα πεζό στην Ιπποκράτους και τη Σκουφά. Χαρακτηριστικά μου έχει μείνει στη μνήμη η αέρινη φιγούρα του να περνάει το σταυροδρόμι Διδότου κ Ιπποκράτους και να χαιρετά με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο τους ένστολους που άραζαν εκείνη τη στιγμή στη γωνία. Αυτή η υπόνοια πονηράδας στο ηχόχρωμα της φωνής του, πάντα μου προκαλεί ένα ελαφρύ μειδίαμα νοσταλγίας.

Αποχαιρετώντας τον Κωνσταντίνο Τζούμα και τη «Γλυκιά Συμμορία» του

Λίγες μέρες, δε, πριν την ανακοίνωση του θανάτου του, τον έψαχνα νοητά και διαπίστωσα πως είχα να τον απαντήσω αρκετό καιρό. Στις 25 Ιουνίου άκουσα στο ραδιόφωνο ότι είχε φύγει. –Αυτή η αναθεματισμένη συγχρονικότητα του Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ, τι περίεργα παιχνίδια παίζει;–αναρωτήθηκα.

Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να καλέσω μια φίλη μου, να μου φέρει το βράδυ που θα συναντιόμασταν το «Complete Unknown» (εκδ. Καστανιώτη), το 2ο μέρος της αυτοβιογραφικής του τριλογίας. Το δεύτερο ήταν να κλείσω εισιτήρια για τη «Γλυκιά Συμμορία» (1983) που θα προβαλλόταν τη Δευτέρα 4 Ιουλίου στο θερινό «Στέλλα», στο πλαίσιο του αφιερώματος στον σκηνοθέτη Νίκο Νικολαΐδη, λίγο πριν συμπληρωθούν 15 χρόνια από τον θάνατό του. Δυστυχώς, μερικά από τα κύρια αρσενικά μέλη αυτής της τόσο αγαπημένης «συμμορίας» έχουν αποδεκατιστεί τα τελευταία χρόνια, με το πρόωρο φευγιό των πρωταγωνιστών Τάκη Μόσχου, Τάκη Σπυριδάκη (δείτε εδώ τον αποχαιρετισμό του Film Planet στον μεγάλο καλλιτέχνη και άνθρωπο) και τώρα του Κωνσταντίνου Τζούμα. Μένουν όμως πίσω κινηματογραφικά διαμάντια όπως αυτό, να μας τους θυμίζουν.

Το απόγευμα της προβολής, στρίβοντας από τη Φωκίωνος Νέγρη στο στενό της Τενέδου, αντίκρισα νεαρόκοσμο, το πολύ 25-26 χρονών, να κατακλύζει τη θερινή αίθουσα μέχρι έξω στον δρόμο, αναμένοντας μπας και ακυρωθεί κάποια κράτηση ώστε να μπορέσει να δει την ταινία του Νικολαΐδη. Το έργο προλόγισε ο ποιητής, συγγραφέας και μεταφραστής Ίκαρος Μπαμπασάκης, ο οποίος έκανε λόγο για ένα εγκώμιο στον τρυφερό έρωτα και την ηθική της φιλίας, του “πάμε μαζί”, του “μόνοι μας, δεν τη βγάζουμε καθαρή”. Ο νεότερος σκηνοθέτης Νίκος Πάστρας, μίλησε με τη σειρά του για την αγριότητα, τη βαναυσότητα, αλλά και την τρυφερότητα σε ίσες δόσεις, δηλαδή για τα αντιμαχόμενα θέματα της ταινίας που αποτυπώνονται και στη μουσική επένδυση· ο ονειρικός Γιώργος Χατζηνάσιος, το τολμηρό ροκ εν ρολ, αλλά και η κλασική μουσική.

[Λίγα λόγια για πλοκή]

Τέσσερα πρόσωπα [Δέσποινα Τομαζάνη (Σοφία), Δώρα Μασκλαβάνου (Μαρίνα), Τάκης Μόσχος (Αργύρης) και Τάκης Σπυριδάκης (Ανδρέας)], τα οποία δεν είναι ακριβώς φίλοι, ούτε το έχουν επιδιώξει, μένουν σε μια μονοκατοικία. Παρακολουθούμε με ημερολογιακή καταγραφή πέντε ημέρες από την ταραγμένη ζωή τους. Η «συμμορία» επιδίδεται σε κάθε λογής μικρο-παρανομίες και απρέπειες, με αποτέλεσμα να “μπει στο μάτι” των Αρχών και να τεθεί υπό στενή παρακολούθηση. Τα κίνητρά τους δεν είναι ξεκάθαρα: Άνια, αμοραλισμός ή απλά γιατί έχει σφίξει ο κλοιός “δεν γίνεται αλλιώς”;

Αισθητικά, η ταινία παραπέμπει στο ανεξάρτητο αμερικανικό σινεμά της τότε εποχής, χτίζοντας μια εικόνα που μοιάζει να έχει περασθεί μέσα από το πρίσμα των ψυχοτρόπων ουσιών. Εάν έπρεπε να την κατατάξουμε σε κάποιο είδος, θα την χαρακτηρίζαμε ως ένα νεονουάρ θρίλερ, ντυμένο με απροσδιόριστο ρομαντισμό και έντονα στοιχεία σαρκαστικού μαύρου χιούμορ. Όμως, όπως δηλώνει και ο ίδιος ο δημιουργός: «Δεν ξέρω τι είδους ταινία είναι η Γλυκιά Συμμορία… Δεν κατατάσσεται σε είδη. Bιώνεται».

Και ενώ είναι πολλές οι σκηνές βίας και άλλες τόσες με γυμνό ή και σεξ, οι εικόνες δεν προκαλούν, δεν διεγείρουν· είναι οργανικό κομμάτι της πλοκής, αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας των ηρώων, όπως συνέβαινε αβίαστα στους πρωταγωνιστές από «Το Κουρδιστό Πορτοκάλι» («A Clockwork Orange», 1971) του Στάνλεϊ Κιούμπρικ.

Την ίδια στιγμή, ανιχνεύεις βλέμματα, χειρονομίες ύψιστης τρυφερότητας, γλύκας και νοιαξίματος. Ο έρωτας μεταξύ του Αργύρη και της Μαρίνας σε συνταράσσει. Ένα στερεότυπο κλονίζεται· ένας ζεν πρεμιέ, χορτάτος από σεξουαλικές συγκινήσεις, προβαίνει στην πιο καθηλωτικά αυθεντική ερωτική εξομολόγηση και με τρεμάμενη φωνή αναρωτιέται «Με αγαπάς λίγο;»

Κερασάκι στην τούρτα είναι ο ίδιος ο Τζούμας, ο οποίος «κεντάει» στον μικρό ρόλο του Κωνσταντίνου με το γνωστό μπλαζέ ύφος που είχε τελειοποιήσει, και μάλλον είναι καιρός να παραδεχτούμε ότι δεν θα χορτάσουμε ποτέ.

Προσωπικά, από τους τέσσερις πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες, περισσότερο με γοητεύει η Σοφία. Μου φέρνει συνειρμικά στο νου τη Σαμπίνε από το “Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι” του Μίλαν Κούντερα. Τολμηρή, ατρόμητη, ανεξάρτητο πνεύμα , σκοτεινή, ικανή να κάνει τα πάντα (ακόμη και “να δει μια πλάτη στον ηλεκτρικό και να την σπρώξει” χωρίς κανένα λόγο), τσαμπουκάς. Βέβαια, πίσω από αυτό το προκάλυμμα, πίσω από το “φύγετε τώρα, γιατί μετά από αυτό δεν υπάρχει γυρισμός», τα αισθητήριά μου αφουγκράζονται ένα εκκωφαντικό «μείνετε μαζί μου, φοβάμαι να’ μαι μόνη». Ίσως, να’ ναι και η δική μου προβολή.

Το φινάλε της ταινίας επιφυλάσσει για τη συμμορία μια αντισυμβατική «ηρωική έξοδο», με το «ένας για όλους και όλοι για έναν» να ενυλώνεται με τον πιο παράδοξο τρόπο: Η αυτοχειρία ανάγεται σε ύψιστη πράξη αυτοδιάθεσης, στη σκιά ενός φασίζοντος κρατικού αυταρχισμού που απλώνεται απειλητικά.

Στο 24ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τον Οκτώβριο 1983, η ταινία κέρδισε τα εξής βραβεία: Φωτογραφίας (Άρης Σταύρου), Σκηνογραφίας (Μαρί-Λουίζ Βαρθολομαίου), Ήχου (Μαρίνος Αθανασόπουλος), Μοντάζ (Ανδρέας Ανδρεαδάκης) και το Βραβείο Ειδικής Μνείας Καλύτερου Ηθοποιού (Τάκης Σπυριδάκης). Επίσης, η «Γλυκιά Συμμορία» κέρδισε το Κρατικό Βραβείο του υπουργείου Πολιτισμού και το Βραβείο Καλύτερης Ελληνικής Ταινίας της Ένωσης Κριτικών Αθηνών.

Το κινηματογραφικό έργο του Νικολαΐδη μπορεί να χωριστεί σύμφωνα με τους μελετητές, αλλά και κατά δήλωση του ίδιου του σκηνοθέτη σε τρεις κύκλους. Ο δεύτερος κύκλος, ο οποίος περιλαμβάνει “Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμη” (1979), τη “Γλυκιά Συμμορία” (1983), και το “Ο χαμένος τα παίρνει όλα” (2002), χαρακτηρίζεται ως πιο «εξωστρεφής» και δίνει έμφαση στις σχέσεις παρέας, συντροφικότητας και φιλίας. Ο Νικολαΐδης τιτλοφορεί την τριλογία αυτή «Τα χρόνια της Χολέρας», μετά από εισήγηση του πρωταγωνιστή της τελευταίας Γ. Αγγελάκα, καθώς θεωρεί ότι οι ταινίες αυτές αναφέρονται στα «δύσκολα χρόνια, τα χρόνια του ψαξίματος, της εφηβείας, της αμφισβήτησης […]»

Μετά την προβολή στο «Στέλλα», όταν πια χωριστήκαμε με τη φίλη μου, μου ήρθαν πάλι στο νου οι μορφές του Μόσχου, του Σπυριδάκη, του Τζούμα…

Η απάντηση μέσα μου στο πάγιο ερώτημα “Αυτοί οι άνθρωποι φεύγουν στα αλήθεια;” είχε ήδη δοθεί. Οι άνθρωποι αυτοί δεν φεύγουν, είναι εδώ, φωτεινοί σηματοδότες, «σημαδούρες» ενός αχρονου χρόνου, να μας δονούν, να μας συγκινούν.

Μια συγκίνηση ως σύμπτωμα που επιβεβαιώνει ότι «καλά το πας. Δεν έχεις αποξενωθεί εντελώς από την αθωότητα».

Το αφιέρωμα στον Νίκο Νικολαΐδη ολοκληρώνεται τη Δευτέρα
25 Ιουλίου 2022 με τις παρακάτω προβολές:

21:00 – ΤΑ ΚΟΥΡΕΛΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΝΕ ΑΚΟΜΑ (110’)
23:00 – ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΙΣ ΒΑΛΙΤΣΕΣ (120’
)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s