Ανασκόπηση: «Better Call Saul» — 6η σεζόν

Μετά από μία -και βάλε- διετία αναμονής, η έκτη και τελευταία σεζόν του επικού «Better Call Saul» («Πάρε τον Σολ») στριμάρει επιτέλους ολοκληρωμένη στο Netflix! Τι καταφέρνει λοιπόν το δημιουργικό δίδυμο Βινς Γκίλιγκαν και Πίτερ Γκουλντ στην τελική ευθεία της σειράς-πρίκουελ(κυρίως)/spin-off/σίκουελ του λατρεμένου «Breaking Bad»; Και για ποιο λόγο φτάσαμε μία ανάσα από το να μην προβληθεί ποτέ το φινάλε τους όπως το είχαν οραματιστεί;** Είδαμε τα επεισόδια, παρακολουθήσαμε το σχετικό podcast της σειράς και δίνουμε όλες τις απαντήσεις στο παρακάτω κείμενο.

Μια σύντομη ανακεφαλαίωση των σεζόν που προηγήθηκαν

Όταν συναντήσαμε για πρώτη φορά τον Σολ Γκούντμαν (Μπομπ Όντενκερκ) στο όγδοο επεισόδιο της δεύτερης σεζόν του «Breaking Bad», και παρακολουθώντας την πορεία που διέγραψε ο χαρακτήρας ως δικηγόρος/μέντορας/ξεναγός στα μονοπάτια του υποκόσμου και της βιομηχανίας παρασκευής μεθαμφεταμίνης για το πρωταγωνιστικό ντουέτο Γουόλτερ Γουάιτ και Τζέσι Πίνκμαν, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο ίδιος άνθρωπος είχε ξεκινήσει να ασκεί το επάγγελμα της δικηγορίας με τις αγνότερες των προθέσεων. Το «Better Call Saul» ρίχνει άπλετο φως στο παρελθόν του ήρωα, συστήνοντάς τον ως Τζίμι Μακ Γκιλ, έναν ανάλαφρο και πρόσχαρο τύπο με ταλέντο και υπόβαθρο στην παγαποντιά (σ.σ. σε επιλεγμένα φλας μπακ δίνεται έμφαση στα παραστρατήματα των νεανικών ημερών στο Σικάγο, όπου ο πρωταγωνιστής δρα μαζί με τον παιδικό του φίλο Μάρκο ως απατεωνάκος Slippin’ Jimmy). Ο Τζίμι είναι αποφασισμένος να αφήσει πίσω τις αμαρτωλές μετα-εφηβικές μέρες, να αναλάβει τη δικηγορία και να κερδίσει τον πολυπόθητο σεβασμό του μεγαλύτερου αδερφού του, Τσακ Μακ Γκιλ (Μάικλ ΜακΚάν), ενός αναγνωρισμένου μεγαλοδικηγόρου.

Πριν το 2002, συναντάμε τον Τζίμι σε περιφερειακές εργασίες στη δικηγορική εταιρεία του αδελφού του, HHM, όπου πρακτικά είναι το παιδί για όλες τις δουλειές. Παράλληλα, παίρνει το πτυχίο του στη Νομική και προετοιμάζεται για να δώσει τις εξετάσεις για την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. Σιγά σιγά, ο φιλόδοξος νέος κερδίσει κάποιο μερίδιο προσοχής και αναγνώρισης, ενώ ο ίδιος προχωρά στη λειτουργία του δικού του μικρού γραφείου. Το 2002, όταν αναδεικνύει ένα πολύκροτο σκάνδαλο εις βάρος ηλικιωμένων, το οποίο οδηγεί σε μια τεράστια αγωγή ενάντια στο γηροκομείο Sandpiper Crossing, ο Τζίμι ενημερώνει τον Τσακ και την HHM για την προσοδοφόρα υπόθεση, με την ελπίδα να προσληφθεί σε θέση δικηγόρου στην εταιρεία για να ασχοληθεί με αυτήν. Όμως, ο άμεσος συνεταίρος του Τσακ, Χάουαρντ Χάμλιν, ρίχνει άκυρο στον Τζίμι, διαμηνύοντάς του ότι η HHM δεν πρόκειται να του δώσει δουλειά.

Σε μια σοκαριστική για τον ίδιο εξέλιξη, ο Τζίμι μαθαίνει ότι ο πραγματικός υπαίτιος που έθεσε βέτο στην ανέλιξή του είναι ο ίδιος του ο αδερφός. Αυτό είναι το πρώτο κρίσιμο σταυροδρόμι όπου βλέπουμε να εκδηλώνεται η έμφυτη ροπή του Τζίμι προς προς το «κακό», μέσα από βεβιασμένα «λάθη» και αυτοκαταστροφικές ξεκοκεφαλιές που ξεκινούν σαν προσωρινά «βραχυκυκλώματα» και εξελίσσονται σε σταθερά και επικρατούντα μοτίβα. Μια πρώτη, λιγότερο καχύποπτη ανάγνωση αυτής της απροσδόκητης συμπεριφοράς, είναι ότι ο Τζίμι, μέσα από το σοκ της προδοσίας του Τσακ και την επακόλουθη βραχύβια επανασύνδεση με τον Μάρκο, διαπιστώνει ότι χρειάζεται την «περιπέτεια» στη ζωή του και δεν μπορεί να ανεχθεί πλέον τον έλεγχο από τρίτους. Πόσω μάλλον όταν εκείνοι του βάζουν τρικλοποδιές παρά τη -σχετική!- συμμόρφωσή του με τους δικούς τους κανόνες του -έντιμου- παιχνιδιού, ή σε άλλες περιπτώσεις όταν τον οριοθετούν ασφυκτικά. Όμως μια διαφορετική, πιο κυνική ανάγνωση, είναι ότι ο Τζίμι επιλέγει να αυθαιρετήσει και να «αυτοκατασταφεί» ακριβώς τη στιγμή που βρίσκεται στα πρόθυρα της επιτυχίας. Θα ακολουθήσουν και άλλα τέτοια αυτοκτονικά «κρούσματα» απειθαρχίας, συμβαδίζοντας με την ολοένα και βαθύτερη ολίσθιση του πρωταγωνιστή στην καθοδική σπείρα της ηθικής κατάπτωσης.

Για τη συγγραφική ομάδα που κινεί τα νήματα της σειράς, το ταξίδι του Σολ στο BCS μοιάζει με μια πρόκληση ανάπτυξης χαρακτήρα αντίστοιχου βεληνεκούς με την περίπτωση του χημικού Γουόλτερ Γουάιτ. Το BB -από το οποίο ξεπήδησε ως παρακλάδι το BCS- ήταν μια σειρά-φαινόμενο, η οποία εκτόξευσε στα ύψη τον ποιοτικό πήχη για τις τηλεοπτικές παραγωγές. Τη μερίδα του λέοντος σε αυτή την αναγνώριση την όφειλε στο στήσιμο του πρωταγωνιστικού της χαρακτήρα, αλλά και την εκπληκτική απόδοση του ρόλου από τον ηθοποιό Μπράιαν Κράνστον, ο οποίος τον έκανε κτήμα του και τον απογείωσε. Ο Mr. Γουάιτ ήταν ένας λαμπρός επιστήμονας με θητεία στην εταιρεία Gray Matter Technologies, η οποία θα μετατρεπόταν σε «κολοσσό» χάρη στη δική του έρευνα. Όμως στο μεταξύ, ο ίδιος είχε πουλήσει το ποσοστό του για ένα ασήμαντο αντίτιμο και είχε μεταναστεύσει στο Αλμπουκέρκι, όπου ζούσε ως ξεπεσμένος καθηγητής λυκείου. Όλα αυτά ώσπου ο καρκίνος του χτύπησε την πόρτα, αφυπνίζοντάς τον από τη συμβιβασμένη «μη ζωή» του. Ο Γουάιτ απεικονίσθηκε ως ένα προικισμένο αλλά άκρως συμπλεγματικό άτομο, το οποίο αποφάσισε να εκδικηθεί τη μοίρα του και την ευρύτερη κοινωνία για τις προοπτικές που του στέρησαν και για τη μικροαστική «φυλακή» στην οποία το καταδίκασαν. Με αυτό το έξυπνο δόλωμα, οι συγγραφείς της σειράς άναψαν μέσα μας τη σπίθα της ενσυναίσθησης, παρασύροντάς μας να συντροφεύσουμε ως υποστηρικτικοί παρατηρητές την πορεία του Γουόλτ ως διάττοντα αστέρα στον κόσμο της διακίνησης μεθαμφεταμίνης και την περιήγησή του στα κλιμάκια του εγκλήματος προτού χτίσει σταδιακά τη δική του αυτοκρατορία. Ήδη πολύ πριν από τα μέσα της διαδρομής, είχε ηχήσει στα αυτιά μας το χαστούκι της συνειδητοποίησης: Συναισθανθήκαμε, ταυτιστήκαμε και υποστηρίξαμε έναν χαρακτήρα του οποίου το τοξικό εγώ είχε πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, θυσιάζοντας κάθε ανθρώπινη αξία. Αλλά ακόμη και αφότου φτάσαμε στο σημείο να τον «μισούμε», παράλληλα συνεχίζαμε να νοιαζόμαστε για την τύχη του και να προσδοκούμε την εξιλέωσή του. Τώρα, στο BCS, οι θεατές καλούμαστε να παρακολουθήσουμε να ξετυλίγεται ένα αντίστοιχο -αλλά συνάμα διαφορετικής υφής- κουβάρι ψυχοσυμπεριφορικών αλλαγών, αυτή τη φορά στα ενδότερα του λαβυρινθώδους χαρακτήρα που «γέννησε» την περσόνα του δικηγόρου Σολ. Κάπου εδώ, κλείνει η παρένθεση περί Γουόλτερ (σ.σ. περισσότερα στη συνέχεια).

Κάποια από τα κόλπα που σκαρώνει ο Τζίμι είναι θεωρητικά άκακα, ή κινητοποιούνται από καλές προθέσεις, όμως σιγά σιγά το παιχνίδι του γίνεται ολοένα και πιο σκοτεινό, με τεράστιες παράπλευρες επιπτώσεις στον περίγυρό του και στον ίδιο. Ως κομβικά τέτοια σταυροδρόμια στο BCS αναφέρουμε ενδεικτικά τη σύμπραξη με την Κιμ Γουέξλερ (σ.σ. δυναμική συνάδελφος και ερωτική σύντροφος με μεγάλη έφεση στα παραπλανητικά τρικ που ειδικεύεται ο Τζίμι, η οποία αντικαθιστά τον παλιόφιλο Μάρκο ως partner in crime), την ακούσια συνάντηση και σύνδεσή του με τους ανθρώπους του μεξικανικού καρτέλ ναρκωτικών (βλ. συναπάντημα με τον Τούκο Σαλαμάνκα στο πρώτο επεισόδιο της σειράς) στο πλαίσιο μιας από τις απάτες του, και τέλος, τον θάνατο του Τσακ, ο οποίος αυτοκτόνησε μετά από μια χαμένη μονομαχία με τον -επίσης πεισματάρη- αδελφό του ενώπιον του δικαστηρίου (σ.σ. μια πανωλεθρία που στιγμάτισε την καριέρα και τη φήμη του πρώτου). Η βαθύτερη ρωγμή που υπέστη ο Τζίμι στον ψυχισμό του από την αυτοκτονία του Τσακ, και ο ρόλος του σε αυτή την τραγική έκβαση, τον οδήγησε στην οριστική αποστασιοποίηση από οτιδήποτε παρέπεμπε στην οικογένειά του και τη βαριά κληρονομιά της, αλλάζοντας επίσημα το όνομά του από Τζίμι Μακ Γκιλ σε Σολ Γκούντμαν. Όμως ο Τζίμι θα συνεχίσει να κουβαλά τα κατάλοιπα που άφησε πίσω της αυτή η ταρραχώδης σχέση, δημιουργώντας ένα νέο τοξικό ντουέτο, αυτή τη φορά συμμαχικό και όχι αντιμαχόμενο· με την Κιμ. Μόλις η ιδεαλίστρια δικηγόρος ανακαλύπτει τις προοπτικές που έχουν με τον Τζίμι στις κομπίνες, πέφτει στην ίδια επικίνδυνη παγίδα με αυτή που είχε ολισθήσει ο παρτενέρ της: Πιστεύει ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει την τέχνη της εξαπάτησης για «καλό» σκοπό, χωρίς να αναλογίζεται τις πιθανές παράπλευρες απώλειες και τους κινδύνους που ελλοχεύουν από την κατάχρηση αυτής της «εξουσίας» (δηλ. του να χειραγωγεί κανείς καταστάσεις).

Μετά από πολλές τραυματικές εμπειρίες (κλικ εδώ αν θέλετε να φρεσκάρετε τη μνήμη σας για το τι συνέβη στην -προηγούμενη- πέμπτη σεζόν της σειράς), ο Τζίμι βρίσκεται στα τελικά στάδια της ολοκληρωτικής αυτομόλησης στην ανήθικη επαγγελματική περσόνα που ακούει στο όνομα «Σολ Γκούντμαν». Στο πλευρό του συνεχίζει να βρίσκεται η χαρισματική συνάδελφός του, Κιμ Γουέξλερ (Ρία Σίχορν), η οποία μετά από ένα διάστημα προβληματισμού και αμφιταλάντευσης αποφασίζει να δοθεί ολοκληρωτικά στην εκρηκτική χημεία τους και να τον παντρευτεί. Ο Λάλο Σαλαμάνκα (Τόνι Ντάλτον) έχει αναδειχθεί στον main antagonist της σειράς, περνώντας αλώβητος -και πολύ σκληρός για να πεθάνει- από τα τρία καθηλωτικά επεισόδια που μας επεφύλαξε η πέμπτη σεζόν προτού ρίξει αυλαία. Ο επίδοξος δολοφόνος του δεν είναι άλλος από τον παλιό μας γνώριμο, Γκας Φρινγκ (Τζιανκάρλο Εσποσίτο), ή αλλιώς «κοτοπουλά», τον οποίο γνωρίσαμε στο BB ως τον ευηπόληπτο, υπεράνω πάσης υποψίας επαγγελματία που συνεργάζεται υπογείως με τον Γουόλτερ/Χάιζενμπεργκ για την παρασκευή τεράστιων ποσοτήτων ψυχοτρόπων ουσιών στο μυστικό υπερ-εργαστήριό του. Ο Φρινγκ δεν επιθυμεί κανένα πρωτοπαλίκαρο της ναρκο-φατριάς των Σαλαμάνκα να στέκεται εμπόδιο στα σχέδια για την εν κρυπτώ κατασκευή της -τότε στα σκαριά- εργοστασιακής μονάδας για την παραγωγή κρυσταλλικής μεθαμφεταμίνης· ένα κρίσιμο ορόσημο για την τελική επικράτηση επί του μεξικανικού καρτέλ και την εκδίκηση επί του ανήμπορου -πλεόν- πατριάρχη των Σαλαμάνκα, Έκτορ (Μαρκ Μάργκολις).

• Επεισόδιο #1: «Wine and Roses»

Rating: 3.5 out of 5.
anaskopisi-better-call-saul-6i-season

Το εισαγωγικό κλιπάκι -πριν τους τίτλους αρχής- είναι μια πρόδρομη αφήγηση που μας μεταφέρει στην πολυτελή βίλα του Σολ, όπου ένα κλιμάκιο προχωρά σε κατασχέσεις όλων των υπαρχόντων μετά τα γεγονότα του «Breaking Bad» και της εξαφάνισης του δικηγόρου. Δεν είναι κάτι το ξαφνικό ή απροσδόκητο, αν αναλογιστούμε ότι με όσα πιθανότατα βγήκαν στη φόρα μετά την αποκάλυψη της ταυτότητας του Χάιζενμπεργκ στο BB, το FBI είχε κάθε πάτημα ώστε να κατασχέσει την περιουσία του Σολ.

Κλείνοντας αυτή την παρένθεση και επιστρέφοντας στο παρόν της κεντρικής αφήγησης, ο φακός εστιάζει στον απόηχο της ένοπλης επιδρομής στην έπαυλη του Λάλο. Ο Νάτσο Βάργκα (Μάικλ Μάντο), άνθρωπος-κλειδί που άνοιξε την «κερκόπορτα» στους εκτελεστές για το ύπουλο χτύπημα εις βάρος του Λάλο, είναι πια φυγάς και προσπαθεί να δραπετεύσει από την εχθρική περιοχή, τη στιγμή που τα άκρως ψαρωτικά δίδυμα ξαδέρφια του Τούκο Σαλαμάνκα βρίσκονται στο κατόπι του. Ο ενορχηστρωτής της σφαγής, Γκας, υποδύεται για άλλη μια φορά με επιτυχία τον ανήξερο, αλλά κατά κάποιο ειρωνικό τρόπο βρίσκεται κι εκείνος στο σκοτάδι της άγνοιας, αφού δεν έχει αντιληφθεί οτι το σχέδιο του να βγάλει από τη μέση τον Λάλο έχει αποτύχει. Από την άλλη, ο εντολοδόχος του Γκας, Μάικ Ερμαντροτ (Τζόναθαν Μπανκς), αμφιβάλλει για τις προθέσεις του αφεντικού του και προσπαθεί να τον πείσει να βοηθήσει τον Νάτσο να βρει έξοδο διαφυγής.

Ο Λάλο, ο οποίος μετά τη σε βάρος του δολοφονική επίθεση έχει ξεδιαλύνει το τοπίο της προδοσίας, κάνει ό,τι χρειαστεί ώστε να θεωρηθεί νεκρός από τους πάντες. Μοναδική εξαίρεση είναι ο θείος Έκτορ, ο οποίος παίρνει στην κυριολεξία ζωή από το απροσδόκητο τηλεφώνημα του ανιψιού του στο γηροκομείο όπου ζει απομονωμένος. Εν συνεχεία, ο Λάλο φτάνει μέχρι το σημείο να σκοτώσει έναν νοικάρη του -όχι όποιον κι όποιον- και να μεταφέρει στην έπαυλη το απανθρακωμένο κουφάρι του, ώστε να αναγνωριστεί ως εκείνο του Σαλαμάνκα μέσω της οδοντοστοιχίας. Ο αθεόφοβος, έχει προνοήσει από παλιά για μια τέτοια πιθανότητα -όπου θα καλούνταν να εμφανίσει το υποτιθέμενο πτώμα του. Όπως μαθαίνουμε, στο παρελθόν είχε σπεύσει να «διευκολύνει» τον ανυποψίαστο νοικάρη του, προσφέροντάς του τη δυνατότητα να επισκεφθεί έναν «δικό του» οδοντίατρο για να φτιάξει εκεί τα δόντια του. Αυτό που συμπεραίνουμε εμείς, είναι ότι ο νοικάρης είχε παρουσιασθεί στο οδοντιατρείο χρησιμοποιώντας την ταυτότητα του Λάλο Σαλαμάνκα. Με αυτό τον τρόπο, η οδοντοστοιχία που έχει καταχωρηθεί στο όνομα του Λάλο, είναι αυτή του νοικάρη-δολώματος που ταυτοποιείται στον τόπο του εγκλήματος!

Στο ίδιο επεισόδιο, έπειτα από παραίνεση του θείου Έκτορ, ο Λάλο αποφασίζει να μείνει στο Μεξικό και να προσκομίσει στον Δον Ελάδιο (Στίβεν Μπάουερ) αποδείξεις για την προδοσία του Γκας, πιθανότατα έχοντας στο μυαλό να εκμαιεύσει μια ομολογία από τον Νάτσο. Πείτε ό,τι θέλετε για τον Λάλο, αλλά αυτός ο ψυχοπαθής τύπος είναι τόσο αντισυμβατικός, ευπροσάρμοστος στα δεδομένα (δείτε πώς αλλάζει «ταχύτητες» από την οργή και τη δίψα για εκδίκηση από τους προδότες, στην καλοσυνάτη ευγένεια όταν εναλλάσσονται στο τηλέφωνο ο θείος του και η νοσοκόμα του γηροκομείου) και κατά κάποιο διεστραμμένο τρόπο γοητευτικός, σε σημείο να αντισταθμίζει κάθε μένος ενάντια στις πράξεις του! Όταν συνειδητοποιεί ότι τα πειστήρια που ψάχνει δεν βρίσκονται στις Ηνωμένες Πολιτείες και εγκαταλείπει το σχέδιό του να περάσει κρυφά τα σύνορα, η συμπεριφορά του είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με αυτή των ανιψιών του (σ.σ. οι δίδυμοι Σαλαμάνκα), οι οποίοι στο «BB» δεν δίστασαν να σκοτώσουν όλους τους παράτυπους μετανάστες που επέβαιναν σε ένα παρόμοιο φορτηγό δουλεμπόρων. Ο τύπος είναι τόσο ξηγημένος που επιστρέφει τα χρήματα σε όλους τους μετανάστες και μάλιστα έχει το τακτ ώστε να ζητήσει συγγνώμη που σκότωσε τους δουλεμπόρους που επρόκειτο να τους μεταφέρουν. Βέβαια, είναι ο ίδιος άνθρωπος που σκοτώνει αθώους για ψύλλου πήδημα, ωστόσο το πράττει μόνο όταν ο θάνατός τους είναι μέρος κάποιου σχεδίου ή τυγχάνει η παρουσία τους να παρακωλύει την υλοποίηση των επιδιώξεών του. Δεν δρα με τον αψυχολόγητο τρόπο που το κάνει ο Τούκο, ούτε με την ίδια ψυχρή ωμότητα που εκτελούν οι δίδυμοι.

Μέσα σε όλα, ο Τζίμι παρακάμπτει τις οχλήσεις των αρχών -που υποψιάζονται τον ρόλο που έπαιξε στην αποφυλάκιση του Λάλο- για να προχωρήσει μετά από παρότρυνση της Κιμ σε μια από κοινού πλεκτάνη σε βάρος του παλιού τους γνώριμου -και κόκκινου πανιού για αμφότερους- Χάουαρντ Χάμλιν (Πάτρικ Φάμπιαν). Επισκεπτόμενοι μια λέσχη γκολφ, οι δύο τους δεν θα διστάσουν να θέσουν αμέσως σε εφαρμογή ένα πανούργο σχέδιο για να κηλιδώσουν το όνομα του διευθύνοντα συμβούλου της δικηγορικής εταιρίας HHM στα μάτια των σημαντικότερων συνεργατών του.

Έχει περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που είδαμε «Better Call Saul» και ίσως κάποιες λεπτομέρειες να διαφεύγουν στον θεατή. Για όσους δεν είχαν χρόνο να ξαναθυμηθούν τι έχει προηγηθεί, το πρώτο επεισόδιο του έκτου κύκλου -με ελλ. μτφρ. τίτλο «Κρασί και τριαντάφυλλα»- πετυχαίνει να μας βάζει γρήγορα στο κλίμα των γεγονότων, και παρότι η προσοχή είναι διασπασμένη στα πολλαπλά μέτωπα της πλοκής καταφέρνει να δώσει αποδεκτό αφηγηματικό traction σε καθένα από αυτά.

• Επεισόδιο #2: «Carrot and Stick»

Rating: 4.5 out of 5.

Επί μεξικανικού εδάφους, το καρτέλ βρίσκεται στα ίχνη του φυγά Νάτσο, ο οποίος νιώθει ασφυκτικά πολιορκημένος. Όπως προείπαμε, ο Μάικ είχε ταχθεί υπέρ της διάσωσής του, ωστόσο λογάριαζε χωρίς τον ψυχρό υπολογιστή Γκας. Τελικά, ο πρώην αστυνομικός αναγκάζεται να υπακούσει στο σχέδιο του αφεντικού του και να «φυτέψει» επιβαρυντικά στοιχεία σε ένα χρηματοκιβώτιο-ρέπλικα που αντικαθιστά το πρωτότυπο στο σπίτι του Νάτσο. Ένας κλειστός φάκελος ο οποίος περιέχει στοιχεία για δήθεν δοσοληψίες του τελευταίου με μια υπεράκτια εταιρεία προδίδει τη θέση του μοτέλ στο οποίο κρύβεται, εκτρέποντας τις υποψίες για την απόπειρα δολοφονίας κατά του Λάλο μακριά από τον Γκας. Στόχος του «κοτοπουλά» είναι η δολοφονία του Νάτσο από τους διδύμους Σαλαμάνκα, ούτως ώστε να μην μπορεί κανείς να συνδέσει τον ίδιο με την αποτυχημένη απόπειρα. Στον Μάικ δεν αρέσει αυτό που πρόκειται να συμβεί, όμως γνωρίζει πολύ καλά ότι ο Νάτσο αποτελεί «βαρίδι» για το στρατόπεδό του. Να σημειωθεί ωστόσο ότι το σχέδιο του Γκας δεν επενδύει αποκλειστικά στο τυφλό μίσος και την οργή των διδύμων, καθώς ο ίδιος έχει προσλάβει έναν δικό του κρυφό εκτελεστή ώστε να εξασφαλίσει ότι ο Νάτσο δεν πρόκειται να βγει ζωντανός από την επερχόμενη συμπλοκή με τους ανθρώπους του καρτέλ.

Όμως το σχέδιο του Γκας αποτυγχάνει για άλλη μια φορά (σ.σ. φαίνεται ότι οι ραδιούργες ενέργειες του «κοτοπουλά» δεν είναι στον ίδιο βαθμό προμελετημένες και μεθοδικές σε σύγκριση με ό,τι συναντάμε αργότερα στο χρονικό πλαίσιο του «Breaking Bad»). Ο Νάτσο αντιλαμβάνεται την παγίδα του «κοτοπουλά» και κατόπιν δραπετεύει από την ενέδρα των -όχι τόσο επιπόλαιων όσο αναμενόταν- Σαλαμάνκα στο κρυσφύγετο όπου είχε καταλύσει. Όντας πλέον ξεκάθαρο ότι το καρτέλ επιθυμεί να αιχμαλωτίσει τον Νάτσο και να τον ανακρίνει -αντί να τον εξολοθρεύσει άμεσα-, ο ρόλος του Γκας κινδυνεύει να αποκαλυφθεί από στιγμή σε στιγμή. Πρώτη σκέψη του τελευταίου είναι να απαγάγει τον πατέρα του Νάτσο για να εκβιάσει τον φυγά υιό, όμως ο Μάικ διαμηνύει ότι δεν πρόκειται να ανεχθεί άλλες κυνικές τακτικές.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά για τον Γκας, ο ίδιος είναι πλέον πεπεισμένος ότι ο Λαλο είναι ζωντανός! Σε αυτό το συμπέρασμα οδηγείται μετά από μια συνάντηση που κανονίζεται για να συλλυπηθεί τον γέρο-Έκτορ, όπου κρίνοντας από τις αντιδράσεις και τους μορφασμούς του παράλυτου πατριάρχη της οικογένειας Σαλαμάνκα, εκείνος κάθε άλλο παρά απαρηγόρητος είναι! Υπό το πρίσμα των εξελίξεων, η τύχη του Νάτσο έχει κεφαλαιώδη σημασία για όλους.

Παράλληλα, ο Τζίμι και -πρωτίστως- η Κιμ συνεχίζουν να σκάβουν τον λάκκο του ανυποψίαστου Χάουαρντ, επιστρετεύοντας για μία ακόμα φορά τα «ταχυδακτυλουργικά» τους. Ο Τζίμι επισκέπτεται το εκπεσόν ζεύγος οικονομικών εγκληματιών Κρεγκ (Τζέρεμι Σάμος) και Μπέτσι (Τζούλι Άνι Έμερι) Κέτλμαν, τους οποίους στο παρελθόν είχε προσπαθήσει να εκπροσωπήσει, και εκ τον υστέρων παγιδεύσει. Στόχος αυτή τη φορά είναι να τους «κουρδίζει» ώστε να συκοφαντήσουν τον Χάουαρντ, ο οποίος στην τότε -ατυχή για εκείνους- συγκυρία είχε διατελέσει δικηγόρος τους. Τον παρουσιάζει στα μάτια τους ως τοξικομανή, προσφεροντάς τους έτσι ένα παραθυράκι ώστε να αλλάξουν τη μοίρα τους προφασιζόμενοι «μη αποτελεσματική υπεράσπιση». Έχοντας δελεαστεί από το κόνσεπτ, οι δύο απατεώνες τρώνε το δόλωμα και διαβάλλουν τον Χάουαρντ στον φίλο του, Κλιφ Μέιν (Εντ Μπέγκλεϊ Τζούνιορ), συνιδρυτή της δικηγορικής εταιρείας Davis & Main, η οποία διαχειρίζεται την πολύκροτη υπόθεση Sandpiper (σ.σ. την οποία είχε αναδείξει παλαιότερα ο Τζίμι) από κοινού με τη Hamlin & McGill (HHM). Όταν αντιλαμβάνονται ότι χρησιμοποιήθηκαν και αρχίζουν να κλωτσάνε, η Κιμ επεμβάινει χωρίς αναστολές με το «μαστίγιο» της απειλής προκειμένου να τους κρατήσει σιωπηλούς και υπάκουους. Ο Τζίμι, ο οποίος προσπαθεί ακόμα να συνέλθει από τις τραυματικές εμπειρίες της προηγούμενης σεζόν (βλ. επεισόδιο «Bagman», στο οποίο μετά βίας επιβίωσε μετά από μια καταδίωξη και περιπλάνηση στην έρημο μαζί με τον Μάικ), παρακολουθεί με συγκρατημένο σκεπτικισμό την ανάδειξη της συζύγου του σε ρόλο πρώτου βιολιού στις πλεκτάνες τους. Η αυτοπεποίθησή του έχει κλονιστεί, και ίσως αρχίζει να αποκτά -έστω και υποσυνείδητα- επίγνωση ότι η κακή του επιρροή δημιούργησε ένα τέρας στο πρόσωπο της «καινούργιας», πιο αδίστακτης εκδοχής της συμβίας του. Με την τύχη της Κιμ στο «Breaking Bad» να εξακολουθεί να αγνοείται, είναι σίγουρο ότι η μεταστροφή της από ένα άτομο με αδιαπραγμάτευτο αξιακό κώδικα και φραγμούς δεοντολογίας σε έναν χαρακτήρα που δεν διστάζει να παίζει ολοένα και περισσότερο με τη φωτιά, ακολουθώντας τα χνάρια της περσόνας του Σολ, θα σύρει τον χορό των εξελίξεων, διαδραματίζοντας ρόλο-κλειδί στην κλιμάκωση του ενδιαφέροντος της τελευταίας σεζόν του «Better Call Saul».

Το «Καρότο και μαστίγιο» είναι ένα χορταστικό επεισόδιο με νεύρο, χαρακτήρα και αριστουργηματική, προσεγμένη στη λεπτομέρεια αφήγηση, δίχως το παραμικρό ίχνος περιττού exposition (βλ. σκηνή αλλαγής χρηματοκιβωτίου). Ένα 60λεπτο που προσφέρει τα πάντα και υπόσχεται ακόμα περισσότερα για τη συνέχεια. Στις σκηνές του Νάτσο, καθηλώνει με το σασπένς και την ατμοσφαιρικότητά του, ιδίως στον τρόπο με τον οποίο εκείνος αντιλαμβάνεται τον κλοιό να στενεύει, συνειδητοποιώντας ότι δεν έχει να περιμένει κάποιο «σωσίβιο» από τον Γκας και ότι έχει μείνει μόνος εναντίον όλων. Αυτές τις σχεδόν βουβές, αγωνιώδεις σκηνές, που θυμίζουν νηνεμία πριν την καταιγίδα, διαδέχεται η έφοδος των διδύμων Σαλαμάνκα, δίνοντας τη σκυτάλη σε καταιγιστικό πιστολίδι και έκρηξη αδρεναλίνης. Παράλληλα, η εναλλαγή του πεδίου δράσης αποφορτίζει το κλίμα, ξεδιπλώνοντας επιδέξια την επόμενη φάση του σχεδίου που έχουν σκαρφιστεί ο Τζίμι με την Κιμ και τη διαμόρφωση των νέων μεταξύ τους δυναμικών. Μα πιο πολύ από όλα, προσθέτει το κερασάκι στην τούρτα του επεισοδίου, που δεν είναι άλλο από τις σπαρταριστές ερμηνείες των ηθοποιών που υποδύονται τους απελπισμένους -και άκρως κουτοπόνηρους- Κέτλμαν. Περίφημα!

• Επεισόδιο #3: «Rock and Hard Place»

Rating: 4 out of 5.

Η ώρα της κρίσης για τον Νάτσο Βάργκα έχει φτάσει. Ο ίδιος βαδίζει στην κόψη του ξυραφιού και παίζει κρυφτούλι με τους διδύμους, σε σκηνές που κρατούν τόσο εκείνον όσο και τους θεατές με κομμένη την ανάσα! Έχοντας πια βεβαιωθεί ότι στάλθηκε στο Μεξικό σαν πρόβατο επί σφαγής, ο φυγάς κάνει ένα οργισμένο τηλεφώνημα στον Γκας και ζητά διαβεβαιώσεις για την ασφάλεια του πατέρα του προκειμένου να συνεχίσει να είναι συνεργάσιμος. Ο Μάικ μπαίνει εγγυητής, κι έτσι ο Νάτσο συνεχίζει να παίζει το παιχνίδι του «κοτοπουλά». Το σχέδιο είναι να παρουσιαστεί στους ανθρώπους του καρτέλ, να τους ρίξει στάχτη στα μάτια παίρνοντας όλη την ευθύνη επάνω του και να δει την αυλαία να πέφτει, ελπίζοντας ότι το φινάλε δεν θα είναι υπερβολικά μαρτυρικό. Από ένα σημείο και έπειτα, παρουσιάζεται στους δέκτες μας ως μελλοθάνατος (σ.σ. το συγκινητικό τελευταίο τηλεφώνημα στον πατέρα του). Και έτσι είναι.

Με το επεισόδιο «Rock and Hard Place», το «Better Call Saul» γνέφει αντίο σε έναν από τους σημαντικότερους χαρακτήρες της σειράς -και του «Breaking Bad» universe γενικότερα θα τολμήσουμε να πούμε-, καθίζοντάς τον στο «εδώλιο» μιας άτυπης δικής από το συνδικάτο του εγκλήματος. Εκεί, ο Νάτσο δράττεται της καθαρτικής ευκαιρίας να επιδοθεί σε έναν σαρωτικό μονόλογο, εξομολογούμενος με θράσος ενώπιον των Σαλαμάνκα τα αισθήματα μίσους που τρέφει απέναντί τους (σ.σ. είναι οι πρώτοι και κύριοι που τον κρατούσαν στη δούλεψή τους απειλώντας να κάνουν κακό στον πατέρα του). Στο αποκορύφωμα, με ένα θανατερό βλέμμα όλο νόημα, έρχεται η αποκάλυψη του κρυφού του ρόλου στην «πτώση» του Έκτορ, τον οποίο σαμπόταρε αλλάζοντάς του κρυφά τη φαρμακευτική αγωγή και καταδικάζοντάς τον σε βαριά αναπηρία. Ο Βάργκα λέει «αντίο» με το κεφάλι ψηλά, συγκεντρώνοντας στις τελευταίες του στιγμές τόση δύναμη ώστε να εκφοβίσει τον Γκας, κυριολεκτικά να πληγώσει τον επικεφαλής του καρτέλ Μπόλσα και να τρίψει στα μούτρα των Σαλαμάνκα τη ζημιά που τους έκανε. Αναλαμβάνοντας τον ρόλο της θείας δίκης, οι σεναριογράφοι της σειράς παραχωρούν στον άνθρωπο που τελούσε από την αρχή της σειράς υπό συνεχιζόμενο καθεστώς ομηρίας, τη δυνατότητα να υπογράψει το τέλος του με τους δικούς του όρους. Χωρίς να μας δίνεται κάτι για το οποίο δεν έχουμε προϊδεαστεί, πρόκειται για ένα φινάλε-λύτρωση που μας γεμίζει και ταυτόχρονα μας αδειάζει, σε μεγάλο βαθμό χάρη στην ταγμένη ερμηνεία του Μάικλ Μάντο…
Πίσω στο Αλμπουκέρκι, η Κιμ και ο Τζίμι περνούν με τη βοήθεια του ελαφροχέρη σωματοφύλακα Χιούελ (Λαβέλ Κρόφορντ) στην επόμενη φάση του σχεδίου τους κατά του Χάουαρντ, με την πρώτη να έχει μπει αβίαστα στο πετσί του ρόλου, πιστοποιώντας ότι είναι η πραγματική «γκάνγκστερ» του διδύμου, σε αντίθεση με τον σύζυγό της που δείχνει πιο μαγκωμένος. Στο μεταξύ, μετά την αποκάλυψη της κρυφής ταυτότητας του αποθανόντα -έτσι νομίζουν!- Λάλο, ο οποίος παλαιότερα είχε συλληφθεί, φυλακιστεί, παρουσιασθεί στο δικαστήριο και εκπροσωπηθεί από τον Σολ ως δήθεν Χόρχε ντε Γκουζμάν, οι εισαγγελικές αρχές αρχίζουν να συνδέουν τον δικηγόρο με το καρτέλ (σ.σ. ο Τζίμι στο παρελθόν έχει εκπροσωπήσει και τον Νάτσο, ο οποίος δούλευε για τον Τούκο Σαλαμάνκα). Προκειμένου να μην ξεκινήσουν έρευνα σε βάρος του, ζητούν από την Κιμ, ως «πιο λογική», να μεσολαβήσει πείθοντάς τον να παραμερήσει το δικηγορικό απόρρητο και να καταθέσει όσα γνωρίζει για τις δραστηριότητες των Σαλαμάνκα. Η Κιμ ξέρει ότι μια πραγματικά ηθική στάση απαιτεί συστράτευση απέναντι στους εγκληματίες του καρτέλ, όμως μοιάζει να αποδοκιμάζει σιωπηλά την ιδέα της ανάληψης του ρόλου του χαφιέ από τον Τζίμι. Άλλωστε, η ίδια αρέσκεται στο να στήνει δικές της πλεκτάνες και όχι να παίζει τα παιχνίδια άλλων. Από την άλλη ο Τζίμι, μην σταματώντας να ζητά τις συμβουλές της, μοιάζει να έχει βρει στο πρόσωπό της έναν θηλυκό «Γουόλτερ Γουάιτ». Θα συνεχίσει να παρακολουθεί άπραγος την Κιμ να αποδέχεται τη σκοτεινή πλευρά της;

Η ηρωική έξοδος που επιφυλάσσεται στον Νάτσο θα παροτρύνει τους οπαδούς της σειράς να εκφράσουν συναισθήματα αιώνιας αγάπης, αποθεώνοντας «Το σφυρί και το αμόνι». Κάποιοι θα φτάσουν στο σημείο να το παρομοιάσουν με τον «Breaking Bad» κολοφώνα «Ozymandias» (συνδέονται μέσα από το δομικό τρίπτυχο «φλέγοντα διλήμματα, χαιρέκακες εξομολογήσεις και θάνατος στην έρημο»). Όμως, αν μείνουμε μακριά από συναισθηματισμούς, το «Rock and Hard Place» ναι μεν μας κράτησε καθηλωμένους, αλλά δεν μας συντάραξε στον βαθμό που το έκανε η παρούσα σειρά ή η προκάτοχός της στα καλύτερά τους.

• Επεισόδιο #4: «Hit and Run»

Rating: 3.5 out of 5.

Η Κιμ συναντιέται με τον Κλιφ και του κάνει μια δελεαστική επαγγελματική πρόταση, την ώρα που το σχέδιο δυσφήμισης του Χάουαρντ συνεχίζεται ακάθεκτο. Ο Τζίμι, μεταμφιεσμένος σε Χάουαρντ, κι έχοντας νωρίτερα πάρει το αυτοκίνητο του άσπονδου συναδέλφου του χωρίς να τον αντιληφθεί κανείς, περνά επίτηδες από το σημείο του ραντεβού και παρατά σύξυλη μια -όχι τόσο άγνωστη σε εμάς- πόρνη, μπροστά στα μάτια του εμβρόντητου συνιδρυτή της Davis & Main. Πάνω στην αναμπουμπούλα, ο τελευταίος νομίζει ότι είδε τον Χάμλιν σε άλλη μια αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά.

Οι υποψίες της εισαγγελίας για τη σχέση του Τζίμι με το καρτέλ ναρκωτικών καθιστούν τον πρώτο ανεπιθύμητο στο επαγγελματικό του περιβάλλον στο δικαστήριο, αλλά περιζήτητο στον υπόκοσμο. Κάπως έτσι, το πελατολόγιο του Σολ Γκούντμαν διευρύνεται και οι δουλειές του ανθίζουν σαν ανοιξιάτικος μπαξές. Παράλληλα, η Κιμ διαπιστώνει ότι παρακολουθείται από ανθρώπους του Μάικ, ο οποίος την ενημερώνει ότι ο Λάλο είναι ζωντανός. Όταν η Κιμ τον ρωτάει γιατί επέλεξε να μιλήσει σε εκείνη και όχι στον Τζίμι, εκείνος της απαντά ότι τη θεωρεί «πιο σκληροτράχηλη»• μια ατάκα με ιδιαίτερο νόημα αν αναλογιστούμε την πορεία που έχει διαγράψει η δικηγόρος από τον πρώτο κύκλο της σειράς. Τα νέα κλονίζουν το αίσθημα ασφάλειας της Κιμ και ενισχύουν την προστατευτικότητά της προς τον Τζίμι, ενόσω το παζλ της μεταμόρφωσης του σε Σολ Γκούντμαν του «Breaking Bad» βαίνει προς την ολοκλήρωσή του (σ.σ. άξια αναφοράς η βολιδοσκόπηση των νέων γραφείων του στα γνώριμα λημέρια όπου μας συστήθηκε στο BB).

Ο Γκας, υποφέροντας πλέον από μανία καταδίωξης, παίρνει σχολαστικές προφυλάξεις για το ενδεχόμενο επίθεσης σε βάρος του, χαρίζοντάς μας ένα εξαιρετικό μονόπλανο στη σκηνή της υπόγειας στοάς που ενώνει την εικονική κατοικία και το κρησφύγετό του. Αυτή η αποκάλυψη δίνει νέες διαστάσεις στη σκηνή από το επεισόδιο «Thirty-Eight Snub» που παρακολουθήσαμε κατά την τέταρτη σεζόν του «Breaking Bad», όπου ο Γουόλτερ Γουάιτ έφτασε μέχρι το κατώφλι του σπιτιού του Γκας με σκοπό να τον δολοφονήσει. Τότε, ωστόσο, είχε λάβει ένα τηλεφώνημα από το τσιράκι του Γκας, Τάιρους, ο οποίος του έγραφε: «Πήγαινε σπίτι, Γουόλτερ». Παρότι η σκηνή ήταν συναρπαστική, δεν έγινε ποτέ σαφές πώς ο Τάιρους γνώριζε ότι ο Γουόλτ ήταν έξω από σπίτι του Φρινγκ. Ε, να που αυτό το επεισόδιο του «Better Call Saul» μας έδωσε την απάντηση: Το σπίτι του Φρινγκ ήταν δόλωμα και υπήρχε στενή παρακολούθηση από κάμερες και προσωπικό ασφαλείας. Genius!

Τη BB αύρα ενισχύουν και κάποιες επανεμφανίσεις υποστηρικτών ρόλων, όπως συμβαίνει με τα περάσματα της ιερόδουλης φίλης του Τζέσι Πίνκμαν, Γουέντι (Τζούλια Μινέσκι), και του τοξικομανή Σπούτζ (Ντέιβιντ Ούρεϊ). Για όσους μπερδεύτηκαν από το προσεγμένο παρουσιαστικό του τελευταίου -όπως συστήθηκε ως πελάτης του Σολ-, πρόκειται για τον ληστή του ATM από το επεισόδιο «Peekaboo» της δεύτερης σεζόν του BB, ο οποίος μαζί με την αποκρουστική σύζυγό του βρέθηκαν στον δρόμο του διαμοιραστή μεθαμφεταμίνης Πίνκμαν ως ζευγάρι «ναρκομανών Μπόνι και Κλάιντ». Πάντως εδώ, δείχνει ολοφάνερα πολύ πιο υγιής πνευματικά και εμφανισιακά (σ.σ. ίσως μια έμμεση νύξη στη ζημιά που ήταν ικανή να προξενήσει η «ανωτάτης ποιότητας» μεθαμφεταμίνη του χημικού -της καρδιάς μας- Γουόλτερ Γουάιτ).

Μετά από δύο καταιγιστικά επεισόδια, «Το κόλπο» ρίχνει αποτελεσματικά τους τόνους και προωθεί πιο οικονομικά την πλοκή, χωρίς όμως να «λιμνάζει». Αυτό οφείλεται κυρίως στο αναζωογονητικό σασπένς που συνοδεύει το εξαιρετικά καλοστημένο και μεθοδικό κόλπο των Τζίμι-Κιμ, το οποίο βάζει ένα ακόμη λιθαράκι στην προσπάθεια δυσφήμισης του Χάουαρντ. Το ίδιο συμβαίνει και με το εξαιρετικά φιλμαρισμένο σεναριακό αποκύημα σχετικά με το σπίτι-βιτρίνα του Γκας, το οποίο διευθετεί αφηγηματικές εκκρεμότητες του παρελθόντος. Δεδομένου ότι πάντα ελλοχεύει η πιθανότητα του αδόκιμου χαρακτηρισμού ενός τέτοιου επεισοδίου ως filler, εμείς θα αρκεστούμε στο να πούμε ότι το επεισόδιο παραμένει «Hit and Run» και όχι… «Hit and Miss».

• Επεισόδιο #5: «Black and Blue»

Rating: 3.5 out of 5.

Ο Κλιφ μιλάει ανοιχτά στον Χάουαρντ για τα όσα περίεργα νομίζει ότι τον έχει δει να κάνει τον τελευταίο καιρό, κατηγορώντας τον για χρήση ναρκωτικών, ύποπτα νταραβέρια με ιερόδουλες και αποκαλυπτοντάς του τα όσα δυσφημιστικά έχουν υπαινιχθεί πελάτες του για εκείνον. Αυτός αρχίζει να συνδέει τα κομμάτια του παζλ και να αντιλαμβάνεται την πλεκτάνη του Τζίμι. Έτσι, αποφασίζει να λύσει τις διαφορές του με τον τελευταίο στο… ρινγκ της πυγμαχίας, όπου κερδίζει εμφατικά με νοκ-άουτ (να αγιάσει το χεράκι του). Είναι φανερό ότι ο Τζίμι παίρνει κάπως αψήφιστα την πρόσκληση του Χάουαρντ σε έναν αγώνα μποξ· για εκείνον είναι άλλη μια αφορμή για να σπάσει πλάκα και να κάνει τους θεατρινισμούς του. Όμως ο Χάουαρντ δεν έχει όρεξη για παιχνίδια, ούτε για αστεία. Για εκείνον, το ποτήρι της υπομονής έχει ξεχειλίσει, και οι γροθιές του θα βοηθήσουν τον Τζίμι να το… εμπεδώσει. «Έχεις εκλάβει την καλοσύνη μου ως αδυναμία» αναφέρει όλο νόημα στον αντίπαλό του, ενόσω αυτός κείτεται στο καναβάτσο ζαβλακωμένος.

Στο παρελθόν, ο Χάουαρντ είχε διακρίνει ότι ο Τζίμι βαθιά κάτω από το προσωπείο του πονούσε για την απώλεια του Τσακ. Εξού και ο ξανθομάλλης συν-επικεφαλής της HHM είχε δοκιμάσει διάφορους συμβατικούς τρόπους για να τον προσεγγίσει και να ξεμπερδέψει με την μονόπλευρα τροφοδοτούμενη κοκορομαχία τους. Μάλιστα, του είχε προσφέρει δύο δουλειές που σχετίζονταν με τη δικηγορική, ωστόσο η ανταπόκριση του Τζίμι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί -επιεικώς- επιθετική έως αυτοκαταστροφική (ανάλογα πώς το βλέπει κανείς). Παρατηρώντας την αδυναμία του Τζίμι να χαλιναγωγήσει το βαθύ και αγιάτρευτο μίσος που τρέφει για τον Χάουαρντ, θεωρούμε ότι η ζήλεια του πρώτου πηγάζει από το γεγονός ότι ποτέ δεν έχαιρε του σεβασμού που απολάμβανε ο δεύτερος στα μάτια του Τσακ. Το φαντεζί lifestyle και η αντιπαθητική δημόσια βιτρίνα του μαυρισμένου από το σολάριουμ Χάουαρντ, ήταν απλά το κερασάκι στην τούρτα. Κλείνει η παρένθεση. Βλέποντας λοιπόν τον Τζίμι να μη συμμορφώνεται με το καλό και να συνεχίζει να του βάζει τρικλοποδιές, ο Χάουαρντ αυτή τη φορά επιλέγει να κατέβει στο επίπεδο του και να τον τακτοποιήσει όπως του αρμόζει. Ταυτόχρονα, πιστεύει ότι ο αγώνας πυγμαχίας θα επιτρέψει και στον Τζίμι να εκτονώσει τα συναισθήματά του και να ηρεμήσει επιτέλους, αφήνοντάς τον ήσυχο. Στη θεωρία, ο υπολογισμός του Χάουαντ είναι σωστός, όμως δυστυχώς λογαριάζει χωρίς την πραγματική εγκέφαλο του σχεδίου που έχει καταστρωθεί για να τον ανατρέψει: Την Κιμ Γουέξλερ. Τη γυναίκα η οποία προτίμησε να αποκρύψει (!) από τον Τζίμι την τόσο σημαντική είδηση ότι ο Λάλο είναι ζωντανός, μόνο και μόνο για να μην αποσπαστεί ο σύζυγός της από το σχέδιο για την καταστροφή του Χάουαρντ. Με αυτά τα δεδομένα, το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού που νομίζει ότι έχει ο τελευταίος, εξαντλείται εντός του ρινγκ. Τζίμι και Κιμ δεν κάθονται λεπτό άπραγοι, με τη δεύτερη να συνεχίζει να χώνει τη μύτη της στην υπόθεση Sandpiper και να αποσπά σημαντικές πληροφορίες. Ο Χάουαρντ είναι ελεύθερος να χαρεί την προσωρινή νίκη του, όμως το στρατόπεδο των αντιπάλων του βρίσκεται πάντοτε ένα βήμα μπροστά όσον αφορά την τελική έκβαση του «πολέμου».

Για όσους δεν έχουν φτάσει ως το φινάλε του πρώτου μισού της έκτης σεζόν, τα ανωτέρω συμβάντα πιθανόν να μη διασώζουν το επεισόδιο «Μαύρο και μπλε» από το να καταχωρείται στα κατάστιχά τους ως ένα 52λεπτο ξεχειλώματος ενός πιθανώς ανούσιου «beef» με ολίγη περιττή σάλτσα εντυπωσιασμού. Η αλήθεια είναι ότι η κόντρα μεταξύ Τζίμι και Χάουαρντ κρατά από προηγούμενες σεζόν, και up to this point δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί το -απευκταίο- σενάριο να μην κατέληγε πουθενά εν τέλει. Εκ των υστέρων, όλοι γνωρίζουμε ότι αυτή η απαισιόδοξη πρόβλεψη έχει διαψευστεί εμφατικά! Έχοντας λοιπόν αυτή τη γενικότερη εικόνα κατά νου, το σενάριο του επεισοδίου συμβάλλει στο μεθοδικό χτίσιμο των ισορροπιών ανάμεσα σε Σολ και Χάουαρντ, οργώνοντας το έδαφος για την ευδοκίμηση μιας τελικής σύγκρουσης που πρόκειται να καθηλώσει και να ανατρέψει τον τρόπο με τον οποίο τους αντιλαμβανόμαστε. Δεν είναι δηλαδή ένα αδιέξοδο «filler feud», όπως εύκολα θα μπορούσε να συμβαίνει.

Ακόμα και χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη το παραπάνω context, κάπου προς το τέλος έχουμε την πολυπόθητη επανεμφάνιση του Λάλο, η οποία ανανεώνει ούτως ή άλλως το ενδιαφέρον. Τον συναντάμε ινγκόγκνιτο σε ένα νυχτερινό μπαράκι να προσεγγίζει τη χήρα του μηχανικού Βέρνερ Ζίγκλερ, ο οποίος είχε ηγηθεί των εργασιών για το εργαστήριο μεθαμφεταμίνης του Γκας. Όπως θυμόμαστε από τα επεισόδια της τέταρτης σεζόν, ο αξιαγάπητος αλλά αφελής και απρόβλεπτος Ζίγκλερ, ήταν ένας ασταθμητος παράγοντας που εξελίχθηκε σε πονοκέφαλο για τον Γκας, διακινδυνεύοντας την ομαλή ολοκλήρωση των σχεδίων του. Γνωρίζοντας λοιπόν από πείρας τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε τέτοιες παραφωνίες ο ψυχρός υπολογιστής Γκας, η δολοφονία του Ζίγκλερ μετά το χειρουργικής ακρίβειας «ψάρεμα» που του έκανε ο δαιμόνιος Λάλο είχε έρθει ως λογική συνέπεια. Τότε, το μυστικό του Γκας δεν είχε μαθευτεί. Τώρα, θέλοντας ολοκληρώσει την αποστολή του, ο Λάλο ψάχνει ξανά τις απαντήσεις στην οικογένεια Ζίγκλερ. Εφορμά στο σπίτι της χήρας, προς συλλογή στοιχείων που θα τον οδηγήσουν στα υπόλοιπα μέλη του συνεργείου που προσέλαβε ο Γκας για το εργαστήριο. Γνωρίζοντας τη στυγερή του φύση, η σκηνή όπου η μοίρα της χήρας και του γλυκύτατου τετράποδου κατοικιδίου της ακροβατούν σε τεντωμένο σχοινί υποχρεώνει την καρδιά μας να προσπεράσει κάποιους χτύπους…

Το «Black and Blue» είναι άλλο ένα επεισόδιο που πιστοποιεί ότι ο Λάλο είναι ένα κράμα χαρισματικότητας και απειλής. Το χαμόγελο και το βλέμμα του είναι από μόνα τους μια επικίνδυνη πλάνη. Ο ίδιος μοιάζει εκ πρώτης όψεως προσιτός και ασκεί ακαταμάχητη γοητεία στον συνομιλητή του, αλλά για όσους έχουν δει τι είναι ικανός να κάνει, υποβόσκει πάντα το τρομακτικό υπόστρωμα του κινδύνου που ελλοχεύει σε κάθε μορφασμό, σε κάθε κουβέντα, σε κάθε κοίταγμα. Έχει την ικανότητα να είναι συμπαθής και ταυτόχρονα τρομακτικός· και η απόδοσή του στο συγκεκριμένο επεισόδιο είναι ένα καλό κίνητρο για να το παρακολουθήσει κανείς με αμείωτη προσμονή.

• Επεισόδιο #6: «Axe and Grind»

Rating: 2.5 out of 5.

Μια ανάσα πριν από το φινάλε του πρώτου μισού της έκτης σεζόν, βρίσκουμε τον Τζίμι και την Κιμ να προετοιμάζονται για τη μεγάλη μέρα της υλοποίησης της τελικής φάσης του σχεδίου τους. Αυτό αφορά στην άμεση διευθέτηση της εκκρεμούσας υπόθεσης Sandpiper, βάζοντας τρικλοποδιά στην HHM, κηλιδώνοντας την υπόληψη του Χάουαρντ και ταυτόχρονα ενεργοποιώντας τη διαδικασία εκταμίευσης μιας μεγάλης χρηματικής ανταμοιβής υπέρ του Τζίμι για τον ρόλο που έπαιξε στην ανάδειξη της υπόθεσης. Προηγουμένως, ο ιδιωτικός ερευνητής που εργάζεται για λογαριασμό του Χάουαρντ έχει πιάσει επ’ αυτοφώρω τον Τζίμι να κάνει μια συναλλαγή 20.000 δολαρίων σε μετρητά με τον Ραντ Καζιμίρο, επικεφαλής διαμεσολαβητή στην υπόθεση Sandpiper. Όταν ο Χάουαρντ ενημερώνεται και παίρνει στα χέρια του τις φωτογραφίες-ντοκουμέντα, εκλαμβάνει τη δοσοληψία ως παράνομη και θεωρεί ότι έχει τον Τζίμι στο χέρι. Στην πραγματικότητα όμως, όλα έχουν προκανονιστεί από το δαιμόνιο ζευγάρι των Τζίμι-Κιμ, οι οποίοι έχουν στήσει το σκηνικό των φωτογραφιών προσλαμβάνοντας έναν ηθοποιό-σωσία για να υποδυθεί τον Καζιμίρο.

Η Κιμ πρόκειται να μάθει τα νέα για την έκβαση του μεγαλεπήβολου σχεδίου από απόσταση. Η ίδια είναι προγραμματισμένο να βρίσκεται σε ένα επαγγελματικό γεύμα στη Σάντα Φε, μετά από πρόσκληση του Κλιφ, προκειμένου να βοηθήσει στο λανσάρισμα ενός προγράμματος μεταρρύθμισης της ποινικής δικαιοσύνης. Η δικηγόρος είναι πολύ ενθουσιασμένη με την εξέλιξη και έχει μεγάλη προσμονή για αυτή τη συνάντηση. Ωστόσο, όταν μια λεπτομέρεια της πλεκτάνης του ζευγαριού στραβώσει (ο πραγματικός Καζιμίρο εμφανίζεται με σπασμένο χέρι αχρηστεύοντας τις στημένες φωτογραφίες με τον σωσία), η Κιμ θα θυσιάσει για άλλη μια φορά τις ιδεαλιστικές της φιλοδοξίες, επιστρέφοντας στο Αλμπουκέρκι για να βοηθήσει τον Τζίμι στην ύπουλη πλεκτάνη του. Σε συνδυασμό με το εισαγωγικό κομμάτι του επεισοδίου που αντλεί υλικό από τα τραυματικά παιδικά χρόνια της Κιμ (σ.σ. η μητέρα της δεν δίσταζε να τη χρησιμοποιεί ως μοχλό αντιπερισμασμού στις μικροκλοπές της), βλέπουμε ότι η τελευταία είναι κατά κάποιο τρόπο γαλουχημένη σε ένα κόσμο μηχανορραφιών, ο οποίος είναι πλέον πολύ… δικό της κομμάτι για να τον απαρνηθεί.

Σε άλλα μέτωπα, ο Λάλο αξιοποιεί τα ευρήματα από το σπίτι της χήρας του Βέρνερ Ζίγκλερ για να εντοπίσει έναν από τους απομονωμένους άνδρες του συνεργείου του. Παράλληλα, το στρατόπεδο του Γκας εξακολουθεί να ξαγρυπνά υπό τον φόβο ενός χτυπήματος από το πιο επικίνδυνο μέλος των Σαλαμάνκα. Τέλος, ο Μάικ παρακολουθεί κρυφά τη νύφη και την εγγονή του για να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλείς και μοιράζεται μαζί τους μια τρυφερή σκηνή στο τηλέφωνο.

Ένα άτομο που λάμπει διά της απουσίας του από τα τεκταινόμενα του επεισοδίου είναι ο Γκας. Σε ένα ειρωνικό twist, παρότι ο ηθοποιός Εσποσίτο πράγματι απουσιάζει από τα δρώμενα επί της οθόνης, στην πραγματικότητα διευθύνει τα των γυρισμάτων από την καρέκλα του σκηνοθέτη! Να σημειωθεί ότι το «Axe and Grind» είναι η πρώτη φορά που ο 64χρονος σκηνοθετεί ένα επεισόδιο στο σύμπαν του «Breaking Bad» ή του «BCS».

Συνοψίζοντας, αν κάτι ξεχωρίζει από το προτελευταίο επεισόδιο του α’ μέρους της έκτης σεζόν, αυτό είναι η διαμόρφωση των λεπτών αποχρώσεων στην παλέτα του χαρακτήρα της Κιμ, ο οποίος είναι λες και πλησιάζει στο τελικό στάδιο της μεταμόρφωσής του σε κάτι αποκρουστικό. Η ίδια λέει για άλλη μια φορά όχι σε μια σημαντική ευκαιρία καριέρας -από αυτές που σίγουρα ονειρευόταν ως νεαρή ιδεαλίστρια δικηγόρος-, μόνο και μόνο για να ενορχηστρώσει την κορύφωση μιας πανούργας πλεκτάνης για λογαριασμό του αηθούς συζύγου της. Κατά τα άλλα, το «Όνειρα και στόχοι» θυμίζει κάτι από ηρεμία πριν την καταιγίδα, σμιλεύοντας το ανάγλυφο της νέας Κιμ και προετοιμάζοντας για την κορύφωση της δράσης, αν και δεν προσφέρει δικές του συγκινήσεις ή έστω στιγμές που να είναι τόσο ξεχωριστές ώστε να αξίζει να τις επισκεφθούμε ξανά. Μοναδική ίσως εξαίρεση το «σεμινάριο» παρασκευής καπουτσίνο του Χάουαρντ· ένας καφές-υπερπαραγωγή που αντιμετωπίζεται με εγκληματική αδιαφορία από την ψυχραμένη σύζυγό του, αφήνοντας ένα έμμεσο σχόλιο για την ποιότητα του γάμου τους.

• Επεισόδιο #7: «Plan and Execution»

Rating: 5 out of 5.
Ανασκόπηση: «Better Call Saul» — 6η σεζόν

Ο Λάλο επιστρέφει στο Αλμπουκέρκι και σφίγγει τον κλοιό στον Γκας, τη στιγμή που το δίδυμο των Τζίμι-Κιμ προσπαθεί να επαναφέρει στην επιθυμητή τροχιά την τελική φάση του σχεδίου του κατά του Χάουαρντ, προχωρώντας στις απαιτούμενες διορθωτικές επεμβάσεις. Η ώρα για το μεγάλο φινάλε του πρώτου μισού της τελευταίας σεζόν του «Better Call Saul» έχει φτάσει.

Ο Σολ επαναστρατολογεί εσπευσμένα τον σωσία του Κασιμίρο, παρουσιάζοντάς τον αυτή τη φορά με γύψο στο αριστερό χέρι. Το τηλεοπτικό συνεργείο του Σολ φωτογραφίζει τον δαιμόνιο δικηγόρο να συναντά τον συνταξιούχο δικαστή σε ένα πάρκο και να του παραδίδει έναν φάκελο, στήνοντας ένα σκηνικό που παραπέμπει σε λάδωμα δημοσίου λειτουργού. Ένας άνθρωπος του Σολ, ο οποίος όπως μαθαίνουμε έχει καταφέρει να παρουσιαστεί στον Χάουαρντ ως μέλος του συνεργαζόμενου -με την εταιρεία του- γραφείου ιδιωτικών ερευνών (ο ιδιωτικός ντετέκτιβ που αναφέρθηκε στο έκτο επεισόδιο -«Axe and Grind»), τον προσεγγίζει ξανά για να του παρουσιάζει τα πλαστά πειστήρια, έτσι που ο τελευταίος πιστεύει ότι έχει πλέον ξεσκεπάσει τη σπέκουλα του Σολ.

Ακολούθως, ο Χάμλιν έρχεται σε επαφή με τη γηραιά κυρία Άιριν Λάντρι, κεντρικό πρόσωπο του νομικού αγώνα των ηλικιωμένων πρώην πελατών του Τζίμι που εξαπατήθηκαν από τον οίκο ευγηρίας Sandpiper (σ.σ. όπως παρακολουθήσαμε στην πρώτη σεζόν, το γηροκομείο πραγµατοποιούσε υπερτιµολογήσεις σε βάρος τους). Ο δικηγόρος ενημερώνει την Άιριν για την επικείμενη συνάντηση με τον παλιό μας γνώριμο Ριτς Σβάικαρτ (Ντένις Μπουτσικάρης), επικεφαλής της νομικής ομάδας υπεράσπισης που εκπροσωπεί το Sandpiper.

Απο την άλλη, ο Κασιμίρο, ο οποίος δεν έχει ταυτοποιηθεί ακόμα από τον Χάμλιν ως το υποτιθέμενο άτομο που είχε δοσοληψίες με τον Σολ, πρόκειται να είναι ο ανεξάρτητος διαμεσολαβητής αυτής της συνάντησης· κάτι σαν διαιτητής που θα εξασφαλίσει έναν «καθαρό» αγώνα μεταξύ της πλευράς των εναγόντων και αυτής των εναγομένων. Μόλις λοιπόν ο Χάμλιν συναντά για πρώτη φορά τον Κασιμίρο, τρώει αμέσως το δόλωμα του Σολ και τον θεωρεί διεφθαρμένο. Οργισμένος, μάλιστα, τον εκθέτει ενώπιον όλων των παρευρισκομένων στη συνάντηση. Δυστυχώς για εκείνον, όμως, τα φωτογραφικά ντοκουμέντα τα οποία επικαλείται εκθέτουν τελικά τον ίδιο, καθότι ο ντετέκτιβ-δάκτυλος του Σολ τα έχει αντικαταστήσει εκ νέου με γελοίες, προφανείς απομιμήσεις των προαναφερόμενων σκηνών δοσοληψίας. Οι παραποιημένες αποδείξεις, σε συνδυασμό με μια μυστική ουσία που έχει χορηγηθεί κρυφά στον Χάουαρντ και κάνει τις κόρες των ματιών του να διασταλούν -ωσάν να βρίσκεται υπό την επήρεια ναρκωτικών-, πλήττουν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του. Τότε αυτός καταλαβαίνει ότι Τζίμι και Κιμ του την έστησαν για τα καλά, αλλά είναι πλέον αργά. Ο ίδιος έχει αποδειχθεί ένα διαχειρίσιμο πιόνι στο βρώμικο παιχνίδι που έστησαν ο Σολ και η Κιμ εις βάρος του.

Μετά το φιάσκο, ο Σβάικαρτ επιστρέφει σε μια λιγότερο γενναιόδωρη προσφορά και ο απηυδυσμένος Κλιφ προχωρά σε άμεση αποδοχή του συμβιβασμού με την πλευρά του Σαντπάιπερ, περιορίζοντας τις αξιώσεις της πλευράς του και συνάμα αποχαιρετώντας τα προβλεπόμενα πολλαπλάσια κέρδη -για όλους- από μια ενδεχόμενη μακροχρόνια δικαστική διαμάχη. Έτσι δρομολογείται, η άμεση πληρωμή του Σολ (σ.σ. ξαναλέμε ότι είναι ο άνθρωπος που ανέδειξε την υπόθεση και οι ηλικιωμένοι πελάτες ήταν δικοί του, για αυτό έχει μερίδιο στα κέρδη), κάτι που, θεωρητικά, ήταν εξαρχής το ζητούμενο για εκείνον και την Κιμ ώστε να αποκτήσουν το πολυπόθητο ρευστό που χρειάζονταν.

Στη ιστορία που εκτυλίσσεται παράλληλα καθ’ όλη τη διάρκεια της σεζόν, βλέπουμε τον Λάλο να δίνει αναφορά στον Δον Ελάδιο μέσα από ένα φρεάτιο απέναντι από το καθαριστήριο Μπριγιάντε! Όχι μόνο για το ότι είναι ζωντανός, αλλά και για το superlab του Γκας που έχει χτιστεί υπό άκρα μυστικότητα κάτω από τη συγκεκριμένη δομή (σ.σ. μετά από ομολογία που εκμαίευσε από τον Κροάτη εργάτη που εντόπισε μέσω της χήρας του Ζίγκλερ). Όμως ο ίδιος ξέρει καλά οτι χρειάζεται να συλλέξει αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία για να στηρίξει την καταγγελία του. Αφού μοιράσει ψευδείς πληροφορίες ότι πρόκειται να επιτεθεί στο σπίτι του Γκας, προχώρα σε μια κίνηση αντιπερισπασμού και εμείς βλέποντας για πρώτη φορά το επεισόδιο υποθέτουμε ότι πρόκειται να εισβάλει στο καθαριστήριο για συλλογή πειστηρίων. Ο Γκας βρίσκεται στην ίδια μοίρα με τον Χάουαρντ προ ολίγου, νομίζοντας ότι έχει παγιδεύσει τον Σαλαμάνκα, όπως και ο Χάουαρντ νόμιζε ότι είχε ξεσκεπάσει το σχέδιο του Τζίμι. Όμως στην πραγματικότητα, Ο Γκας είναι και εκείνος αιχμάλωτος στον ιστό του παιχνιδιού του Λάλο.

Πίσω στο μέτωπο Χάουαρντ vs Σολ-Κιμ, ο πρώτος επισκέπτεται το ζευγάρι και εξαπολύει ευθεία πυρά εναντίον τους, χωρίς καμία διάθεση για περιστροφές. Η ολιγόλεπτη σκηνή είναι συγκλονιστική από όλες τις απόψεις, και συνάμα διαφωτιστική για τον θεατή. Παραδόξως, για ένα πρόσωπο που πλάσαρε τη φανταχτερή, «american dream» βιτρίνα του επαγγελματικά επιτυχημένου άνδρα για μεγάλο διάστημα της σειράς, εδώ ο Χάουαρντ αποφασίζει να μιλήσει με τη γλώσσα της αλήθειας και να δείξει όλες τις ευάλωτες πλευρές του. Να ξεγυμνωθεί από όλες τις αμυνές του. Να ενημερώσει ότι ο επαγγελματικός στιγματισμός που υπέγραψαν για εκείνον οι Τζίμι-Κιμ, έρχεται σε θλιβερή αρμονία με το βατερλώ του ιδιωτικού του βίου, όπου ουσιαστικά παραμένει παντρεμένος μόνο εικονικά, με μια γυναίκα που τον περιφρονεί απόλυτα. Εστιάζοντας στη λεπτομέρεια της ερμηνευτικής απόδοσης των χαρακτήρων, βλέπουμε για άλλη μια φορά ότι ο Τζίμι/Σολ διαθέτει συνείδηση, αφού μπροστά στην εικόνα του ψυχικά καταρρακωμένου και συνάμα εξοργισμένου Χάουαρντ αδυνατεί πλέον να συνεχίσει να τον εμπαίζει. Φαίνεται μάλιστα να αρχίζει να αποκτά επίγνωση του κακού που του έχει κάνει, επίγνωση ότι με τα τεχνάσματά του πρόσθεσε επιπλέον βάρος στο φορτίο που κουβαλούσε αυτός ο άνθρωπος, τον οποίο τελικά ίσως να μην ήξερε και τόσο καλά. Ίσως εδώ ο Σολ κατανοεί ότι το παιχνίδι του δεν είναι και τόσο ανώδυνο. Στον αντίποδα, η Κιμ δείχνει να οδεύει ολοταχώς στην απώλεια της δικής της συνείδησης, σε σημείο που μας κάνει προσωρινά να απορούμε αν είχε ποτέ! Τη στιγμή που ο Τζίμι δείχνει εμμέσως έλεος στο θύμα του, παύοντας να παίζει το εκνευριστικό θέατρό του, εκείνη δεν εμφανίζει ίχνος ενσυναίσθησης, παρακολουθώντας ατάραχη τον Χάουαρντ να φλερτάρει με τον νευρικό κλονισμό. Αρνείται πεισματικά να υποχωρήσει από το αφήγημα της κομπίνας και να δείξει την παραμικρή συμπόνια.

Όμως, όπως είπαμε, ο Χάουαρντ παραμένει οργισμένος χείμαρρος μέσα στη γενικότερη παραζάλη του, και το θέατρο της Κιμ δεν είναι ικανό να τον σταματήσει. Ο ίδιος δεν διστάζει να περιλούσει το ζευγάρι με βιτριολικές αλήθειες, τις οποίες τους κατηγορεί ότι δεν έχουν τα κότσια να αποδεχθούν. Στρέφει τα βέλη του κυρίως στην Κιμ, την οποία παλαιότερα είχε ξεχωρίσει ως μια ιδεαλιστρια δικηγόρο, και τώρα οι αμφιλεγόμενες αποφάσεις της έρχονται ως μια πολύ μεγαλύτερη δυσάρεστη έκπληξη, τηρουμένων των υψηλότερων προσδοκιών σε σύγκριση με τον Τζίμι. Τη βλέπει επιτέλους ως αυτό που πραγματικά είναι: Η εγκέφαλος και ηθική αυτουργός των πράξεων ενός ζευγαριού κοινωνιοπαθών, οι οποίοι αντλούν σαδιστική ικανοποίηση από τα κόλπα του εις βάρος των άλλων. Τόσο «κακομαθημένη», που δεν ανέχεται τον παραμικρό συμβιβασμό στις νίκες της και υποχρεώνει σε τέτοιους όποιον βρεθεί στον διάβα της ώστε να εξυπηρετείται απόλυτα εκείνη. Όλα όσα υποστηρίζει ο Χάουαρντ ισχύουν 100%, και ο Πάτρικ Φάμπιαν δίνει το δικό του ρεσιτάλ στα παπούτσια του ρόλου λίγο πριν μας αποχαιρετήσει. Ο μονόλογός του είναι σαρωτικός. Δυστυχώς, η απροσδόκητη επέμβαση του Λάλο κατά τη διάρκεια της συνομιλίας θα πιστοποιήσει ότι το παιχνίδι του ζευγαριού με τη φωτιά -και τις ζωές των άλλων- μόνο ανώδυνη πλακίτσα δεν είναι…

Τα δύο μονοπάτια της αφήγησης, οι δύο ξεχωριστές ιστορίες που παρακολουθούσαμε εδώ και τόσο καιρό να εξελίσσονται παράλληλα, συναντιούνται με τον πιο οδυνηρό τρόπο σε ένα επεισόδιο-δίδαγμα. Το ένα μονοπάτι είναι η ιστορία του Τζίμι με την Κιμ και των ακαταμάχητων κόλπων που σκαρώνουν. Το άλλο είναι το βίαιο μονοπάτι του υποκόσμου, του καρτέλ, της ωμότητας και των κυνικών αποφάσεων. Δυστυχώς, οι Τζίμι-Κιμ ευθύνονται αρκετά για την οδυνηρή συνάντηση των δύο μονοπατιών, σε μια ατμοσφαιρικότατη σκηνή που καθηλώνει και σοκάρει. Η δολοφονία του Χάουαρντ από τον ατάραχο Λάλο είναι ο τραυματικός καταλύτης που φέρνει το ζευγάρι των πανούργων δικηγόρων προ των ευθυνών του, φέρνοντας την Κιμ φάτσα με την τελούμενη μετάβασή της σε… όχι και τόσο αγγελικό πλάσμα. Ο «Σχεδιασμός και η Εκτέλεση», όπως μεταφράζεται στα ελληνικά ο τίτλος του επεισοδίου, είναι ένα λογοπαίγνιο-νύξη στις «φάρσες» που σκαρωνονται από τους Τζίμι-Κιμ αλλά κάθε άλλο παρά ανώδυνες είναι. Έτσι λοιπόν, μαζί με την «εκτέλεση» των πλάνων τους, έχουμε και «εκτέλεση» αθώων στο μισό μέτρο διά χειρός του κατά συρροή δολοφόνου «συνδαιτυμόνα» τους…

Είναι η δεύτερη φορά στο σόου που ένα roller coaster κόλπων και απατών ολοκληρώνεται με μια απότομη προσγείωση για τον πρωταγωνιστή της σειράς. Την πρώτη, την έζησε ως νεαρός πανούργος κολπατζής Slippin’ Jimmy (ή Τζίμης ο Γλίστρας ελληνιστί) κατά τη διάρκεια της πρώτης σεζόν: Τότε είχαμε τον ξαφνικό θάνατο του φίλου και συνεργού του, Μάρκο, κατά τη διάρκεια μιας από τις κομπίνες τους. Κι αν τότε η φυγή του Μάρκο εν ώρα «καθήκοντος» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ποιητικά καθαρτική, τώρα ένας άδικος θάνατος συνδέεται αιτιωδώς με την ίδια η κομπίνα, καθώς ο leading χαρακτήρας εμπεδώνει τραυματικά τις μη αναστρέψιμες συνέπειες των «παιχνιδιών» του στο τελικό στάδιο της μετάβασής του στην περσόνα του Σολ.

Το συγκεκριμένο επεισόδιο ολοκληρώνει τον μακρύ κύκλο του Χάουαρντ (κρατάει από την πρώτη σεζόν αυτή η κολόνια), αλλά ταυτόχρονα και τη διαδικασία εξανθρωπισμού του, όπως την παρακολουθήσαμε να αποτυπώνεται με λεπτές πινελιές από τη συγγραφική ομάδα του «Better Call Saul» καθ’ όλη της διάρκεια του τελευταίου κύκλου. Η συμπόνοια που νιώθουμε για εκείνον, είναι προϊόντων των νέων διαστάσεων που δίνονται στον χαρακτήρα, ο οποίος δεν είναι πλέον ο κλασικός αυτάρεσκος, αλαζονικός δικηγόρος με τη χλιδάτη ζωή που γνωρίσαμε μόνον επιφανειακά στις πρώτες σεζόν, αλλά ο άνθρωπος που βιώνει δυσκολίες στην επαγγελματική και ιδιωτική του ζωή, ενώ δέχεται και την απόρριψη (από τη γυναίκα του, αλλά και τον Τζίμι -νωρίτερα στη σειρά) παρά τις ειλικρινώς ευγενικές του προθέσεις (θυμηθείτε ότι παλαιότερα το «Ευαγγέλιό» του ήταν να κρατά ικανοποιημένο τον Τσακ, φτάνοντας μερικές φορές ακόμα και στα άκρα, ενώ αργότερα επιχείρησε κατ’ επανάληψη να ρίξει γέφυρες επικοινωνίας και με τον Τζίμι). Τον βλέπουμε να ντροπιάζεται, να πληγώνεται και να απογοητεύεται. Αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι όταν γνωρίσουμε έναν άνθρωπο εις βάθος, μπορούμε να τον εκτιμήσουμε και πιο ανθρώπινα, ανεξάρτητα από το πόσο απωθητικό μπορεί να είναι το περίβλημά του. Στο τέλος της ημέρας, οι θεατές της σειράς είμαστε οι πρώτοι που δεν θέλουμε να πληγωθεί ο Χάουαρντ και κάποιοι από εμάς νιώθουμε άβολα εάν υποστηρίξαμε ένθερμα το σχέδιο του Τζίμι και της Κιμ εναντίον του (προσωπικά δεν το πράξαμε -πείτε το ένστικτο!). Όμως το BCS δεν ενδείκνυται για ουτοπικά happy end. Τελικά, όλοι βγαίνουμε πληγωμένοι από αυτό το καθηλωτικό 50λεπτο, και η αιτία είναι ο άδικος χαμός του Χάουαρντ, ο οποίος είναι η τραγική φιγούρα που βρίσκεται στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή. Πραγματικά, η περίπτωσή του συνιστά έναν από τους ελάχιστους θανάτους στο αιματοβαμμένο αυτό universe που δεν καθιστούν δόκιμο το να πούμε «τα ‘θελε και τα ‘παθε!»

Η επανεμφάνιση του Λάλο στο σπίτι του Τζίμι και της Κιμ ξυπνά μνήμες από το -ίσως- καλύτερο επεισόδιο της σειράς (σ.σ. s05e09: «Bad Choice Road») και πραγματοποιείται εκ νέου σε… ένα από τα καλύτερα επεισόδια, με σεμιναριακό character development! Όταν ο Λάλο εισβάλλει και… οπλίζει κατά τη διάρκεια της τελευταίας σκηνής, ουσιαστικά υπενθυμίζει στον Χάουαρντ τις ξεχασμένες άμυνές του. Το «παράδοξο» είναι ότι η ανησυχία στα μάτια του τελευταίου δεν αντικατοπτρίζει φόβο μόνο για τη δική του ασφάλεια, αλλά και για αυτή των Τζίμι-Κιμ. Σαν αληθινός τζέντλεμαν, βάζει αυτομάτως στην άκρη τη μεταξύ τους φιλονικία και προσπαθεί να ηρεμήσει τα πνεύματα. Ξαναγίνεται διπλωμάτης για μια τελευταία φορά, χωρίς να φαντάζεται τι τον περιμένει. Όσο κι αν το ύστατο βλέμμα του μοιάζει με την αμήχανη στιγμή του αθώου θύματος που απευθύνεται ικετευτικά στους υπαιτίους της καταστροφής του, και είναι σαν να τους ρωτά: «Πού με μπλέξατε;» Έτσι, το «ας μιλήσουμε» του Λάλο στους υστεριάζοντες Τζίμι-Κιμ δευτερόλεπτα μετά την κυνική δολοφονία του Χάουαρντ, μένει ως η ατάκα-cliffhanger, ολοκληρώνοντας με συγκλονιστικό τρόπο ένα απόλυτα χορταστικό πρώτο μισό της τελευταίας σεζόν του «Better Call Saul» και προετοιμάζοντάς μας για την τελική ευθεία της σειράς μετά από παύση ενάμιση μήνα στα νέα επεισόδια.

Συνοψίζοντας, το «Plan and Execution» αποτελεί ένα επεισόδιο-διδαχή, τόσο για τους πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες Κιμ-Τζίμι, όσο και για τον θεατή. Όμως τι θα μπορούσε να προμηνύει για τη συνέχεια; Σε πρότερη φάση, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι το σοκαριστικό φινάλε του πρώτου ημίσεος της τελευταίας σεζόν του «Better Call Saul» επρόκειτο να οδηγήσει το ζευγάρι σε ένα σταυροδρόμι που είτε θα λειτουργούσε ως καμπανάκι αφύπνισης, είτε ως έναυσμα για να αναθεωρήσουν κάθε ηθική αναστολή. Εκ των υστέρων, είδαμε ότι συνέβησαν και τα δύο με σεναριακά ευρηματικό τρόπο, καθώς ο κάθε χαρακτήρας αντιμετώπισε διαφορετικά αυτή την κυνική επιβεβαίωση ότι έχει περάσει προ πολλού το σημείο από όπου θα υπήρχε επιστροφή. Σε όλη αυτή τη συγκυρία, το άδοξο φευγιό του Χάουαρντ φέρνει στο μυαλό μας έναν άλλο χαρακτήρα-αμνό: τον χημικό Γκέιλ του «Breaking Bad», που βρέθηκε και εκείνος κοντά στους λάθος ανθρώπους τη λάθος στιγμή, αλλά σε αντίθεση με τον Χάμλιν δεν ήταν και τόσο άμοιρος ευθυνών.


• Επεισόδιο #8: «Point and Shoot»

Rating: 5 out of 5.
Ανασκόπηση: «Better Call Saul» — 6η σεζόν

Με μια καλλιτεχνικά δοσμένη εισαγωγική σκηνή σε κάποια άγνωστη παραλία, όπου τα κύματα ξεβράζουν τα παπούτσια του νεκρού Χάουαρντ -δίνοντας την εντύπωση ότι το πτώμα δεν είναι μακριά- και μια εξίσου ενδιαφέρουσα αναδιατύπωση του πανικού των παγωμένων Τζίμι-Κιμ στις αμέσως επόμενες στιγμές της δολοφονίας του πρώτου από τον Λάλο, το επεισόδιο «Point and Shoot» μάς βάζει ξανά στο κλίμα της αγαπημένης σειράς. Είναι το όγδοο κατά σειρά επεισόδιο της έκτης σεζόν και εναρκτήριο του δεύτερου μέρους της. Better Call Saul season 6: part 2, λοιπόν, και μετράμε αντίστροφα για το φινάλε.

Η αιτία που ο Λάλο έχει εισβάλει στο σπίτι του Τζίμι, εκτός από το να ανακρίνει το ζευγάρι για τυχόν ανάμειξή του στην εις βάρος του απόπειρα δολοφονίας με ενορχηστρωτή τον Νάτσο (βλ. s05e10: «Something Unforgivable»), είναι να τους χρησιμοποιήσει στο σχέδιο εξουδετέρωσης του Γκας. Αρχικά, διατάζει τον Τζίμι να πάει αυτός στο σπίτι του «κοτοπουλά» και να τον σκοτώσει. Εκείνος, δείχνοντας αυτοθυσία, τον πείθει να στείλει την Κιμ στην αποστολή και να κρατήσει εκείνον για όμηρο (σ.σ. και σε πιο άμεσο κίνδυνο). Γνωρίζοντας αμφότεροι το ποσό αδίστακτος μπορεί να γίνει ο Λάλο, οι τελευταίες στιγμές του τρομοκρατημένου ζευγαριού στο σπίτι πριν την έναρξη του σχεδίου έχουν όλα τα στοιχεία μιας σκηνής αποχαιρετισμού. Αλλά και στη συνέχεια, η ατμοσφαιρικά κινηματογραφημένη διαδρομή της απελπισμένης Κιμ μέχρι το σπίτι του Γκας μοιάζει με πορεία προς το εκτελεστικό απόσπασμα, σε ένα επεισόδιο που το σασπένς έτσι κι αλλιώς δεν λέει να καταλαγιάσει. Ενδεικτικά, όταν η δικηγόρος φτάνει στο κατώφλι του σπιτιού-βιτρίνας του Γκας, έχουμε διανύσει μόλις τα 15 από τα συνολικά 48 λεπτά της διάρκειας του «Point and Shoot».

Φυσικά, η άμαθη -για ψυχρή εκτελέστρια- Κιμ αποτυγχάνει να σκοτώσει τον Γκας, ο οποίος, όπως έχουμε δει σε προηγούμενα επεισόδια προστατεύεται από αρκετές δικλείδες ασφαλείας. Μετά από υπόδειξη της αναστατωμένης δικηγόρου, η οποία αιχμαλωτίζεται και ανακρίνεται, τα πρωτοπαλίκαρα του Γκας μαζί με τον Μαικ σπεύδουν στο σπίτι του Σολ για να βρουν τον Λάλο. Τότε αρχίζει να διαφαίνεται ότι το σχέδιο του Λάλο είναι ΕΚ ΝΕΟΥ ένας αντιπερισπασμός, ώστε να παρασύρει μακριά τους άνδρες του Γκας και να δράσει ανενόχλητος, αποκαλύπτοντας το εργαστήριο μεθαμφεταμίνης του τελευταίου.

Ο Γκας είναι ο μόνος που αντιλαμβάνεται -έστω και καθυστερημένα- την πλάνη, όταν η Κιμ του εκμυστηρεύεται ότι ο Τζίμι έπεισε τον Λάλο να στείλει εκείνη αντί για τον ίδιο στο σπίτι του. Ο Γκας ξέρει ότι ο πανούργος Σαλαμάνκα δεν θα άφηνε τίποτα στην τύχη (πόσω μάλλον στη δικαιοδοσία του Σολ) σε ό,τι αφορά τα σχέδιά του. Άρα κάποιο λάκκο έχει η φάβα! Μάικ, εδώ η διαίσθησή σου μας απογοήτευσε!

Παρά την κινητοποίηση του «κοτοπουλά», το σχέδιο του Λαλο στέφεται από (μερική) επιτυχία. Ο πολυμήχανος Σαλαμάνκα εισβάλλει στο εργαστήριο και εξουδετερώσει την αποδεκατισμένη ομάδα προστασίας του Γκας. Πλέον, απομένουν μόνον οι δυο τους, ενα πάτωμα πάνω από το μυστικό εργαστήριο του τελευταίου, με τον Λάλο να έχει το πάνω χέρι. Υπό την απειλή του όπλου, ο «κοτοπουλάς» ξεναγεί στον κρυφό χώρο τον εντυπωσιασμένο Λάλο, ο οποίος βιντεοσκοπεί για να εμφανίσει τα πειστήρια στον Δον Ελάδιο. Ο Λάλο μοιάζει για άλλη μια φορά να το απολαμβάνει, την ώρα που ο στριμωγμένος Γκας βρίσκεται μια ανάσα από τον όλεθρο. Όμως, όπως γνωρίζουμε καλά, η μοίρα του… «Breaking Bad» έχει αλλά σχέδια για τον ιδιοκτήτη της αλυσίδας Los Pollos Hermanos. Ο ατάραχος Γκας καταφέρνει να δώσει αναβολή στην εκτέλεσή του, επιφυλάσσοντας on camera μια φαρμακερά ειλικρινή όσο και ψυχρά δολοφονική εξομολόγηση-απολογισμό για τους Σαλαμάνκα και το καρτέλ (ανταγωνιζόμενος εκείνη του Νάτσο μερικά επεισόδια πριν), τους οποίους θέλει να εκδικηθεί πάσει θυσία για τη δολοφονία του Μαξ, του παλιού συνεργάτη -και πιθανού ερωτικού σύντροφου- του. Ξαφνικά, ο «κοτοπουλάς» αιφνιδιάζει τον απορροφημένο στη βιντεοσκόπηση Λάλο με έναν απότομο ελιγμό, και αποφεύγοντας τις σφαίρες του τελευταίου παίρνει στα χέρια του το πιστόλι που είχε κρύψει παλαιότερα (καλού κακού) στις ερπύστριες ενός εκσκαφέα εντός του εργαστηρίου. Οι επακόλουθες στιγμές εκτυλίσσονται στο σκοτάδι, με τρόπο που δεν προδίδει αμέσως τη μοίρα του Λάλο και διατηρεί την αγωνία στο ζενίθ ακόμα κι αν γνωρίζουμε εκ προοιμίου ότι ο Γκας θα είναι ο τελικός νικητής. Αυτό που μας τρώει να δηλώσουμε εδώ, είναι ότι αν ο Λάλο άφηνε τις περιττές φλυαρίες και εφήρμοζε άμεσα αυτό που προτρέπει η πρώτη ανάγνωση του λογοπαίγνιου στον τίτλο του επεισοδίου (δηλαδή μεταφράζοντας το «Point and Shoot» σε «Στοχεύεις και… πυροβολείς»· όχι «Στοχεύεις και… τραβάς [βίντεο]»), η κατάληξη θα ήταν διαφορετική. Όμως με τα «αν» δεν γίνεται δουλειά. Έτσι, τα πράγματα έρχονται με τέτοιο τρόπο που ο χαρισματικότερος villain της σειράς, Λάλο Σαλαμάνκα, αποχαιρετά κι αυτός σε ένα δόλια ειρωνικό φινάλε που κάνει όλους μας να αναρωτιόμαστε: Τελικά γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος; (σ.σ. ο Λάλο πάντως έφυγε με το χαμόγελο στα χείλη σε αντίθεση με τον αγέλαστο Γκας!)

Στη συνέχεια (ναι, υπάρχει και συνέχεια σε αυτό το επεισόδιο μετά από όλα αυτά!), έχουμε το στήσιμο ενός σκηνικού αυτοκτονίας για τον Χάουαρντ με ενορχηστρωτή τον Μάικ, ο οποίος αξιοποιεί το αφήγημα του τοξικομανούς που είχαν πετύχει να πλασάρουν για τον Χάμλιν οι Τζίμι-Κιμ. Αυτή είναι άλλη μια πικρή υπενθύμιση για τους τελευταίους ότι τα παιχνίδια με τη φωτιά δεν τελειώνουν πάντοτε αναίμακτα. Το ψέμα που έχτισαν για να σπιλώσουν τον Χάουαρντ, είναι πλέον υποχρεωμένοι να το συντηρούν και μετά τον θάνατό του, προσθέτοντας αλάτι στις πληγές που έχουν αφήσει στη συνείδησή τους οι Ερινύες.

Ο επίλογος του «Στοχεύεις και τραβάς» γράφεται με μια ελεγειακού χαρακτήρα σκηνή, όπου ο Μάικ επιβλέπει την ταφή των Χάμλιν και Λάλο σε έναν λάκκο του εργαστηρίου. Είναι μια άτυπη τελετή αποχαιρετισμού για δύο εκ των χαρακτήρων που άφησαν ανεξίτηλη τη σφραγίδα τους στη σειρά, σηματοδοτώντας μάλιστα τη συνάντηση των δύο παράλληλων μονοπατιών της πλοκής της. Σαν προσωπικότητες, οι δυο τους ξεχώρισαν στα μάτια μας για διαφορετικούς λόγους, και σίγουρα διέφεραν σε πάρα πολλά όσον αφορά τις καταβολές και τη ζωή που έκαναν· ο ένας ζώντας μέσα στο έγκλημα και τη βία, ο άλλος ευημερώντας από τη δικηγορία μέσα σε ένα προστατευμένο (;) περιβάλλον ανέσεων. Όμως η κατάληξη για αμφότερους είναι η ίδια, και μάλιστα θα πρέπει να τη μοιραστούν σε έναν κοινό αυτοσχέδιο τάφο, χωρίς κάποιον να τους κλάψει ή να προσευχηθεί για τις ψυχές τους. Ο μοναδικός συναισθηματικά φορτισμένος παρατηρητής της σκηνής είναι ο Μάικ, ο οποίος ζητά από τους άνδρες του Γκας να φερθούν στον Χάουαρντ «με το μαλακό», να μην τον πετάξουν στον λάκκο σαν ένα κομμάτι κρέας. Στα μάτια μας, αυτές οι ελάχιστες κουβέντες του Μάικ μοιάζουν με έναν άτυπο επικήδειο. Πηγαίνοντάς το ένα βήμα μακρύτερα, προοικονομούν και τον δικό του «άδικο» θάνατο στο τέλος του «Breaking Bad», υπό αντίστοιχες συνθήκες (σ.σ. η νύφη του και η εγγονή του δεν ξέρουν καν αν πέθανε ή τις εγκατέλειψε).

Το πιο κρίσιμο και εμπνευσμένα κινηματογραφημένο επεισόδιο της έκτης σεζόν είναι ένα διαμάντι που στέκεται επάξια ανάμεσα στα καλύτερα επεισόδια του σύμπαντος του BB και του BCS, αλλά και της τηλεοπτικής ιστορίας γενικότερα! Από εμάς λογίζεται ως το καλύτερο της σεζόν, και μιλάμε για μια σεζόν με επεισοδιάρες! Οι λέξεις καλογραμμένο και καλογυρισμένο είναι πραγματικά λίγες για να περιγράψουν την αρτιότητα του (σ.σ. δεν προξενεί εντύπωση που στα credits σκηνοθεσίας βλέπουμε να φιγουράρει το όνομα του Βινς Γκίλιγκαν, ιθύνοντα νου του BB και του BCS -το δεύτερο από κοινού με τον Πίτερ Γκουλντ). Κάθε λήψη έχει κάτι να πει, κάτι να δηλώσει, συνθέτοντας ένα 50λεπτο καθαρόαιμης κινηματογραφικής αισθητικής. Ειδικής μνείας χρήζει η ικανότητα να χτίζει ένταση και να ανεβάζει τους σφυγμούς σε σκηνές όπου γνωρίζουμε -μέσες άκρες- τη μοίρα των χαρακτήρων -λόγω BB.

Επιπλέον, είναι απίστευτο το πώς οι δημιουργοί της σειράς κατάφεραν να χτίσουν ένα από τα βασικά concept που διαρρέουν τη σειρά μέσα από μια δευτερεύουσας σημασίας ατάκα, η οποία ειπώθηκε σε ένα από τα επεισόδια του BB που προβλήθηκαν κατά το μακρινό 2009, πιθανότατα χωρίς να υπάρχει κάποια δεύτερη σκέψη για πιθανή αξιοποίησή της στο μέλλον. Θυμάστε το επεισόδιο «Better Call Saul», το οποίο προβλήθηκε κατά τη δεύτερη σεζόν του BB; Εκεί, ντε, που μας είχε συστηθεί για πρώτη φορά ο Σολ! Ε, λοιπόν, στη σκηνή όπου ο χημικός Γουόλτερ Γουάιτ και ο μαθητευόμενός του Τζέσι Πίνκμαν προσπαθούσαν να εκφοβίσουν τον δικηγόρο στην έρημο, έχοντας καλύψει τα πρόσωπά τους με μάσκες, η ατάκα του τελευταίου «Δεν ήμουν εγώ [αυτός που το έκανε], ήταν ο Ιγκνάσιο» (σ.σ. Νάτσο) και η ερώτηση προς τους απαγωγείς αν «σας έστειλε ο Λάλο;» αποκτούν άλλο νόημα μετά την απόπειρα δολοφονίας του Λάλο από τον Νάτσο και την επιστροφή του «επτάψυχου» Σαλαμάνκα στο σπίτι του Σολ. Σε αυτό το σημείο, καθίσταται πλέον σαφές ότι ο δικηγόρος αποτελεί κόκκινο πανί για τον Λάλο, ο οποίος μάλιστα καθώς φεύγει του διαμηνύει ότι έχουν μια συζήτηση να τελειώσουν! Αργότερα, όταν ο Μάικ διαβεβαιώνει με ασάφεια τον Σολ ότι ο Λάλο δεν πρόκειται να επιστρέψει (και όντως δεν πρόκειται, αφού ο Σαλαμάνκα είναι νεκρός), ο δικηγόρος γνωρίζει καλά ότι στο πρόσφατο παρελθόν ο Λάλο έχει διαψεύσει τέτοιες κατηγορηματικές προβλέψεις. Επομένως, συνεχίζει να ζει με την αμφιβολία ότι ο αδίστακτος εκτελεστής μπορεί να εμφανιστεί ξανά για να… τελειώσει τη μεταξύ τους «συζήτηση», και για αυτό τον αναφέρει όταν νιώθει ότι απειλείται στο επεισόδιο «Better Call Saul» του BB. Case closed.

Κάποιοι θα αναρωτηθούν «γιατί ο Μάικ δεν προσκομίζει στον Σολ αποδείξεις ότι ο Λάλο πέθανε για να τον ηρεμήσει;» Και εμείς με τη σειρά μας ρωτάμε: Γιατί να το κάνει; Ο Μάικ αντιμετωπίζει τον φόβο ως ισχυρό εργαλείο πειθούς (θυμηθείτε ότι στο BB είχε συμβουλεύσει αντίστοιχα τον Γκας για την περίπτωση του Γουόλτ), εξού και τον ενσταλάζει στον Σολ όντας ασαφής σχετικά με τον θάνατο του Λάλο. Με αυτό τον τρόπο, μπορεί να κρατά τον Σολ υπό έλεγχο, σε περίπτωση που τον χρειαστεί για κάποιο λόγο στο μέλλον.

Πράγματι, το «Point and Shoot» κλείνει με τόσο άψογο τρόπο πολλά από τα ανοιχτά μέτωπα της σειράς, που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι το φινάλε της. Σε σημείο, δηλαδή, που μας κάνει να ξεχνάμε ότι υπάρχουν ακόμα σημαντικές εκκρεμότητες, όπως η μοίρα της Κιμ Γουέξλερ, η οποία δεν εμφανίζεται στο BB (και μέχρι αυτό το σημείο δεν γνωρίζουμε αν ζει ή αν πέθανε), αλλά και αυτή του ίδιου του Σολ, ο οποίος μετά τα γεγονότα του BB μετανάστευσε στη Νεμπράσκα αλλάζοντας ταυτότητα σε Τζιν Τακόβικ, αλλά κατόπιν αναγνωρίστηκε από κάποιον παλιό θεατή των περιβόητων διαφημίσεών του.

**Είναι τρομακτικό το πόσο κοντά φτάσαμε στο να χάσουμε τον Μπομπ Όντενκερκ. Σύμφωνα με στοιχεία που αντλήσαμε από το podcast της σειράς, ο ηθοποιός που υποδύεται τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα του «Better Call Saul» έπαθε καρδιακή προσβολή στα γυρίσματα του συγκεκριμένου επεισοδίου, ακριβώς μετά τη λήψη της σκηνής όπου οι Λάλο, Τζίμι και Κιμ συζητούν ποιος από το ζευγάρι είναι καταλληλότερος για να δολοφονήσει τον Γκας (σ.σ. το σημείο όπου ο Τζίμι και η Κιμ κάθονται στον καναπέ στην αρχή του επεισοδίου). Η ζωή του ηθοποιού σώθηκε χάρη σε έναν απινιδωτή που είχε προσκομιστεί από κάποιον τυχαία στα γυρίσματα. Σύμφωνα με τους συντελεστές του BCS, σε περίπτωση που ο Όντενκερκ είχε πεθάνει, η σειρά θα έριχνε αυλαία πρόωρα. Ωστόσο, ο τελευταίος ανάρρωσε πλήρως και επέστρεψε στα γυρίσματα της ίδιας σκηνής δύο μήνες αργότερα!

• Επεισόδιο #9: «Fun and Games»

Rating: 4 out of 5.

Σε ένα πολύ κομβικό σημείο για την έκβαση της τελευταίας σεζόν, το «Fun and Games» ξεκινά δανειζόμενο μερική από τη κινηματογραφίστικη ευρηματικότητα του προηγούμενου επεισοδίου. Μας παρουσιάζει την -επαγγελματική κυρίως- καθημερινότητα του Σολ και της Κιμ, οι οποίοι θέλουν να περάσουν προς τα έξω μια ψευδαίσθηση κανονικότητας, ωστόσο αυτές οι σκηνές ανακατεύονται με το «υπόστρωμα» της γκανγκστερικής δυσωδίας που βρίσκεται κυριολεκτικά σε αποσύνθεση κάτω από το χαλί της δημόσιας εικόνας τους (ο Μάικ «καθαρίζει» με τη γνωστή του σχολαστικότητα τη σκηνή του εγκλήματος στο σπίτι του Σολ). Ναι μεν το ζευγάρι λειτουργεί στον αυτόματο πιλότο όσον αφορά τις δουλειές του, ωστόσο είναι φανερό ότι εξακολουθεί να τελεί υπό κατάσταση σοκ.

Στο μεταξύ, το καρτέλ καλεί τον Γκας σε μια συνάντηση-ανάκριση μετά από τις βαριές κατηγορίες που «διατυπώνει» εις βάρος του ο -καθηλωμένος στο αναπηρικό αμαξίδιο- Δον Έκτορ. Βέβαια, όλα τα στοιχεία είναι παραποιημένα με τέτοιο τρόπο ώστε να καλύπτουν τον Γκας (σ.σ. ο Λάλο φρόντισε να θεωρηθεί νεκρός από όλους και ο Νάτσο υπηρέτησε το αφήγημα του «κοτοπουλά»). Έτσι ο τελευταίος τη βγάζει καθαρή για άλλη μια φορά, ο Έκτορ αποδοκιμάζει ταράζοντας το κουδουνάκι του στα χτυπήματα και ο Δον Ελάδιο τον παρωδεί με αμίμητο τρόπο στην πιο σπαρταριστή σκηνή του επεισοδίου. Μολαταύτα, η επίσκεψη στην έπαυλη του Ελάδιο φέρνει τον Γκας αντιμέτωπο με τις τραυματικές μνήμες του παρελθόντος (σ.σ. η πισίνα όπου δολοφονήθηκε ο πρώην συνεργάτης -και πιθανός ερωτικός παρτενέρ- του), υπενθυμιζοντας στον θεατή ότι βασικό κίνητρό του παραμένει η εκδίκηση και όχι τόσο η επιβίωση ή η ανέλιξη -που έχει πετύχει. Αυτή είναι μια σημαντική λεπτομέρεια που διαφεύγει της προσοχής του Ελάδιο, ο οποίος έχει μεν επίγνωση του μίσους που τρέφει ο Γκας προς το πρόσωπό του, ωστόσο πιστεύει ότι ο «κοτοπουλάς» δεν θα τολμήσει να ορθώσει ανάστημα μπροστά σε έναν εκ των μεγαλύτερων βαρόνων ναρκωτικών του πλανήτη. Τον κρατά λοιπόν στη δούλεψή του, ξέροντας ότι χωρίς αυτόν θα χάσει σημαντικά έσοδα. Όμως, όπως μας έδειξε και το προηγούμενο επεισόδιο (βλ. κατάληξη Λάλο), το να υποτιμάει κανείς τον Γκας είναι σαν να υπογράφει εμμέσως την καταδίκη του!

Τα καλά νέα για τον Φρινγκ συνεχίζονται όταν ο Μάικ τον πληροφορεί ότι η αστυνομία θεωρεί τον θάνατο του Χάουαρντ ως αυτοκτονία. Όμως ακόμα κι αυτή τη μικρή νίκη, ο Γκας δεν μπορεί να τη γιορτάσει για πολύ. Στη βραχύβια επίσκεψη στο αγαπημένο του wine bar, βλέπουμε τον χαρακτήρα του να διανύει όλη την απόσταση από το κρύο αίμα στον εξανθρωπισμό, και πάλι πίσω… Το πρόσωπό του φωτίζεται όταν σμίγει ξανά με τον παλιό γνώριμο μετρ, και μάλιστα μοιάζει να απολαμβάνει το λογύδριο του τελευταίου σχετικά με το πώς του εξασφάλισε τη γευστική δοκιμή ενός πανάκριβου και περιζήτητου οίνου. Διακρίνοντας μια υποψία ερωτισμού να πλανάται στην ατμόσφαιρα, φανταζόμαστε ότι στο παρελθόν ο Γκας έχει αφεθεί να παρασυρθεί από πολλές τέτοιες συζητήσεις γύρω από τη γευσιγνωσία του κρασιού -ή απλά από τη μεθυστική γοητεία που του ασκούσε ο συγκεκριμένος συνομιλητής. Η τρυφερότητα με την οποία κοιτάζει τον έμπειρο αρχισερβιτόρο, εξανθρωπίζει πρόσκαιρα τον ψυχρό υπολογιστή μπίζνεσμαν στα μάτια μας. Μερικές στιγμές αργότερα, η έκφρασή του αδειάζει εκ νέου. Είναι σαν να συνέρχεται απότομα από τον λήθαργο της ξεγνοιασιάς του, μιας ξεγνοιασιάς που πιθανόν να μην θεωρεί ότι δικαιούται να βιώνει όσο δεν δικαιώνει τη μνήμη του αδικοχαμένου συνεταίρου Μαξ, που -πιθανότατα- αγάπησε περισσότερο από κάθε άλλον. Κι έτσι εσπευσμένα αποχωρεί, έχοντας επιστρέψει στον γνωστό ρομποτοποιημένο Γκας που όλοι γνωρίζουμε (σ.σ. ένας άριστος αποχαιρετισμός του BCS στον χαρακτήρα του Γκας, ο οποίος παρελαύνει για τελευταία φορά από τη σειρά).

Αλλάζοντας εντελώς κλίμα (ή μήπως όχι;), η επόμενη σκηνή της σειράς μάς φέρνει αντιμέτωπους με το κλείσιμο ενός ακόμα σημαντικού κεφαλαίου για το «Better Call Saul». Ο Μάικ αποφασίζει να επισκεφθεί τον πατέρα του Νάτσο και να του αποκαλύψει τον χαμό του αγνοούμενου γιου του, βγάζοντάς τον από το σκοτάδι της αμφιβολίας. Ο Μάικ Ερμαντροτ κοιτά τον Μανουέλ Βάργκα στα μάτια και συναισθάνεται τον πόνο του. Οι δυο τους έχουν χτυπηθεί από την ίδια τραγική μοίρα (αμφότεροι έχουν χάσει τους γιους τους πρόωρα, με βίαιο τρόπο), παρ’ όλα αυτά προσεγγίζουν την κατάστασή τους με εντελώς διαφορετική νοοτροπία. Όταν ο Μάικ κομίζει στον πατέρα του Νάτσο τα κακά μαντάτα, προσπαθεί να του χρυσώσει το χάπι διαβεβαιώνοντας ότι θα αποδοθεί δικαιοσύνη εις βάρος των ηθικών αυτουργών Σαλαμάνκα. Είναι μια «εγγύηση» που σίγουρα θα παρηγορούσε τον ίδιο τον Μάικ, ή πιθανώς κάποιον άλλο με ανεπανόρθωτα δηλητηριασμένο ψυχισμό, όπως ο εργοδότης του, Γκας. Όχι όμως αυτό τον απλό άνθρωπο του μόχθου, που τόσο… μόχθησε για να αποτρέψει, να γλιτώσει τον γιο του από το φινάλε που είχε δει εκ των προτέρων να γράφεται για εκείνον. «Αυτό που περιγράφεις δεν είναι δικαιοσύνη. Είναι εκδίκηση. Δεν τελειώνει ποτέ» αποκρίνεται αποστομωτικά, αρνούμενος να ενδώσει στον άγραφο κώδικα απόδοσης δικαιοσύνης του Μάικ, ο οποίος ουσιαστικά εξαντλείται εντός των ορίων του δόγματος οφθαλμόν αντί οφθαλμού που κινεί τα νήματα του υποκόσμου. Το ίδιο σχόλιο ταιριάζει γάντι και για την περίπτωση του Γκας, ο οποίος, όπως είδαμε κάτω από το ατάραχο και παγωμένο βλέμμα του, άγεται και φέρεται από λυσσασμένα κίνητρα εκδίκησης, παραμένοντας «δούλος» τους καθ’ όλη τη διάρκεια του BCS και του BB.

Η βασική διαφορά μεταξύ Μανουέλ και Μάικ είναι ότι ο τελευταίος ήσαν συμβιβασμένος ήδη από τον καιρό της υπηρεσίας του στο αστυνομικό σώμα. Ήθελε μάλιστα ο επίσης αστυνομικός γιος του να κάνει το ίδιο, να συμβιβαστεί όπως η διεφθαρμένη κλίκα των συναδέλφων του, για λόγους αυτοσυντήρησης. Όμως εκείνος αρνήθηκε, ως άλλος Φρανκ Σέρπικο. Το ίδιο ασυμβίβαστος ήταν και ο Μανουέλ, ο οποίος αρνήθηκε να γίνει υποχείριο των Σαλαμάνκα και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που οδήγησαν στον Νάτσο στο να αυτομολήσει εναντίον τους (με αποτέλεσμα την «πτώση» του Έκτορ). Για τον Μάικ, ο Νάτσο ήταν μια δεύτερη «ευκαιρία». Ο ίδιος, ως πατρική φιγούρα, προσπάθησε με νύχια και με δόντια να τον προστατεύσει. Όμως απέτυχε, όπως και με τον βιολογικό του γιο. Είναι παρήγορο να γνωρίζουμε ότι η Μάικ θα έχει μια τρίτη ευκαιρία να διεκδικήσει τη λύτρωση, αυτή τη φορά μέσω του Τζέσι Πίνκμαν στο «Breaking Bad». Ο Τζέσι, όπως ο αδικοχαμένος γιος του Μάικ, Μάτι, και -πολύ λιγότερο- ο Νάτσο, είναι μια καλή αλλά εύκολα χειραγωγήσιμη ψυχή που βρέθηκε μπλεγμένη με τους λάθος ανθρώπους…

Σε άλλα νέα, ο Τζίμι μαζί με την Κιμ παρευρίσκονται στο μνημόσυνο που διοργανώνει η HHM για τον Χάουαρντ. Εκεί πληροφορούνται εν μέσω περισυλλογής ότι επίκεινται περικοπές και αλλαγή ονόματος για την εταιρεία, σηματοδοτώντας το τέλος μιας εποχής. Στο θέαμα της γυναίκας του Χάουαρντ, Σέριλ, το ζευγάρι καλείται να συλλυπηθεί τη χήρα του ανθρώπου που καταδίκασε, εξωθώντας τον Σολ σε μια έμμεση εξομολόγηση για τη ζήλια που κινητοποίησε τις «φάρσες» του εναντίον του εκλιπόντος δικηγόρου: Ο Χάουαρντ ήταν ο μόνος που απολάμβανε τον σεβασμό του μεγαλοδικηγόρου -και μετέπειτα αυτόχειρα- αδελφού του Τζίμι, Τσακ, ο οποίος περιφρονούσε και υπέσκαπτε τον ομοαίματό του. Όμως αυτό δεν αρκεί στη συντετριμμένη Σέριλ, η οποία θέλοντας να παραμερίσει το βάρος των τύψεων της δικής της ανεπάρκειας (σ.σ. ο «λευκός» γάμος με τον πληγωμένο Χάουαρντ) περνά από κόσκινο το ζευγάρι, τοποθετώντας τους σε αναμμένα κάρβουνα σε ό,τι αφορά την υποτιθέμενη χρήση ναρκωτικών του εκλιπόντος συζύγου της που φημολογείται πως τον οδήγησε στην αυτοκτονία. Ο Τζίμι δείχνει ευάλωτος στην πίεση -όχι τόσο υπό το βάρος της ανάκρισης της χήρας όσο των δικών του τύψεων συνειδήσεως. Τα λόγια του ενέχουν αλήθεια και συμπόνοια. Στον αντίποδα, η Κιμ παραμένει ψυχρή και αμετακίνητη στο αφήγημα που πρέπει να προωθήσει το ζευγάρι για τον Χάουαρντ. Είναι τόσο πειστική, που στο τέλος προκαλεί την ψυχολογική κατάρρευση της χήρας, η οποία παραιτείται εσπευσμένα από τη συζήτηση.

Η παραπάνω σκηνή μοιάζει με ένα ακόμα προμήνυμα ότι ο Σολ και η Κιμ οδεύουν προς εκ διαμέτρου αντίθετες κατευθύνσεις. Κάτι που τελικά επιβεβαιώνεται, όμως με τον αντίστροφο τρόπο από αυτόν που περιμέναμε ως εκείνο το σημείο: Η Κιμ δεν έχει μετατραπεί σε ένα τέρας. Απλά βρίσκεται ακόμα υπό την επήρρεια του σοκ, η οποία την εγκλωβίζει σε καθεστώς άρνησης. Στη συνέχεια, όταν πλέον επεξεργάζεται το τι έχει συμβεί, μας αιφνιδιάζει με τη απόφασή της να αποσυρθεί από τη δικηγορία, εγκαταλείποντας το επάγγελμα για το οποίο τόσο είχε κοπιάσει. Ακολούθως, ανακοινώνει στον Τζίμι την απόφασή της να χωρίσουν. Φαίνεται ότι η συνάντηση με τη χήρα του Χάουαρντ ήταν ο καταλύτης, ή αν θέλετε το εγερτήριο σάλπισμα που επιτέλους έχει ηχήσει στη συνείδηση της. Παραδέχεται ότι η -ακαταμάχητη- συναναστροφή με τον Σολ έχει κάνει και τους δυο τους χειρότερους ανθρώπους, με εξαιρετικά βλαβερές συνέπειες για τους γύρω τους. Η ίδια νιώθει ότι πρέπει να δώσει ένα τέλος πριν να είναι πολύ αργά. Ο Τζίμι την ικετεύει να αλλάξει γνώμη, όμως εκείνη έχει πάρει την απόφασή της, και θέλει να σταθεί στο ύψος αυτής. Του αποκαλύπτει μάλιστα ότι είχε συναντηθεί με τον Μάικ και ήξερε πως ο Λάλο ήταν ζωντανός, αλλά δεν τον προειδοποίησε γιατί δεν ήθελε να τον τρομοκρατήσει σε σημείο που να παρατήσουν την κομπίνα ενάντια στον Χάουαρντ, στην οποία είχε αφιερωθεί ψυχή τε και σώματι. Πλέον, σαν να βιώνει αναλαμπή μετά την απώλεια του Χάμλιν, η Κιμ αποκτά επίγνωση της κατάστασής της: Είναι εξαρτημένη από την αδρεναλίνη της τοξικής συνύπαρξης με τον Σολ. Θέλει λοιπόν να σκοτώσει εγκαίρως τον κακό εαυτό που αντιλαμβάνεται ότι έχει γεννηθεί μέσα της, προτού αυτός πάρει ολοκληρωτικά τον έλεγχο. Στον αντίποδα, ο χωρισμός αποτελεί άλλη μια κακοήθη βλάβη για τον ψυχισμό του Σολ· ένα από αυτά κομβικά «χτυπήματα» που αναφέραμε στο εισαγωγικό μας κομμάτι, τα οποία τον βυθίζουν σε ολοένα και πιο σκοτεινά μέρη.

Cuuuuuuuut!

Στην αμέσως επόμενη σκηνή, ένα γκρο πλαν στην καραφλίτσα του Σολ σε συνδυασμό με την εκδιδόμενη γυναίκα που ξαποστέλνεται τα χαράματα από το δωμάτιό του, μας βάζουν σε ένα κατατοπιστικό πλαίσιο μετάβασης: Ο Σολ έχει χωρίσει με την Κιμ, και εμείς είμαστε πιο κοντά από ποτέ στην ευθυγράμμιση με τα τεκταινόμενα του «Breaking Bad». Καθώς οι προσδοκίες για απαντήσεις στις εκκρεμότητες της σειράς πολλαπλασιάζονται, αυτό που μπορούμε να δηλώσουμε με βεβαιότητα είναι ότι το τελευταίο πεντάλεπτο του επεισοδίου λειτουργεί ως εφαλτήριο για έναν μικρό απολογισμό: Ξεκινήσαμε αυτή τη σειρά ως μια πιο light εκδοχή του BB, η οποία θα μας εισήγαγε στην πραγματικότητα ενός πιο light ήρωα, ο οποίος μέχρι πρότινος είχε κυρίως μια comic relief παρουσία. Όμως μόνο εκεί δεν καταλήξαμε. Το σύνθετο character ark του Τζίμι, και η πολυπόθητη μετάβασή του σε Σολ, δεν είναι η διασκεδαστική ιστορία που ίσως κάποιοι περίμεναν -ή απεύχονταν! Δεν είναι «Διασκέδαση και παιχνίδια», για να δανειστούμε μεταφρασμένο τον ειρωνικό τίτλο του σημαντικού αυτού επεισοδίου. Είναι μια απόλυτα τραγική ιστορία, ακριβώς χάρη στα αλλεπάλληλα επίπεδα που εμπλουτίζουν το υπόστρωμα του χαρακτήρα, προσδίδοντάς του βάθος κάτω από την επιφανειακή επαγγελματική περσόνα του Σολ που γνωρίσαμε στο BB.

Συνοψίζοντας, το ένατο επεισόδιο της σειράς αναλαμβάνει τα ηνία σε μια κρίσιμη καμπή, ολοκληρώνοντας τον κύκλο της μετάβασης του Τζίμι σε Σολ. Για την ακρίβεια, παρουσιάζει την τελική ώθηση που δίνεται στον πρωταγωνιστή μας προκειμένου αυτός να ασπαστεί πλήρως τη νέα περσόνα του. Και ευτυχώς, αποδεικνυεται κάτι παραπάνω από αντάξιο αυτής της αποστολής, χάρη σε μια ιστορία που διατηρεί αμείωτο ενδιαφέρον σε όλα τα μέτωπα, αφήνοντας μεγαλες υποσχέσεις για τη συνέχεια.

• Επεισόδιο #10: «Nippy»

Rating: 3.5 out of 5.

Στο επεισόδιο 10 η προσοχή μετατοπίζεται στα μεθεόρτια του «Breaking Bad» και πιο συγκεκριμένα την ιστορία του Τζιν Τάκαβικ, την οποία ως τώρα είχαμε παρακολουθήσει μόνο σε σποραδικές πρόδρομες αφηγήσεις στα εισαγωγικά κομμάτια ορισμένων επεισοδίων του «Better Call Saul», πάντοτε με ασπρόμαυρη εικόνα. Το «Νίπι» είναι το πρώτο επεισόδιο που αφιερώνεται 100% σε αυτή τη φάση της ζωής του πρωταγωνιστή μας, εν έτει 2010 στο timeline των γεγονότων. Σε αυτό το σημείο πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι ο πρωταγωνιστής μας είναι πλέον καταζητούμενος μετά την αποκάλυψη του ρόλου του στη σύσταση και τη λειτουργία της εγκληματικής οργάνωσης του διαβόητου πελάτη του, Γουόλτερ Γουάιτ (ή αλλιώς Χάιζενμπεργκ, όπως ήταν το ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε ο καθηγητής χημείας στο απόγειο της «δόξας» του ως παρασκευαστής μεθαμφεταμίνης). Βάσει των όσων έχουμε δει στις πέντε σεζόν του «Breaking Bad», και γνωρίζοντας ότι οι αρχές του Αλμπουκέρκι έχουν στα χέρια τους κομβικές ομολογίες εμπλεκομένων όπως η γυναίκα του Γουόλτ, Σκάιλερ, το κατηγορητήριο που βαραίνει τον Σολ πρέπει να είναι πολύ μεγάλο. Μεταξύ άλλων, στον πρώην δικηγόρο πιθανότατα έχουν ασκηθεί ποινικές διώξεις για συνωμοσία προς διάπραξη διάφορων εγκλημάτων πλημμεληματικού και κακουργηματικού χαρακτήρα, όπως φοροδιαφυγή και φορολογική απάτη, ξέπλυμα μαύρου χρήματος, συνωμοσία για παραγωγή/εισαγωγή ελεγχόμενης ουσίας (μεθαμφεταμίνη), εκβιασμοί και διάφορες άλλες αξιόποινες πράξεις. Για όλους τους παραπάνω λόγους, ο Σολ έχει διαφύγει στην πολιτεία της Νεμπράσκα (η -ταιριαστή με τη μοίρα του δικηγόρου- μουντίλα της Όμαχα δεν θυμίζει σε τίποτα τις ηλιόλουστες μέρες στο Νέο Μεξικό), όπου ζει με αλλαγμένη ταυτότητα και τηρεί χαμηλό προφίλ.

Στο πρώτο επεισόδιο της προηγούμενης σεζόν του «Better Call Saul» (βλ. s05e01: «Magic Man»), είχαμε παρακολουθήσει τον φυγά πρωταγωνιστή να έρχεται -έντρομος- πρόσωπο με πρόσωπο με έναν παρατηρητικό θεατή των παλιών διαφημίσεών του. Αυτός ήταν ο ταξιτζής Τζεφ (Ντον Χάρβεϊ), ο οποίος έχοντας αναγνωρίσει στο πρόσωπο του Τζιν τον Σολ, αποφάσισε να του κάνει ένα μικρό καψόνι ώσπου ο τελευταίος να παραδεχτεί -ας μπορούσε να κάνει κι αλλιώς!- την αλήθεια για την ταυτότητά του. Το μόνο που είχαμε μάθει έκτοτε, είναι ότι ο Σολ είχε σκεφθεί να αλλάξει εκ νέου ταυτότητα, ωστόσο τελικά είχε αποφασίσει να αντιμετωπίσει μόνος του το πρόβλημα. Από εκεί ακριβώς πιάνει ξανά το κουβάρι της πλοκής το παρόν επεισόδιο.

Σημαντική σημείωση: Ο Πατ Χίλι, ηθοποιός που υποδύεται στον έκτο κύκλο τον Τζεφ, τον οδηγό ταξί που αναγνωρίζει τον Σολ και θέτει σε άμεσο κίνδυνο την «κάλυψή» του, είναι διαφορετικός από αυτόν που ερμήνευσε τον ρόλο κατά την προηγούμενη σεζόν. Τότε, η ερμηνεία ανήκε στον άκρως ψαρωτικό Ντον Χάρβεϊ, ο οποίος ενσάρκωσε τον χαρακτήρα με περισσότερο δυναμισμό, σαρκαστική δολιότητα και σχεδόν μοχθηρή αύρα. Δυστυχώς, ο τελευταίος δεμ κατάφερε να επιστρέψει στις υποχρεώσεις του για τα γυρίσματα της έκτης σεζόν, λόγω της ταυτόχρονης συμμετοχής του σε μια άλλη σειρά («We Own This City»). Και για να πούμε την αλήθεια, οι αλλαγές που συνοδεύουν αυτή την αντικατάσταση (σ.σ. ο χαρακτήρας δείχνει σημαντικά πιο άβουλος και φοβισμένος, αδυνατώντας να εμπνεύσει την παραμικρή απειλή) δεν μας ενθουσίασαν· ίσως το μοναδικό ξεκάθαρα μελανό σημείο σε ένα επεισοδίο με αξιοσημείωτη ροή, υποβόσκοντα σχολιασμό και άπταιστη εικαστικότητα (σε ακαταμάχητη ασπρόμαυρη εικόνα).

Αφού καταφέρει να προσεγγίσει εντέχνως τον Τζέφ (Πατ Χίλι) μέσω της ανυποψίαστης μητέρας του, ο Τζιν πληρώνει με το ίδιο νόμισμα τον ενοχλητικό «θαυμαστή» του: τον κάνει να νιώσει άβολα μέσα στο ίδιο του το σπίτι, και στη συνέχεια του ρίχνει το δόλωμα του «εύκολου» πλουτισμού, δελεαζοντάς τον να συνεργαστεί μαζί του για να τον καθοδηγήσει στην επιτυχία μέσα από έκνομες παρακάμψεις (με μια ταιριαστή αναφορά στην πορεία του Mr. Γουάιτ ως εγγύηση «επιτυχημένης» προϋπηρεσίας του Σολ ως μέντορα/μύστη/καθοδηγητή στα κατατόπια του υποκόσμου). Ο Τζέφι «τσιμπάει», δίνοντας πάτημα στον Τζιν να τον μετατρέψει από μάρτυρα που θέτει σε κίνδυνο την κάλυψή του, σε συνεργό και εξαρτημένο κρίκο του δικού του καμουφλάζ. Εν συντομία, τον εκπαιδεύει ώστε να υπεξαιρέσει πανάκριβα ρούχα από ένα κατάστημα στο εμπορικό κέντρο όπου εργάζεται και ο ίδιος. Και φυσικά, συμμετέχει και αυτός ενεργά στο κόλπο από το δικό του πόστο, εξασφαλίζοντας ότι τίποτα (;) δεν θα πάει στραβά.

Όσα επακολουθούν, δίνουν μια πρώτη γεύση απο έναν «άλλο» Τζιν: Όχι τον φοβικό ανθρωπάκο που χαμηλώνει το βλέμμα και προσπαθεί να περάσει απαρατήρητος σαν εργαζόμενος της διπλανής πόρτας, αλλά τον χαρισματικό σόουμαν που κάποτε μεσουρανούσε στις δικαστικές αίθουσες και την αρένα του υποκόσμου, σκαρώνοντας τα πιο πανούργα και ανήθικα τρικ για να πετυχαίνει τους ιδιοτελείς σκοπούς εκείνου και των πελατών του.

Δεδομένης της τραγικής πορείας του Τζίμι/Σολ/Τζιν στο Breaking Bad universe, το επεισόδιο αυτό δίνει μια ευπρόσδεκτη νότα νοσταλγίας για τα περασμένα «μεγαλεία» του ήρωά μας, εμπλουτίζοντας αυτές τις στιγμές με πικρά ειρωνικό χιούμορ (το αφήγημα της υπαρξιακής κρίσης που υποκρίνεται ότι βιώνει ο Τζιν για να αποσπάσει την προσοχή ενός σεκιουριτά είναι διανθισμένο με αυτοβιογραφικού τύπου δύσπεπτες έμμεσες αλήθειες για το αδιέξοδο του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα // η ταμπέλα της «καλής επιρροής» που προσδιδει η μητέρα του Τζέφ στον Τζιν, ο οποίος ξυνίζει τα μούτρα στο άκουσμα της φιλοφρόνησης). Ναι, δεν μπορείς να διδάξεις νέα κόλπα σε ένα γέρικο σκυλί· αλλά δεν σου μένει παρά να συγκινηθείς όταν το βλέπεις να επαναλαμβάνει για μια τελευταία (;) φορά τα παλιά του τρικ…

Το φινάλε του επεισοδίου είναι αινιγματικό. Σε ένα κατάστημα ρούχων στο εμπορικό κέντρο όπου εργάζεται, ο Τζιν ψηλαφίζει μια ποικιλόχρωμη πουκαμίσα, από τις κακόγουστες κιτς επιλογές που άλλοτε θα έβρισκαν περίοπτη θέση στη γκαρνταρόμπα του Σολ. Ωστόσο, δεν αργεί να την εναποθέσει και πάλι στη θέση της, αποχωρώντας σκυθρωπός. Τελικά, μπορεί η μοίρα να του επιφυλάσσει μια τελευταία επιστροφή ως Σολ, ή αυτό το τρένο έχει περάσει οριστικά;

• Επεισόδιο #11: «Breaking Bad»

Rating: 4 out of 5.

Γνωρίζοντας ότι ο Σολ έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο επεισόδιο της δεύτερης σεζόν του «Breaking Bad» με τίτλο «Better Call Saul», δεν θα μπορούσαμε να περιμένουμε με μεγαλύτερη προσμονή την έλευση του επεισοδίου 11 της τελευταίας σεζόν του BCS, με τίτλο… «Breaking Bad»!

Αυτό για το οποίο είμαστε υποψιασμένοι, συμβαίνει από το εισαγωγικό κιόλας κομμάτι, πριν τους τίτλους αρχής: Βρισκόμαστε ξανά στο Αλμπουκέρκι εν έτει 2008, και παρακολουθούμε την αναβίωσης των γεγονότων της απαγωγής του Σολ από τον καθηγητή χημείας Γουόλτερ Γουάιτ και τον μαθητευόμενό του, Τζέσι Πίνκμαν, η οποια έλαβε χώρα στο επίμαχο επεισόδιο «Better Call Saul»! Η σκηνή επεκτείνεται κατά τη διάρκεια του παρόντος επεισοδίου, ρίχνοντας φως σε νέες στιχομυθίες περί Λάλο αμέσως μετά την απελευθέρωση του Σολ και την πρόσληψη του ως δικηγόρου από το εγκληματικό δίδυμο.

Στη συνέχεια, επιστρέφουμε στο ασπρόμαυρο απώτερο μέλλον (σ.σ. 2010 στο timeline της σειράς), όπου ο Σολ ως Τζιν έρχεται σε τηλεφωνική επαφή με την πρώην γραμματέα του, Φραντσέσκα (Τίνα Πάρκερ), σε κάτι που αρχικά φαντάζει ως ένα άτυπο briefing για τα μετά-BB γεγονότα -που λίγο πολύ ξέραμε ή είχαμε φανταστεί από την ταινία «El Camino». Όπως μαθαίνουμε, η ομοσπονδιακή αστυνομία συνεχίζει να ψάχνει μανιωδώς τον Σολ, ο οποίος έχει ξεμείνει από ρευστό (σ.σ. η περιουσία του έχει όντως κατασχεθεί από το FBI) και συνεργάτες. Ωστόσο, η ανατροπή έρχεται στο μέτωπο των ειδήσεων για τη μοίρα ενός κεντρικού προσώπου που είχε αφεθεί μετέωρο το «Better Call Saul»: Η Κιμ επιβεβαιώνεται ότι είναι ζωντανή, και ο Σολ προσπαθεί εναγωνίως να μάθει περισσότερα για την πρώην σύζυγό του από την Φραντσέσκα. Λίγο αργότερα, τον βλέπουμε να ωρύεται και να βανδαλίζει έναν τηλεφωνικό θάλαμο, ύστερα από μια αποσπασματική συζήτηση με ένα άγνωστο πρόσωπο. Κρίνοντας από τα συμφραζόμενα, η συνομιλήτρια πρέπει να είναι η Κιμ, και η προτροπή της στον Σολ να παραδοθεί είναι αυτή που τροφοδοτεί την έκρηξη του τελευταίου στη συναισθηματικά φορτισμένη κουβέντα τους.

Είναι ασφαλές να πούμε ότι η σειρά βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής πριν από την τελική της ευθεία, πράγμα που μοιάζει να υπονοείται ακόμα και από την κινηματογράφιση (το πανοραμικό πλάνο της έρημης διασταύρωσης στην αμερικανική ύπαιθρο, όπου ο Τζιν παρκάρει το αμάξι του για να μιλήσει στο τηλέφωνο με την Κιμ. Όπως βλέπουμε, η παραμικρή υπόνοια της παρουσίας της τελευταίας είναι αρκετή για να ενεργοποιεί τον πιο σκοτεινό εαυτό του -πρωην- Σολ. Ας μην ξεχνάμε ότι αντίστοιχα κομβική για την πορεία και την τελική δυσμενή κατάληξη του Σολ ήταν η ένταξη του Γουάιτ/Χάιζενμπεργκ στο πελατολόγιό του, όπως αποτυπώνεται στα αποσπάσματα αυτού του επεισοδίου. Ο σκηνοθέτης Τόμας Σνάουτς δίνει αυτή τη σημαντική λεπτομέρεια με άριστη εικαστικότητα: ο ξαπλωμένος Τζιν μονταρεται μέσα στον λακκο που είχαν ανοίξει για τον Σολ οι Γουόλτερ-Τζέσι -όταν οι τρεις τους είχαν πρωτογνωριστεί-, κάνοντας την απαραίτητη σύνδεση μεταξύ αιτίου και αιτιατού.

Μετά το τηλεφώνημα στην Κιμ, η ηθική κατάπτωση του Τζιν είναι εμφανής, δικαιολογώντας για άλλη μια φορά τον τίτλο του επεισοδίου (σ.σ. «break bad» = «παίρνω την κάτω βόλτα»). Στην προσπάθειά του να αποκτήσει ξανά χρηματικό κεφάλαιο, ο πρώην δικηγόρος ενδίδει εκ νέου στην επιστράτευση του Τζεφ και του φίλου του, Μπάντι, για μια σειρά από απάτες σε βάρος πλούσιων «κορόιδων». Ο ίδιος μεθά τους στόχους σε μπαράκια και στη συνέχεια βάζει τους συνεργούς του να μπουκάρουν στα σπίτια τους και να υποκλέπτουν προσωπικά δεδομένα. Η φράση «πεπρωμένον φυγήν αδύνατον» ταιριάζει γάντι στην περίπτωση του πρωταγωνιστή μας, ο οποίος όντας πλέον εντελώς αποκτηνωμένος από όσα του έχουν συμβεί, δεν δείχνει ενσυναίσθηση προς κανένα από τα θύματά του. Είναι εκ νέου ο άνθρωπος-«κακή επιρροή», εκείνος που στο παρελθόν δημιούργησε το τέρας της Κιμ και εξέθρεψε/θωράκισε το τοξικό εγώ του Γουόλτερ. Πριν από όλα αυτά, οι απάτες του είχαν μια -έστω και πλασματικά- ανώδυνη υφή παιχνιδιού και διασκέδασης, αναδίδοντας μια δημιουργική και σπιρτόζικη πονηριά. Αντιθέτως με τώρα, όπου το κέντρο ελέγχου αυτών των πράξεων εξωθείται σε ολοένα και πιο σκοτεινά σημεία, χωρίς καν να το διασκεδάζει. Ο Σολ είναι ο άνθρωπος που σε όλα τα κρίσιμα σταυροδρόμια πήρε τη λάθος απόφαση, και σε αυτό το συμπέρασμα υπερθεματίζει το επεισόδιο «Breaking Bad», κλείνοντας με μια επιδέξια αντιπαραβολή: Την επίσκεψη του Σολ στον γυμνάσιο όπου δίδασκε χημεία ο -τότε- καινούργιος πελάτης του, Γουάιτ (παρά τις αντιρρήσεις του Μάικ ως προς το ενδεχόμενο παροχής συμβουλευτικής βοήθειας στην ανάπτυξη της επιχείρησης του Γουόλτ), και την εισβολή του Τζιν στο σπίτι ενός καρκινοπαθούς θύματος που επιλέγει -και επιμένει- να εξαπατήσει (παρά τις ενστάσεις του συνεργού του, Μπάντι, ώστε να δείξουν μεγαλοψυχία).

Η επιστοφή των Τζέσι και Γουόλτ, έστω και για λίγο (αν και είναι ξεκάθαρο ότι αυτή είναι πλέον η ιστορία του Σολ και όχι η δική τους), αποτελεί ένα γεγονός που προσμέναμε με έντονα νοσταλγική διάθεση, και είναι πραγματικά πολύ όμορφο να τους βλέπεις στον ρόλο για μια τελευταία (;) φορά -ειδικά ο Μπράιαν Κράνστον είναι πρακτικά αδύνατο να επιστρέψει μετά το φινάλε αυτής της σειράς. Το σημαντικό είναι ότι η συγγραφική ομάδα δεν τους εντάσσει προσχηματικά, αλλά για να εξυπηρετήσει η παρουσία τους τον σχολιασμό για τις κομβικές επιλογές στη ζωή του Σολ. Από εκεί και πέρα, ναι μεν ολόκληρη η σειρά είναι άψογη στο τεχνικό κομμάτι, όμως τα τεχνάσματα που βλεπουμε στο μοντάζ αυτού του επεισοδίου είναι σίγουρο ότι θα μας μείνουν χαραγμένα στη μνήμη για πολύ καιρό.

Συνοψίζοντας, το συγκεκριμένο επεισόδιο έχει να κάνει με τα σταυροδρόμια που συναντάμε. Κυριολεκτικά (βλ. πανοραμική κινηματογράφηση των δρόμων της αμερικανικής υπαίθρου) και μεταφορικά (σ.σ. κομβικές αποφάσεις). Ο Σολ πήρε μια κακή απόφαση (παρά τις συμβουλές του Μάικ) όταν επέλεξε να διευκολύνει την επιχείρηση του Γουόλτ και να τροφοδοτήσει το εγώ του. Μια απόφαση που οδήγησε στην τελική του πτώση. Τώρα, ως Τζιν, δείχνει για άλλη μια φορά κακή κρίση, ολισθαίνοντας εκ νέου στα μονοπάτια της εγκληματικής δραστηριότητας. Μάλιστα, σε αυτό το ηθικό κατρακύλισμα εμφανίζεται πιο αμείλικτος από ποτέ, αρνούμενος πεισματικά να τη «χαρίσει» σε ένα αθώο θύμα που λαμβάνει θεραπεία για τον καρκίνο -παρά τις συμβουλές του μέλους της συμμορίας του. Η παρουσία των Γουόλτ (ένας Κράνστον σαν να μην πέρασε μια μέρα) και Τζέσι (αρκετά γερασμένος για τον ρόλο ο Άαρον Πολ) δικαιολογείται απολύτως υπό αυτή τη σκοπιά, καθότι η αφηγούμενη ιστορία παραμένει του Σολ και δεν είναι πια η δική τους (δηλ. απλά τους βλέπουμε ως κομμάτια της ιστορίας του νέου πρωταγωνιστή). Όταν το υπέροχο μοντάζ δίνει την ψευδαίσθηση ενός παγιδευμένου Τζιν στην τρύπα που άνοιξαν οι Γουόλτ & Τζέσι για τον Σολ, εμείς πλέον γνωρίζουμε ότι αυτό που υπογραμμίζεται είναι οι επιπτώσεις της συνεργασίας του Σολ με τον Γουολτ και η επανάληψη αυτού του ολέθριου μοτίβου κακών αποφάσεων/παρόρμησης στη ζωή του.

• Επεισόδιο #12: «Waterworks»

Rating: 4 out of 5.

Το προτελευταίο επεισόδιο ξεκινά με τον Σολ στο trademark κιτς γραφείο του -με τους όχι και τόσο στέρεους αρχαιοελληνικούς κίονες!-, να αναγνώσκει την αίτηση διαζυγίου της Κιμ. Διακρίνοντας τη συναισθηματική φόρτιση στο θρυμματισμένο του πρόσωπο, θυμόμαστε για άλλη μια φορά ότι το «Better Call Saul» είναι το δικό του σόου. Εδώ γνωρίσαμε τις πτυχές της ιδιωτικής ζωής του χαρακτήρα που δεν θα μπορούσαμε να διανοηθούμε εν καιρώ «Breaking Bad», εκεί όπου μας συστήθηκε η επαγγελματική -και μόνο!- περσόνα του. Από τις νεανικές μέρες του συμπαθούς Τζίμη του Γλίστρα, όπου είδαμε το ταλέντο του στην παγαποντιά να εκκολάπτεται, περάσαμε στον πρώην άρπαγα Τζέιμς M. ΜακΓκιλ, ο οποίος προσπάθησε ειλικρινώς να μπει στον ίσιο δρόμο και να ασκήσει το επάγγελμα της δικηγορίας με «ιδεαλιστική» προσέγγιση, δίχως όμως να ξεφεύγει από την επιρρέπεια σε «πισωγυρίσματα»-βολικές παρακάμψεις της ηθικής που θα ήθελε να ευαγγελίζεται. Όπως έχουμε προαναφέρει, ο θάνατος του Τσακ προκάλεσε ανεπανόρθωτη ζημιά στον ψυχισμό του Τζίμι. Όπως και ο αδελφός του, ο πρωταγωνιστής μας συνήθιζε να αντιμετωπίζει τον πόνο επιλέγοντας να… μην τον αντιμετωπίζει. Σκλήραίνε τον εαυτό του, αποφάσιζε να μην αφήσει τίποτα να τον πληγώσει ξανά και υιοθετούσε ολοένα και περισσότερο τη νοοτροπία του αρπακτικού. Στις δύσκολες στιγμές, αυτός ο αμυντικός μηχανισμός έκανε την εμφάνισή του ξανά και ξανά, προκαλώντας πολύ πόνο και δυστυχία για όλους γύρω του, και ειδικά στον ίδιο τον Τζίμι. Αυτό συμβαίνει και στη σκηνή της υπογραφής του διαζευκτηρίου μεταξύ Τζίμι και Κιμ, όπου αυτός ο άνθρωπος που λίγο πριν καθόταν μόνος και δακρυσμένος, μαχόμενος με το εσωτερικό τραύμα του, λίγο αργότερα είναι ο ατάραχος χύμα τύπος που γνωρίσαμε ως Σολ. Τελικά, η τυπική επιβεβαίωση του χωρισμού με την Κιμ είναι η τελευταία καμπή στον οδικός χάρτης που οδηγεί τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα στον προορισμό της ολοκληρωτικής παράδοσης στην περσόνα του Σολ.

Ας σταθούμε όμως λίγο στη σκηνή που προηγείται της υπογραφής του διαζυγίου, εκεί που η κάμερα δείχνει τον Σολ δακρυσμένο, εμβαθύνοντας στον ψυχισμό του ανθρώπου που βρίσκεται κάτω από το προσωπείο του δόλιου δικηγόρου. Ό,τι ήταν οι Γουόλτ-Τζέσι για το BB, είναι εκείνος για το BCS, και όσο περιφερειακά θυμηθήκαμε τους Γουόλτ-Τζέσι στο BCS, άλλο τόσο περιφερειακός ήταν και ο Σολ στο BB. Να τα λέμε αυτά, διότι η συγγραφική ομάδα έχει διανύσει τεράστιες αποστάσεις στο character development, μια προσπάθεια με άψογο αποτέλεσμα που θα πρέπει να της πιστωθεί.

Το πέσιμο των τίτλων αρχής μας επιφυλάσσει μια διαφωτιστική επαναφορά στο ασπρόμαυρο παρόν, όπου έκπληκτοι συναντάμε την «καινούργια» Κιμ να ζει ξενιτεμένη μια συμβατική, πληκτική, μεσοαστική ζωούλα στο πλάι του νέου συζύγου και των ξιπασμένων φιλενάδων/συναδέλφων της. Η μάχιμη δικηγορική ανήκει στο παρελθόν, εχοντας δώσει τη θέση της σε μια δημοσιοϋπαλληλίστικη δουλειά γραφείου στην εταιρεία ψεκαστήρων Palm Coast. Στα μάτια μας, η ηρωίδα είναι το ίδιο «εγκλωβισμένη» όσο και ο φυγάς Σολ. Είναι όμως σαν να το επιβάλλει η ίδια στον εαυτό της, σαν να πιστεύει ότι αυτό το υποκατάστατο ζωής είναι το μόνο που δικαιούται πλέον να ζει. Δεν είναι η σκιά του εαυτού της. Είναι ο εαυτός της, ο οποίος αυτοτιμωρείται.

Τίποτα δεν μοιάζει ικανό να βγάλει την Κιμ από τον αυτόματο πιλότο, ώσπου το τηλεφώνημα του Σολ/Τζιν -ναι, αυτό που παρακολουθήσαμε ελλειπτικά στο προηγούμενο επεισόδιο- έρχεται να ταράξει απότομα την ηρεμία της. Έχουν περάσει 6 χρόνια από την τελευταία φορά που συναντήθηκαν (η σκηνή της υπογραφής του διαζευκτηρίου -όπως και το κυρίως κομμάτι της έκτης σεζόν του BCS – διαδραματίσθηκε το 2004, τέσσερα χρόνια πριν την έναρξη των γεγονότων του BB). Η ίδια προσπαθεί να είναι τυπική και μάλιστα του ζητά να παραδοθεί στις αρχές, τσαντίζοντάς τον και εγείροντας το τοξικό του πείσμα (γνωρίζουμε ήδη ότι ο κακός του εαυτός «υποτροπίασε» μετά από αυτό το τηλεφώνημα). Ο εκνευρισμένος Σολ τεστάρει τα αποθέματά της, ζητώντας της να σύρει εκείνη τον χορό των οικειοθελών αποκαλύψεων. Εδώ που τα λέμε, μόνο άδικο δεν έχει σε αυτό: Η Κιμ ήταν η εγκέφαλος των πιο επικίνδυνων κόλπων του, και μάλιστα εμφανιζόταν αμείλικτη ως προς την εκτέλεσή τους την ώρα που ο Τζίμι την παρότρυνε να σταματήσουν (βλ. περίπτωση Χάουαρντ).

Το τηλεφώνημα αφυπνίζει στη συνείδηση της Κιμ όλα τα δεινά που έχει προκαλέσει. Αυτή η δύναμη την οδηγεί πισω στο Αλμπουκέρκι και τη χήρα του Χάουαρντ, Σέριλ, στην οποία εξομολογείται γραπτώς τα πάντα: Τόσο για το ύπουλο παιχνίδι που έπαιξε μαζί με τον πρώην σύζυγο της για να δυσφημίσει τον μακαρίτη, όσο και το ατυχές συναπάντημα που οδήγησε στη δολοφονία του. Η Κιμ θέλει να αποκαταστήσει, έστω και μετά θάνατον, την εικόνα Χάουαρντ. Θέλει να ξορκίσει τις ερυνίες, και δεν θα την ένοιαζε ακόμα και αν η ομολογία της ήταν αρκετή για να τη στείλει στη φυλακή· όμως ο Μάικ έχει φροντίσει από καιρό ώστε να μην υπάρχουν απτά στοιχεία που να την ενοχοποιούν. Τουλάχιστον βάζει ένα τέλος στην αγωνία της Σερίλ, παρέχοντάς της ένα sense of closure, ενώ παράλληλα δικαιώνει τη μνήμη του Χάουαρντ. Όμως αυτό δεν είναι αρκετό για να τη λυτρώσει, όπως βλέπουμε να αποτυπώνεται ερμηνευτικά στην εξαιρετική ηθοποιία της Ρια Σιχορν στη σκηνή του λεωφορείου, εκεί όπου η φορτισμένη ηρωίδα ξεσπά σε σπαρακτικούς λυγμούς ανάμεσα στους επιβάτες. Θα μπορούσε να είναι ένα οσκαρικό κλιπ για την ηθοποιό (αλλά και ένα Emmy δεν θα έβλαπτε!)…

Κι αν από τη μια πλευρά η η Κιμ αφυπνίσθηκε μετά το τηλεφώνημα του Σολ, η συνείδηση του τελευταίου μεχρι εκείνο το σημείο μοιάζει να κοιμάται ύπνο βαθύ! Συνεχίζοντας την ελεύθερη πτώση του, εκείνος προχωρά με το πλάνο να εισβάλλει στο σπίτι του καρκινοπαθούς θύματος και να υποκλέψει τα στοιχεία του. Όπως ακριβώς είχε συμβεί και με την προ εξαετίας συνάντησή του πρώην ζευγαριού, όταν η Κιμ είδε τον Σολ να υπογραφεί την αίτηση διαζυγίου έχοντας ενδώσει πλήρως στην περσόνα του αδίστακτου και αμοραλιστή δικηγορίσκου. Σε αυτό το κρίσιμο σημείο καμπής εστιάζει προσωρινά η αφήγηση, εναλλασόμενη μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Μετά την υπογραφή του διαζυγίου και την έξοδο της Κιμ από το γραφείο, επόμενος στην προτεραιότητα είναι ο Εμίλιο Κογιάμα*, που -αν δεν σας λέει κάτι το όνομά του- τον είχαμε συναντήσει στην πρώτη σεζόν του BB ως στενό συνεργάτη του Τζέσι στην παρασκευή μεθαμφεταμίνης και στη συνέχεια ως ένα από τα πρώτα θύματα του καθηγητή Γουόλτερ Γουάιτ. Μάλιστα, τότε ο Τζέσι είχε αναφέρει ότι ο Σολ είχε ξελασπώσει τον Εμίλιο κατ’ επανάληψη -πληροφορία την οποία η συγγραφική ομάδα δεν έχασε ευκαιρία να αξιοποιήσει! Η συγκεκριμένη διαδοχή προσώπων (το cameo του Εμίλιο εξυπηρετεί την επανεμφάνιση του Τζέσι και την τυχαία συνάντησή του με την Κιμ στον περιβάλλοντα χώρο του γραφείου του Σολ) αποτελεί άλλον έναν σεναριακό υπαινιγμό της «πτώσης» του δικηγόρου, καθώς εκείνος περνά και τυπικά απο τον πρίκουελ κόσμο του BCS σε αυτόν του BB, με τη γνωστή σε όλους κατάληξη (σ.σ. το ασπρόμαυρο «σίκουελ» στο BCS). Σε αυτό το σημείο η Κιμ τον εγκαταλείπει, με τον φακό να την ατενίζει ποιητικά καθώς απομακρύνεται γοργοπόδαρα από την εξώθυρα του γραφείου του εν μέσω βροχής (εξαιρετική πλανάρα!). Προτού συμβεί αυτό, εκείνη έχει συζητήσει για λίγο με τον Τζέσι, ο οποίος -στα ξεκινήματά του ακόμα- ζητά συστάσεις για τον Σολ. «Λέει τίποτα ως δικηγόρος;» τη ρωτά, και η απάντηση είναι λακωνική αλλά κατατοπιστική για τον θεατή: «Όταν τον γνώριζα, έλεγε». Με αυτά τα λόγια, η Κιμ αφήνεται να φτερουγίσει μακριά από το χάος στη ζωή του Σολ. Άλλωστε αυτός που αγάπησε η Κιμ, ήταν ο Τζίμι. Και ο Τζίμι δεν υπάρχει πια. Υπάρχει μόνο ο Σολ, που της έβγαλε, έστω άθελά του (σ.σ. ο ίδιος αρκετές φορές φάνηκε να προσπαθεί να τη συγκρατήσει), τον χειρότερο εαυτό της.

Σε αντίθεση με τον Σολ, και κόντρα στις δικές μας προσδοκίες, η πορεία της Κιμ είναι καθαρτική: Δεν ενδίδει στον κακό της εαυτό, ενώ μετά από κάποιο διάστημα σιωπηλής αυτοτιμωρίας, επιτέλους δραστηριοποιείται για να διορθώσει τα κακώς κείμενα που έχει διαμορφώσει. Βίοι αντίθετοι με τον Σολ/Τζιν, ο οποίος πραγματικά δεν έχει πάτο στις αδίστακτες πρακτικές και δεν γνωρίζει πλέον καμία (;) ηθική αναστολή. Κι αν ο comic relief ρόλος της περσονας του Σολ στο BB αποτελούσε ένα άτυπο συγχωροχάρτι για τον χαρακτήρα στα μάτια του κοινού, εδώ πλέον δεν έχει KANENA αντισταθμιστικό παράγοντα στη σκοτεινιά του.

ΚANENA; Μετά από ενα απρόοπτο που οδηγεί στη σύλληψη του Τζεφ στην τελευταία τους αποστολή, η παράξενη συμπεριφορά του Τζιν -και κυρίως οι εξειδικευμένες νομικές οδηγίες που χορηγεί- πυροδοτούν τις υποψίες της ηλικιωμένης μητέρας του συλληφθέντα, Μάριον (Κάρολ Μπέρνετ). Εκείνη αποκρυπτογραφεί τον κεκαλυμμένο ρόλο που διαδραματίζει ο «φίλος» της Τζιν στον περίγυρο του γιου της το τελευταίο διάστημα και ξεσκεπάζει την πραγματική του ταυτότητα κάνοντας στοχευμένη χρήση των ιντερνετικών μηχανών αναζήτησης (άλλωστε πόσους διάσημους παγαπόντες δικηγόρους σαν τον Σολ να διαθέτει το άσημο Αλμπουκέρκι;). Την ίδια στιγμή, ο Σολ εισβάλλει στο σπίτι της και σύντομα αντιλαμβάνεται ότι η Μάριον γνωρίζει ποιος πραγματικά ειναι. Η επακόλουθη σκηνή, όπου βλέπουμε τον Τζιν να πλησιάζει τη Μάριον τυλίγοντας γύρω από τα χέρια του το σύρμα του σταθερού τηλεφώνου που μόλις ξήλωσε -για να αποτρέψει την κυρία του σπιτιού από το να πάρει την αστυνομία-, θα μπορούσε άνετα να είναι ο προάγγελος μιας στυγερής δολοφονίας. Ευτυχώς για τη Μάριον -και την υστεροφημία του εξαπατητή της-, ο Σολ απλά προσπαθεί να την αποτρέψει από τον να τον καταδώσει φορώντας το ψαρωτικό του προσωπείο και κάνοντας τις γνωστές επικλήσεις στο συναίσθημα. Η ειρωνεία είναι ότι στο τέλος λυγίζει ο ίδιος υπό το συναισθηματικό βάρος της εξαπάτησης που καθρεφτίζεται στα μάτια της προδομένης Μάριον: «Σε εμπιστεύτηκα!» τον κατακεραυνώνει εκείνη όσο αυτός έχει ακόμα το πάνω χέρι, και κάπως έτσι καταφέρνει να τον «σπάσει» ψυχολογικά.

Εδώ το σενάριο διαχειρίζεται ευρηματικά το soft spot του Τζίμι για τους ηλικιωμένους: Αραγε πόσες απάτες και προδοσίες σε βάρος γνωστών του και -κυρίως- αφελών συνταξιούχων πελατών να είδε ο Σολ/Τζιν να καθρεφτίζονται φευγαλέα πάνω στα υγρά, σπινθηροβόλα μάτια της τρομοκρατημένης γηραιάς κυρίας; Και πόσο σθένος να χρειάστηκε η ίδια η Μάριον για να μην χειραγωγηθεί από τη συναισθηματικά εκβιαστική πειθώ του σαν όλους τους προηγούμενους, να πατήσει «πόδι» (εν προκειμένω το κουμπί έκτακτης ανάγκης που είναι περασμένο γύρω από τον λαιμό της) και να τον καταδώσει -face to face- στις αρχές!

Στην τελευταία στροφή πριν το τέλος του BCS, το «Waterworks» δίνει τις τελικές, πειστικές και συνάμα ανατρεπτικές απαντήσεις για το ήθος των Σολ και Κιμ, προετοιμάζοντας για την τελική πράξη/σούμα που θα γίνει φυσιολογικά -και ταιριαστά με τη θεματολογία της σειράς- στο δικαστήριο. Ένα επεισόδιο που θα θυμόμαστε και για τις εξαιρετικές ερμηνείες του καστ, με επικεφαλής τους δύο πρωταγωνιστές και κυρίως το ξέσπασμα της Κιμ στο λεωφορείο! Όσο για το cameo του Εμίλιο και την επανεμφάνιση του Τζέσι, η χρήση τους ως μηχανισμών προώθησης της στέρεας προβληματικής που εκφέρει η σειρά, μας κάνει να συγχωρούμε την υπερβολική συγκυρία του τέλειου συντονισμού τους με την «έξοδο» της Κιμ από τη ζωή του Σολ (δεν είναι η πρώτη φορά που αγνοούμε αφηγηματικά βολικές συμπτώσεις στο Breaking Bad universe, αλλά αξίζει η θυσία).

* Πάνε 14 χρόνια από την τελευταία φορά που ο ηθοποιός Τζον Κογιάμα έπαιξε για τελευταία φορά τον Εμίλιο, σηματοδοτώντας τη μεγαλύτερη χρονολογική απόσταση μεταξύ των εμφανίσεων ενός χαρακτήρα στο Breaking Bad universe (σύμφωνα με το timeline που προβλήθηκαν τα επεισόδια στην τηλεόραση).

• Επεισόδιο #13: «Saul Gone»

Rating: 5 out of 5.
Ανασκόπηση: «Better Call Saul» — 6η σεζόν

Το τελευταιο επεισόδιο ξεκινάει με μονταρισμένα πλάνα από την έρημο αλά «Ozymandias» (σ.σ. το κορυφαίο επεισόδιο του Breaking Bad universe), κάνοντας επιλεγμένες οπτικές αναφορές σε παλαιότερες τραυματικές εμπειρίες του Σολ (βλ. περιπλάνηση στην έρημο στα s05e08: «Bagman» και s05e09: «Bad Choice Road»). Όλα αυτά μετουσιώνονται σε μια πρόσθετη σκηνή κουβέντας με τον Μάικ με φόντο το άγονο τοπίο, στην οποία ο παρορμητικός Σολ αρχικά τον προτρέπει άκαρπα στο να μοιραστούν τα λεφτά που προορίζονται για την εγγύηση του Λάλο και να «δραπετεύσουν» μακριά από το καρτέλ. Στη συνέχεια, η συζήτηση αποκτά απολογιστικό χαρακτήρα, με τους δυο τους να απαντούν στο υποθετικό ερώτημα του τι θα έκαναν/διόρθωναν εάν είχαν μια χρονομηχανή. Προβλέψιμα, ο φιλοχρήματος Σολ θα χρησιμοποιούσε αυτό το «δώρο» ως όχημα για εύκολο πλουτισμό και βολικά κοψίματα δρόμου, την ώρα που ο Μάικ έχει φανερά μετανιώσει για τα λάθη του στη ζωή: Θα γυρνούσε τον χρόνο πίσω στη μέρα που πήρε την πρώτη του μίζα για να μη γίνει διεφθαρμένος αστυνομικός (σ.σ. μια απόφαση που του στοίχισε τον γιο του, κυριολεκτικά και μεταφορικά). Το εισαγωγικό αυτό κομμάτι είναι μια πρώτης τάξεως σύνοψη των δύο χαρακτήρων και της εξέλιξής τους μέσα στην πρόοδο του «Better Call Saul», βάζοντάς μας παράλληλα στο κλίμα για το attitude με το οποίο ο Σολ σχεδιάζει να καθίσει στο εδώλιο.

Σε μια άλλη ανάδρομη αφήγηση που παρακολουθούμε στη συνέχεια του ίδιου επεισοδείου, μεταφερόμαστε στην τελευταία σεζόν του BB και το «Granite State», όπου ο Σολ χρησιμοποιεί ξανά το παράδοξο του ταξιδιού στον χρόνο ως εφαλτήριο για να ανοίξει μια παρόμοια φιλοσοφική συζήτηση περί απολογισμών και πιθανής μετάνοιας. Αυτή τη φορά, συνομιλητής είναι ο χημικός Γουόλτερ Γουάιτ, στο υπόγειο δωμάτιο από το οποίο ο καθένας τους θα αναχωρούσε με αλλαγμένη ταυτότητα για μια μετα-ζωή ως φυγάς. Εκεί, μετά την εξομολόγηση του Σολ, ο Γουόλτερ (που με τη σειρά του έχει μετανιώσει για κάποιους μικροεγωϊσμούς και σύνδρομα κατωτερότητας της νεότητάς του που επηρέασαν τις προοπτικές του -αποχωρώντας από τη μετέπειτα κραταιά εταιρεία Grey Matter και δίνοντας τη σκυτάλη σε έναν επίσης πληγωμένο/τοξικό εγωιστή μεσήλικα) τον επιπλήττει ότι ήταν και παραμένει ο ίδιος φθηνός κομπιναδόρος. Το ειρωνικά αστείο της υπόθεσης είναι ότι ο Γουόλτερ, ο οποίος νιώθει ξεκάθαρα ανώτερος από τον Σολ, είναι αυτός που στη συγκεκριμένη σκηνή επιδίδεται σε μια trademark «σπεσιαλιτέ» του: Διαστρεβλώνει γεγονότα του παρελθόντος ούτως ώστε να παρουσιάζεται ως καλύτερος άνθρωπος από ό,τι ήταν (εδώ πλασάρει ως «ιπποτισμό» τα κόμπλεξ που τροφοδότησαν την εθελούσια έξοδό του από την εταιρεία).

Σε κάθε περίπτωση, αμφότερα τα φλας μπακ με Μάικ και Γουόλτερ παρουσιάζουν έναν φαινομενικά αμεταμέλητο Σολ, ο οποίος απαντά στο καίριο ερώτημα της μετάνοιας «ελαφρά τη καρδία». Όμως κάτι μοιάζει να υποβόσκει κάτω από την επιφάνεια, με τρόπο που υπονοεί ότι δεν μας δίνεται η πλήρης εικόνα του ατίθασου δικηγορίσκου. Αυτήν ακριβώς την πληρότητα μάς προσφέρει το διάρκειας 1 ώρας και 9 λεπτών φινάλε της σειράς, με τίτλο «Saul Gone», όπου οι κόσμοι και οι ταυτότητες του Τζίμι/Σολ/Τζιν συγκλίνουν σε μια τελική αναμέτρηση.

Επιστρέφοντας στα μετά BB γεγονότα, ύστερα από το τηλεφώνημα της Μάριον ο Σολ δεν καταφέρνει να διαφύγει της σύλληψης και εν συνεχεία εκδίδεται στο Νέο Μεξικό. Με τον ίδιο να βαραίνεται από 25 κατηγορίες για παραβάσεις, συμπεριλαμβανομένης της συνομωσίας για παραγωγή και διακίνηση ναρκωτικής ουσίας και της συνέργειας στη δολοφονία ομοσπονδιακών πρακτόρων, η υπόθεσή του θεωρητικά μοιάζει χαμένη από χέρι, φέρνοντάς τον φάτσα με την προοπτική της ισόβιας κάθειρξης. Όμως ο δαιμόνιος δικηγόρος καταστρώνει πάλι τα σχέδιά του για να «κόψει» δρόμο και να ξελασπώσει. Μετά από το πρώτο σοκ της σύλληψης, δεν μοιάζει πια με το ποντίκι στη φάκα, αλλά με το θηρίο στο κλουβί που επιτέλους επέστρεψε στα φώτα της αγαπημένης του σκηνής. «Ας αρχίσει το σόου» μονολογεί ο Σολ όταν η δικαστής κηρύσσει την έναρξη της δικής. Σαν να μην υπάρχει κανένα εμπόδιο που να μπορεί να τον καταβάλει.

Όμως η πραγματική παράσταση δίνεται πριν τη δίκη. Όταν του απαγγέλλονται οι κατηγορίες από τον ομοσπονδιακό κατήγορο, ο Σολ ζητά να είναι παρούσα και η χήρα του αστυνόμου Χανκ Σρέιντερ, Μαρί (Μπέτσι Μπραντ). Εκείνη, εκτός από το να σέρνει τον χορό των επανεμφανίσεων οι οποίες αποτίουν φόρους τιμής σε -παρόντες και απόντες- χαρακτήρες του BB, φέρνει τον Σολ αντιμέτωπο με τις πραγματικές του ευθύνες: Βοήθησε καθοριστικά τον Γουόλτερ Γουάιτ, τον άνθρωπο που συντέλεσε με τη δράση του στον θάνατο έντιμων ανθρώπων όπως ο σύζυγος της. Κι ολα αυτά, φυσικά, για τα λεφτά! Όμως το αυτί του Σολ δεν ιδρώνει. Ο ίδιος αντεπιτίθεται με μια οσκαρική ερμηνεία, ισχυριζόμενος ότι είναι κι αυτός θύμα των μεθόδων του Γουάιτ. Όλοι παρακολουθούν άφωνοι την πρόβα τζενεράλε μιας στέρεης υπερασπιστικής γραμμής. Η άψογη υποκριτική του Σολ, ο οποίος έχει την τέχνη να αναδιπλώνεται και στο αμέσως επόμενο λεπτό να διεκδικεί αναίσχυντα, βάζει σε δεύτερες σκέψεις τον κατήγορο, ο οποίος φοβάται ότι ο πρώην δικηγόρος μπορεί να χειραγωγήσει τους ενόρκους. Έτσι, του προσφέρει μια εξαιρετικά ευνοϊκή συμφωνία επταετούς φυλάκισης. Ο ίδιος δεν μπορεί να αρνηθεί, και φυσικά δεν θα χάσει την ευκαιρία να εκπροσωπήσει ο ίδιος τον εαυτό του ενώπιον του δικαστηρίου, έχοντας τη συνδρομή ενός παλιού γνώριμου: Του πρώην εισαγγελέα Μπιλ Όκλι (Πίτερ Ντίζεθ), ο οποίος είχε κονταροχτυπηθεί πολλές φορές με τον Σολ στο παρελθόν, ωστόσο τώρα προσλαμβάνεται από εκείνον ως σύμβουλος συνηγόρου.

Δυστυχώς -ή ευτυχώς- όλο το καλοστημένο σχέδιο καταρρέει όταν ο Σολ ενημερώνεται για την ενυπόγραφη ομολογία της Κιμ. Όπως τον ενημερώνει ο Μπιλ, η πρώην σύζυγός του αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο αστικής αγωγής από τη χήρα του Χάουαρντ Χάμλιν, η οποία μπορεί κυριολεκτικά να την καταστρέψει. Τότε, ο Σολ δίνει μια ψεύτικη κατάθεση που εμπλέκει περισσότερο την Κιμ προκειμένου να την κάνει να εμφανιστεί στο δικαστήριο. Εκείνη στο μεταξύ έχει επιστρέψει αμισθί στις νομικές υπηρεσίες, ενδίδοντας στην εσωτερική της φωνή, όταν ενημερώνεται για τη σύλληψη του πρώην συζύγου της και για την επικειμενη κατάθεσή του, η οποία «μπορεί να την επηρεάσει προσωπικά».

Ο Τζίμι αφυπνίζεται και εμπνέεται από τις πράξεις της Κιμ, η οποία με παρρησία παραδέχτηκε ότι διαδραμάτισε ρόλο στην πτώση και τον θάνατο του Χάουαρντ Χάμλιν, παρ’ όλο που γνώριζε ότι θα μπορούσε να αντιμετωπίσει σοβαρές συνέπειες. Συνειδητοποιεί ότι το αχόρταγο κυνήγι του χρήματος, στο οποίο συνέχισε να είναι αφιερωμένος μέχρι τις τελευταίες του μέρες ως Τζιν, τον οδήγησε σε μια εγωκεντρική στάση, κάνοντάς τον να παραμελήσει τις σχέσεις του με εκείνους που αγαπούσε πραγματικά. Και αυτή η φθορά των σχέσεων, ήταν που έφερε στην επιφάνεια την περσόνα του Σολ Γκούντμαν, τη συναυτουργία σε στυγερά εγκλήματα και τον ίδιο να συλλαμβάνεται τελικά από την αστυνομία κρυμμένος στον πάτο ενός σκουπιδοτενεκέ.

Σε μια άλλη αναδρομή στο παρελθόν, ο Τζίμι επισκέπτεται τον Τσακ, ο οποίος τον ενθαρρύνει να επιλέξει ένα διαφορετικό μονοπάτι στη ζωή του: «Εάν δεν σου αρέσει η κατεύθυνσή σου, δεν είναι ντροπή να γυρίσεις πίσω και να πάρεις έναν άλλο δρόμο» τον διαβεβαιώνει χωρίς να κερδίζει την προσοχή του -τότε. Όμως στο ύστατο φινάλε, ο Σολ αποφασίζει να ενστερνιστεί αυτά τα λόγια του αδελφού του και να αλλάξει δρόμο. Και αυτό θα του επιτρέψει να συστηθεί ξανά ως Τζίμι Μακ Γκιλ, βάζοντάς οριστικά στο συρτάρι την περσόνα του Σολ (εξού και «Saul Gone»). Σίγουρα η ιστορία του Τζίμι θα είχε πολύ διαφορετική κατάληξη εάν ο ίδιος είχε εξαρχής την υποστήριξη και την αποδοχή του μεγαλύτερου αδελφού του. Αντ’ αυτού, ο βαθιά συμπλεγματικός Τσακ εξέθρεψε μόνον ψυχρή μνησικακία απέναντί του, καθορίζοντας τελικά άθελά του το ζοφερό πεπρωμένο και των δύο. Η εμμέσως θετική επιρροή της προαναφερθείσας προτροπής του Τσακ προς τον Τζίμι, έστω και μετά θάνατον, είναι μια μικρή παρηγοριά.

Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι και τα τρία κομβικά φλας μπακ του κύκνειου άσματος της σειράς έχουν ως κοινό παρονομαστή τη Μηχανή του Χρόνου. Στην τελευταία αναδρομή (σ.σ. η σκηνή με τον Τσακ προηγείται χρονικά των άλλων δύο στιχομυθιών με Μάικ και Γουόλτερ, έχοντας λάβει χώρα την αμέσως προηγούμενη μέρα των κυρίως γεγονότων του πρώτου επεισοδίου του BCS), υπάρχει ως αναφορά στον τίτλο του γνωστού -ομώνυμου- μυθιστορήματος επιστημονικής φαντασίας του Χ. Τζ. Γουέλς (σ.σ. «The Time Machine»,1895) που διακρίνεται στο σπίτι του Τσακ. Το βιβλίο ανήκε στον αυτόχειρα αδελφό και στη συνέχεια είδαμε ότι πέρασε στην κατοχή του Τζίμι (σ.σ. στο «Wine and Roses» διακρίνεται ανάμεσα στα προσωπικά αντικείμενα του Σολ κατά την κατάσχεση των υπαρχόντων του από το FBI και στο «Carrot and Stick» στο πλάι του κρεβατιού του). Έτσι, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι αυτή η συζήτηση με τον Τσακ είναι ο λόγος που ο Σολ ρωτούσε μετέπειτα διάφορους συνοδοιπόρους του σε ποια στιγμή θα επέστρεφαν αν είχαν μια μηχανή του χρόνου.

Την ημέρα της δίκης, ο Σολ εκπλήσσει τους πάντες ομολογώντας την πλήρη εμπλοκή του στην αυτοκρατορία του Γουόλτερ Γουάιτ, την αυτοκτονία του Τσακ, αλλά και την επιχείρηση δυσφήμισης που οδήγησε στον άδικο θάνατο του Χάουαρντ. Κάπως έτσι, ο ίδιος πετά στα σκουπίδια τη γενναιόδωρη σύσταση ποινής επταετούς κάθειρξης από την κυβέρνηση και τελικά καταδικάζεται σε φυλάκιση 86 χρόνων! Με δάκρυα στα μάτια εξομολογειται -για πρώτη φορά- όλα όσα τον βαραίνουν και «απελευθερώνεται» χωρίς να ορθώνει ψεύτικες άμυνες, ενώ παράλληλα παίρνει (for better or worse) το credit για τον κομβικό του ρόλο στην άνοδο του Χάιζενμπεργκ και παραδίδει για μια τελευταία φορά σεμινάριο δικηγορικού IQ. Η σκηνή του δικαστηρίου του ανήκει. Η Κιμ βρίσκεται στην αίθουσα, πονά για εκείνον, αλλά κυρίως τον καμαρώνει. Ο Σολ παραδέχεται ότι την ενέπλεξε ψευδώς στη συμπληρωματική του μαρτυρία, μόνο και μόνο προκειμένου εκείνη να βρεθεί στο δικαστήριο και να ακούσει όσα είχε να πει. Πέρα από αυτό, δεν είναι σίγουρο το κατά πόσο προσπαθεί να βγάλει «λάδι» την Κιμ για όσα πράγματι έκανε. Ίσως αυτό είναι και το τελευταίο που έχει σημασία από τη στιγμή που υπάρχει η δική της γραπτή ομολογία• μια γενναία πρωτοβουλία από την οποία ο Σολ παίρνει το καλό παράδειγμα. Το βέβαιο είναι ότι τα λόγια του αυτόχειρα αδελφού του, του ανθρώπου τον οποίο οδήγησε στην αυτοκτονία, έχουν εισακουστεί έστω και καθυστερημένα. Ταυτόχρονα, εκείνος κάνει για μια τελευταία φορά το «κομμάτι» του, λίγο πριν τα φώτα της ράμπας σβήσουν οριστικά.

Η πρώτη φάση του επιλόγου της σειράς γράφεται σε μια συγκλονιστική σκηνή μεταγωγής στο σωφρονιστικό ίδρυμα, όπου ο Τζίμι ταυτοποιείται ως Σολ από τους άλλους κρατουμένους και αποθεώνεται -σε ελεύθερη μετάφραση- αλά Ρόμπιν Γουίλιαμς στον «Κύκλο των Χαμένων Ποιητών» («Dead Poets Society», 1989)· μια συγκινητική υποδοχή, ενδεικτική της δημοφιλιας του πρώην δικηγόρου στα κλιμάκια του υποκόσμου μετά από χρόνια πορείας στο δικαστικό κουρμπέτι. Πρόκειται για μια «κληρονομιά»-άτυπη επιβεβαίωση για εκείνον, η οποία δεν πρόκειται να ξεθωριάσει σύντομα και ουσιαστικά εγγυάται την ασφάλειά του στη φυλακή. Ο ίδιος φαίνεται καθαρά ότι εξακολουθεί να χαίρει εκτίμησης στην καθημερινή ζωή στη φυλακή, όπου συνεχίζει να εργάζεται ως αρτοποιός στα χνάρια της -τότε- καινούργιας ενασχόλησής του ως Τζιν στο εμπορικό κέντρο της Ομάχα. Λίγο αργότερα, βλέπουμε να τον επισκέπτεται η Κιμ. Όταν του δίνει τη φωτιά της, είναι σαν να τους χαζεύουμε ξανά στο πρώτο τσιγάρο που τους παρακολουθήσαμε να μοιράζονται, στο -επίσης- πρώτο επεισόδιο της σειράς. Οι δυο τους έχουν χάσει την ευκαιρία να είναι μαζί, και θρηνούν για αυτή μέσα από τα υγραμμένα βλέμματά τους. Όμως ο ένας έχει ξανακερδίσει τον άλλον. Ο Τζίμι την αποχαιρετά πυροβολώντας την νοητά με το χέρι και φυσώντας τις «κάννες» του, σε μια αστεία μεταξύ τους χειρονομία κατά τη διάρκεια της σειράς. Και μένει να την ατενίζει μελαγχολικά, καθώς εκείνη αποχωρεί φορτισμένη.

Οι τίτλοι τέλους πέφτουν πιο καθαρτικά από ποτέ: Τελικά ο Τζίμι μετάνιωσε και κατάφερε να αλλάξει μονοπάτι, θυσιάζοντας την ελευθερία του, αλλά βρίσκοντας ξανά την ανθρωπιά του. Κάπως έτσι, μια σειρά κορυφαίας ποιότητας φτάνει στο τέλος της, και το φινάλε της δεν θα μπορούσε να είναι πιο ταιριαστό. Ένα φινάλε, που στο κάτω κάτω δεν χρειαζόταν καν να είναι αψεγάδιαστο για να ξέρεις ότι άξιζε η επένδυση του χρόνου σου στους δημιουργούς του BCS -μετά την τεράστια επιβράβευση που έδωσε σε όλους μας η θέαση του BB. Αλλά τελικά καταφέρνει να αγγίζει την τελειότητα: Τεχνικά, αφηγηματικά, ερμηνευτικά.

Η έκτη σεζόν του BCS καταφέρνει το -σχεδόν- ακατόρθωτο: Είναι ισάξια του εκπληκτικού πέμπτου κύκλου, αν όχι ανώτερη! Έχοντας διαμορφωθεί πλέον η πλήρης εικόνα, ο κόσμος του BCS μοιάζει ένα κλικ πιο ενδοσκοπικός, ώριμος και αυτοβελτιωτικά κατασταλλαγμένος από αυτόν του BB (όπου τον πρώτο και τον τελευταίο ρόλο είχαν τα πρωτόγονα ένστικτα), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπερτερεί στην τελική σύγκριση. Απλά είναι η πρόσθετη πινελιά που φέρνει τους δύο κόσμους σε ισορροπία. Δυστυχώς, το σύμπαν του BB και του BCS μάλλον τελειώνει κάπου εδώ, τουλάχιστον για το άμεσο μέλλον -κατά τα λεγόμενα του δημιουργού του, Βινς Γκίλιγκαν. Αυτό που μας μένει είναι μια γλυκόπικρη νοσταλγία. Γλυκιά για το κάτι ξεχωριστό και ανεπανάληπτο που μας έδωσε από το 2008 και έπειτα. Και πικρή, γιατί από εδώ και πέρα θα πρέπει να συνηθίσουμε στην ιδέα να ζούμε χωρίς αυτή τη συντροφιά…

Βαθμολογία «Better Call Saul» — 6η σεζόν: 4,5/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s