Τελικά ήταν το «Dahmer» η true crime σειρά που χρειαζόμασταν;

του Νίκου Γαργαλάκου

Τον Ιούλιο του 1991, η αμερικανική κοινωνία συγκλονιζόταν από την αποκάλυψη των ειδεχθών εγκλημάτων του 31χρονου κατά συρροή δολοφόνου Τζέφρι Ντάμερ. Ο κατάλογος των θυμάτων του περιελάμβανε 17 έφηβους και νεαρούς, κυρίως μη λευκούς άνδρες, στα σώματα των οποίων ασέλγησε και ακολούθως τους τεμάχισε, φθάνοντας μέχρι το σημείο να μαγειρέψει κομμάτια των σορών τους. Παρότι νεκρός από το 1994, ο επονομαζόμενος «κανίβαλος του Μιλγουόκι» έχει αναδυθεί και πάλι στην επικαιρότητα τον τελευταίο καιρό. Ο λόγος δεν είναι άλλος από τη viral βιογραφική σειρά με τίτλο «Dahmer – Monster: The Jeffrey Dahmer Story» («Τέρας: Η ιστορία του Τζέφρι Ντάμερ»), η οποία εισέβαλε ορμητικά στους δέκτες μας την 21η Σεπτεμβρίου. Η παραγωγή αναρριχήθηκε αστραπιαία στην πρώτη θέση των τάσεων του Netflix, ενώ με τη συμπλήρωση τεσσάρων εβδομάδων από την κυκλοφορία της ήταν ήδη η δεύτερη μεγαλύτερη σε τηλεθέαση αγγλόφωνη σειρά στην ιστορία της γνωστής streaming πλατφόρμας (σ.σ. πίσω μόνο από την τέταρτη σεζόν του «Stranger Things»).

Σε ατμοσφαιρικούς, σχεδόν υπνωτιστικούς τόνους, η true crime σειρά των Ράιαν Μέρφι και Ίαν Μπρέναν ξεδιπλώνει αποκαλυπτικά την ψυχοπαθολογική αποκλίνουσα συμπεριφορά του αποκρουστικού Αμερικανού serial killer. Το πετυχαίνει ξεναγώντας μας μη γραμμικά στα δύσκολα παιδικά χρόνια του Ντάμερ στην υπό κατάρρευση οικογενειακή εστία, αλλά και σε κάτι περισσότερο από μία δεκαετία ταραχώδους βίου μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο και το διαζύγιο των γονιών του. Παρά τη μεγάλη χρονική απόσταση ανάμεσα στον πρώτο φόνο (1978) και τη σωρεία δολοφονιών που σημάδεψαν τα τελευταία χρόνια της ελευθερίας του (1987-1991), το μεσοδιάστημα διανθίζεται από τις αποτυχημένες απόπειρες ομαλής ένταξής του στο κοινωνικό σύνολο (αποβολή από το πανεπιστήμιο, αποπομπή από τον στρατό και απόλυση από τη δουλεία) και τα νομικά του μπλεξίματα (κατηγορίες για αλκοολισμό και προσβολή της δημοσίας αιδούς, καταδίκη για σεξουαλική επίθεση σε βάρος ενός 13χρονου αγοριού), αποτυπώνοντας παράλληλα την άνευ όρων παράδοσή του στα διεστραμμένα σεξουαλικά ένστικτα (σ.σ. νεκροφιλία, κανιβαλισμός) που είχε καλλιεργήσει από νεαρή ηλικία. Σε όλη αυτή την πορεία, οι δημιουργοί της σειράς δεν διστάζουν να δώσουν έμφαση στο ραγισμένο ανθρώπινο δοχείο μέσα οποίο εκκολάφθηκε το «κτήνος», χωρίς φυσικά να δικαιολογούν τις αποτρόπαιες πράξεις. Αντίστοιχα, δεν παραλείπουν να δώσουν παλμό στο προφίλ και τις προσωπικές ιστορίες σθένους κάποιων εκ των θυμάτων (χαρακτηριστικότερη περίπτωση ο κωφός Αφροαμερικανός Τόνι Χιουζ από το εξαιρετικό έκτο επεισόδιο) και των διασωθέντων της δολοφονικής μανίας του, εξασφαλίζοντας τη συναισθηματική ανάμειξη του θεατή. Προσοχή: Ακολουθούν spoilers!

Ένα miniseries «φαινόμενο», αλλά και «πρόκληση»

Το «Dahmer» είναι μια παραγωγή που είδαν οι πάντες, ωστόσο αναθεματίστηκε όσο λίγες. Ανάμεσα στους επικριτές περιλαμβάνονται και μέλη των οικογενειών των θυμάτων του κεντρικού προσώπου της σειράς, πολλοί εκ των οποίων της καταλόγισαν ανακρίβειες όσον αφορά τα γεγονότα, αλλά και το ότι τους υποχρέωσε να ξαναζήσουν τον εφιάλτη της απώλειας των αγαπημένων τους. Πράγματι, η ανάκληση του αιματηρού χρονικού των δολοφονιών με θύτη τον κανίβαλο και νεκρόφιλο serial killer επαναφέρει στην επιφάνεια τραυματικές μνήμες που πολλοί θα ήθελαν να αφήσουν οριστικά πίσω τους.

Παραμερίζοντας μερικές από τις συνήθεις ενστάσεις που μπορεί να υπάρχουν για μια τέτοια απόπειρα (βάλτε στο mix και όσους καταγγέλλουν τη σειρά για τη γραφική της βία -πράγματι είναι για… γερά στομάχια), υπάρχουν όντως κάποιοι θεμιτοί λόγοι για να είναι κανείς επιφυλακτικός πριν παρακολουθήσει τα επεισόδια. Αρκετές ενστάσεις είναι εύλογες: Χρειάζεται στα αλήθεια ο κόσμος μας μια υψηλού προφίλ παραγωγή που να μετατρέπει ξανά σε «σταρ» τον Τζέφρι Ντάμερ, σχεδόν 28 χρόνια μετά τον θάνατό του; Γιατί θα πρέπει να δοθεί στη ρυπαρή «κληρονομιά» του αυτή η άτυπη «ικανοποίηση», έστω και μετά θάνατον, να βιώσει την επάνοδό του στη σύγχρονη ποπ κουλτούρα; Ειδικότερα από τη στιγμή που τα θύματά του πέρασαν γρήγορα στην αφάνεια, και ελάχιστα έχουν γίνει από τότε για να δικαιωθεί η μνήμη τους (σ.σ. όπως βλέπουμε και στη σειρά, η πολιτεία δεν μερίμνησε ούτε καν για να φτιάξει ένα λιτό μνημείο προς τιμήν τους στο σημείο που συνέβησαν πολλοί από τους φόνους). Ακόμα χειρότερα, μήπως το «Dahmer» εξανθρωπίζει και δικαιολογεί τον πρωταγωνιστή του, «δολοφονώντας» για δεύτερη φορά τα θύματά του;

Έχοντας παρακολουθήσει τη σειρά με μεγάλο ενδιαφέρον, θα ήθελα να είμαι ξεκάθαρος όσον αφορά το πόρισμά μου: Το «Dahmer» όχι μόνο δεν κηλιδώνει τη μνήμη όσων βρέθηκαν στο αιματοβαμμένο μονοπάτι του δολοφόνου, αλλά αντίθετα, θέτει τα πράγματα σε μια σωστή βάση ώστε να ΜΗΝ πάει οριστικά στράφι η θυσία των αθώων, όπως δυστυχώς μοιάζει να συμβαίνει εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες. Είναι δε μια απόπειρα που -κόντρα σε όσα έχουν ακουστεί- κάθε άλλο παρά ωραιοποιεί τον χαρακτήρα-αντικείμενό της, ενώ η εμβάθυνση στην ακανόνιστη ψυχοσύνθεση και τα προβλήματα επικοινωνίας και κοινωνικοποίησής του δεν αποσκοπούν στη χορήγηση κάποιου άλλοθι. Στο τέλος της ημέρας, όλα αυτά δεν λογίζονται καν ως η ρίζα του προβλήματος. Για να φτάσουμε σε αυτή, θα πρέπει να κοιτάξουμε πέρα από τον θύτη και τα θύματα, στο σαθρό κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο που καλλιέργησε τις εύφλεκτες συνθήκες για να τα κάνει όλα στάχτη η δολοφονική μανία του serial killer: Πρωταγωνίστρια στο «Dahmer» είναι η Αμερική. Όχι η «χώρα της ελευθερίας» ή «των ευκαιριών», όπως μας την έχουν διαφημίσει· αλλά η χώρα των «δύο -κοινωνικών- ταχυτήτων» και των «αόρατων» μειονοτικών ομάδων του περιθωρίου. Δυστυχώς, όσο η ανθρωπότητα συνεχίζει να παράγει σάπια μήλα, η εγκληματική δράση που υποκινείται από αρρωστημένες παρορμήσεις δεν θα εκλείπει. Αυτό που μπορεί να αλλάξει, είναι η εγκαθίδρυση μιας κοινωνικοπολιτικής δομής που θα σταματήσει να οξύνει τις ανισότητες, προνοώντας για όλα τα μέλη του συνόλου χωρίς να αφήνει επιλεκτικά κόσμο στην αφάνεια -και κατ’ επέκταση εκτεθειμένο στις ορέξεις διεστραμμένων ανθρώπων.

Ας γίνουμε όμως πιο συγκεκριμένοι: Σε επίπεδο σχολιασμού, το «Dahmer» καταπιάνεται με ζητήματα όπως η αντιμετώπιση-ταμπού της ομοφυλοφιλίας από την οικογένεια και την κοινωνία, ενώ παράλληλα ρίχνει φως το lifestyle της γκέι κοινότητας και αναβιώνει άψογα την ατμόσφαιρα των late 80s – early 90s, μιας εποχής στην οποία κυριαρχούσε ακόμα η αμεσότητα στην αλληλεπίδραση των νέων -σε αντιδιαστολή με τη σημερινή εποχή της αποστασιοποίησης και των κοινωνικών δικτύων. Στη συνέχεια, προστίθεται στην εξίσωση ο παράγοντας των διαφυλετικών σχέσεων, ο οποίος είναι κεντρικής σημασίας στη διατύπωση μιας σαφούς προβληματικής, με αφορμή την ανεξέλεγκτη πορεία του θύτη και την «ικανότητα» να παραμένει ασύλληπτος για πολλά χρόνια. Εδώ, οι δημιουργοί της σειράς ψέγουν την αναλγησία και τις προκαταλήψεις των αμερικανικών αρχών σε ό,τι έχει να κάνει με την υπεράσπιση πολιτών που ανήκουν σε μειονοτικές φυλετικές ομάδες και σεξουαλικές μειονότητες, αλλά και την τάση του συστήματος να χορηγεί δεύτερες και τρίτες ευκαιρίες σε προνομιούχους λευκούς, τους οποίους δεν μπορεί με τίποτα να ταυτίσει με την παραβατικότητα. Τα όργανα της τάξης εθελοτυφλούν μπροστά στις πιο κραυγαλέες ενδείξεις ενοχής, επιμένοντας να αξιολογούν τους ισχυρισμούς του θύτη ως πιο αξιόπιστους από τις αγωνιώδεις προειδοποιήσεις -και εκκλήσεις σε βοήθεια- των ανθρώπων που βρίσκονται στο περιθώριο: Ο λόγος για την ηρωική γειτόνισσα Γκλέντρα Κλίβελαντ (ο ορισμός του «στα ‘λεγα!»), ή το παρ’ ολίγον θύμα Ρόναλντ Φλάουερς, που σώθηκε χάρη στην παρέμβαση της αφελούς γιαγιάς του δολοφόνου.

Η ανατομία ενός κατά συρροή δολοφόνου

Πέρα από την αιχμηρή κοινωνικοπολιτική της κατάθεση, μεγάλο μερίδιο της επιτυχίας που σημειώνει η σειρά δικαιούται η πρωταγωνιστική ερμηνεία του Ίβαν Πίτερς, ο οποίος μπαίνει για τα καλά στα παπούτσια του πρωταγωνιστικού ρόλου. Αρχικά, πείθει απόλυτα ως ο κοινωνικά αδέξιος, παραμελημένος νέος που βιώνει απανωτές απορρίψεις σε σχολικό και οικογενειακό περιβάλλον (σημείο-κλειδί η εγκατάλειψή του από την ψυχολογικά διαταραγμένη μητέρα του), εξαναγκάζοντας τον εαυτό του να οχυρωθεί στο καβούκι της εσωστρέφειας, εκεί όπου εκτρέφει τις απόκρυφες σκέψεις και ορμές του. Οι ρομποτικά ευγενικοί, συνεσταλμένοι τρόποι και η υποτονική ομιλία και γλώσσα του σώματος μετατρέπονται σε έναν creepy μανδύα, ο οποίος διαρρηγνύεται όλο και πιο συχνά από οργισμένα ξεσπάσματα και εμφανείς τάσεις εξάλειψης των αναστολών, μέσα από την «ενθάρρυνση» του αλκοολισμού. Στην πορεία, ο Πίτερς καθηλώνει ανατριχιαστικά μέσα από την ενεργοποίηση και το τεστάρισμα των παραφιλικών διαταραχών του ήρωά του κατά την αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους, αποκομίζοντας ταυτόχρονα εμπειρίες που τροφοδοτούν τη σταδιακή κλιμάκωση και πλήρη αποδοχή των αρρωστημένων παρορμήσεών του. Από εκείνο το σημείο μέχρι τα άδεια -όχι μόνο από συμπόνια αλλά και από κάθε άλλο ανθρώπινο συναίσθημα- βλέμματα μπροστά στις απεγνωσμένες ικεσίες των θυμάτων, η ηθοποιία του Πίτερς γεφυρώνει όλες τις αποστάσεις και ολοκληρώνει αριστοτεχνικά τον κύκλο της ψυχικής διαταραχής του δράστη, επικοινωνώντας με ανατριχιαστικό τρόπο τη συναισθηματική του αποκοπή και μετατρέποντάς τον σε ένα θέαμα απόκοσμο και φρικιαστικό.

Όπως προανέφερα, η πορεία προς την κόλαση ξεδιπλώνεται σταδιακά: Το 1978, μετά το διαζύγιο των γονιών του, ο πατέρας του Τζέφρι μετακομίζει στη νέα του σύντροφο, ενώ λίγο αργότερα η μητέρα του εγκαταλείπει την οικογενειακή εστία μαζί με τον μικρότερο αδερφό του. Ο άρτι ενηλικιωθείς Ντάμερ μένει μόνος για μήνες, κάτι που επιδρά πολύ αρνητικά στην κατάστασή του, ωθώντας τον στο αλκοόλ. Το πρώτο θύμα που θα βρεθεί στον δρόμο του είναι ο 18χρονος Στίβεν Χικς, ο οποίος κάνει ωτοστόπ ζητώντας από τον Τζέφρι να τον μεταφέρει σε μια συναυλία. Τελικά, καταλήγουν -υποτίθεται προσωρινά- στο άδειο σπίτι του Τζέφρι, εκεί όπου ο ανυποψίαστος Χικς τον αποπαίρνει μετά από μια άγαρμπη σεξουαλική προσέγγιση που δέχεται. Ο Ντάμερ πραγματοποιεί την πρώτη του δολοφονία εν βρασμώ ψυχικής ορμής, μετά από μια ομολογουμένως προσβλητική αντιμετώπιση, την οποία όμως έχουν τροφοδοτήσει οι δικοί του κοινωνικά αδέξιοι χειρισμοί. Όταν αντιλαμβάνεται την πράξη του, αρχικά δείχνει σοκαρισμένος και απαρηγόρητος, όμως στη συνέχεια επιδίδεται σε πράξεις νεκροφιλίας και ακολούθως επιχειρεί να εξαφανίσει το πτώμα. Η απόπειρά του στέφεται από επιτυχία, με ακούσιο «συνεργό» την αδιαφορία/ανεπάρκεια των αρχών. Η αστυνομία τον σταματά μεθυσμένο στον δρόμο και κάνει έλεγχο στο αμάξι του, αλλά δεν παραξενεύεται από τις άφθονες σακούλες σκουπιδιών, στις οποίες βρίσκεται το τεμαχισμένο πτώμα του δολοφονημένου νεαρού.

Έχοντας βιώσει την πρώτη του σεξουαλική εμπειρία με αυτόν τον αρρωστημένο τρόπο, ο Ντάμερ αδυνατεί να θέσει οριστικό χαλινάρι στην παραφιλική του συμπεριφορά, ωστόσο είναι φανερό ότι δεν προκρίνει -ακόμα- τον φόνο ως επιλογή. Μάλιστα, βρίσκεται μια ανάσα από το να εκμυστηρευτεί στον πατέρα του τις καταπνιγμένες δολοφονικές του σκέψεις, ωστόσο η κακή μεταξύ τους επικοινωνία -παρά τον υπαρκτό μεταξύ τους δεσμό- μπαίνει -ως συνήθως- εμπόδιο. Αργότερα, όταν υπηρετεί στον στρατό ως γιατρός, μυείται για πρώτη φορά σε πρακτικές νάρκωσης των θυμάτων του. Όταν απαλλάσσεται των καθηκόντων του και επιστρέφει στις ΗΠΑ, συγχρωτίζεται με κόσμο σε χώρους ομόφυλης κοινωνικότητας και παρασύρει αρκετούς σε γκέι λουτρά όπου τους ναρκώνει προκειμένου να επιδοθεί ανενόχλητος στις ορέξεις του.

Τα κλιμακούμενα μοτίβα στην ψυχαναγκαστική σεξουαλική συμπεριφορά του Ντάμερ δεν θα αργήσουν να δρομολογήσουν νέες μη αναστρέψιμες συνέπειες. Τον Σεπτέμβριο του 1987, αφότου εκδιώκεται κακήν κακώς από όλα τα λουτρά μετά τον παρ’ ολίγον θάνατο ενός από τους παρτενέρ του από υπερβολική δόση (η αστυνομία για άλλη μια φορά σφυρίζει αδιάφορα), μεταφέρει τη δράση του στο δωμάτιο ενός ακριβού ξενοδοχείου. Εκεί, ναρκώνει κατά λάθος τον εαυτό του αντί για το υποψήφιο θύμα που έχει γνωρίσει προηγουμένως σε ένα γκέι μπαρ (σ.σ. Στίβεν Τουόμι), παύοντας έτσι να έχει συναίσθηση των πράξεών του. Όταν συνέρχεται, έντρομος διαπιστώνει ότι έχει προβεί στη δεύτερη στυγερή δολοφονία του! Προς στιγμήν είναι και πάλι απαρηγόρητος, όμως στη συνέχεια δεν διστάζει να επαναλάβει τη σεξουαλική του φαντασίωση πάνω στο πτώμα. Στο τέλος τη γλιτώνει και πάλι, σχεδόν ανέλπιστα, καταφέρνοντας να μεταφέρει το σώμα του Τουόμι σε μια βαλίτσα μακριά από το ξενοδοχείο. Όμως αυτή τη φορά, θα προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα, διαμελίζοντας και κρατώντας για ενθύμιο το θύμα του, το οποίο κρύβει στο κελάρι του σπιτιού της γιαγιάς του, που τον φιλοξενεί εκείνη την περίοδο. Το κεφάλι τοποθετείται σε περίοπτη θέση, κλειδωμένο μέσα σε ένα κουτί οικογενειακών κειμηλίων…

Όπως είχαμε παρακολουθήσει στα πρώτα επεισόδια αυτής της μίνι σειράς, ο Ντάμερ είχε αναπτύξει από την προεφηβεία του ενδιαφέρον για τα όργανα και τους σκελετούς των άγριων ζώων που κυνηγούσε μαζί με τον πατέρα του (σ.σ. το κυνήγι ήταν ένας από τους ελάχιστους κοινούς τόπους που είχαν βρει οι δυο τους προκειμένου να συσφιχθούν οι σχέσεις τους). Διακρίνοντας το «επιστημονικό» ενδιαφέρον του -κατά τα άλλα παντελώς αδιάφορου για οποιοδήποτε ερέθισμα- γιου του, ο πατέρας είχε αποφασίσει να τον ενθαρρύνει, διδάσκοντάς του πώς να ανατέμνει τα νεκρά ζώα και να διατηρεί τον σκελετό τους. Εκ των υστέρων, μαθαίνουμε ότι αυτή η δραστηριότητα τροφοδότησε υποσυνείδητα σεξουαλικά ερεθίσματα στον Τζέφρι, ο οποίος στο γυμνάσιο συνήθιζε να φέρνει στο σπίτι πτώματα ζώων από το μάθημα της ανατομίας και να αυνανίζεται μπροστά τους, ενώ στη συνέχεια εξακολούθησε να καλλιεργεί τα πάθη του διαλύοντας νεκρούς σκίουρους σε οξύ, ή κρατώντας μια κλεμμένη κούκλα-μανεκέν στην ντουλάπα του. Επί της ουσίας, η κατακρεούργηση των θυμάτων και η αποθήκευση των ανθρώπινων μελών, είναι η επόμενη πίστα στο παιχνίδι διαστροφής που έχει ξεκινήσει.

Από το σημείο καμπής του ξενοδοχείου και έπειτα, οι αναστολές του Ντάμερ εξαλείφονται, κι έτσι αρχίζει να αναζητά θύματα με τη συνειδητή πρόθεση να βλάψει ανεπανόρθωτα ή να σκοτώσει, παρασύροντάς τα στο σπίτι της γιαγιάς του και κρύβοντας τα πτώματά τους στο υπόγειο. Πλέον, έχει πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι αποκομίζει μια ακαταμάχητη αίσθηση διέγερσης από την ικανοποίηση της ανάγκης του για έλεγχο πάνω στους ανθρώπους (αυτό δηλαδή που στερήθηκε στην κανονική του ζωή). Η εμμονική αναζήτηση μιας εξιδανικευμένης σχέσης -με τους δικούς του όρους- ή αν προτιμάτε η ιδέα του ιδανικού εραστή που έχει «σφηνώσει» στο μυαλό του, τολμώ να πω ότι φωτογραφίζει ένα άτομο που ίσως θα έπρεπε να κατατάσσεται στους δολοφόνους με ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας (αυτό το επιχείρημα ενισχύει και η μετέπειτα συμπεριφορά του στη φυλακή, όπου καυχιέται για τους «οπαδούς» του, οι οποίοι του στέλνουν μηνύματα θαυμασμού). Μόνο στο πρόσωπο του καλόκαρδου νεαρού Τόνι Χιουζ, του πιο κοντινού ανθρώπου στο ιδανικό πρότυπό του, θα βιώσει μια προσωρινή αναλαμπή της ανθρώπινης πλευράς του, όμως και πάλι η σκοτεινή, αρρωστημένη ψυχαναγκαστική εμμονή του φονικού του ενστίκτου θα επικρατήσει. Ο Ντάμερ διψά για πλήρη, μόνιμο έλεγχο, και αυτό σημαίνει ότι στο εξής δεν θα διστάσει να προβεί ακόμα και σε λοβοτομές στα θύματά του, περιχύνοντας με οξύ τον εγκέφαλό τους. Με αυτό τον τρόπο δημιουργεί ανθρώπινα «ζόμπι» που δεν μπορούν να τον αποχωριστούν, άρα ούτε και να τον απορρίψουν. Κανένα από τα πειραματόζωά του δεν θα επιβιώσει…

Μια αξιοσημείωτη παράμετρος που αναδεικνύεται μέσα από τα δολοφονικά μοτίβα του Ντάμερ, είναι ότι μέσα στη γενικότερη ψυχική του διαταραχή, παραδόξως λειτουργούσε με μια «υποψία» ηθικού κώδικα. Οι πράξεις του δεν υποκινούνταν από το θέλγητρο της βίας, δεν προσπαθούσε να βασανίσει τα θύματά του, δεν απολάμβανε να σκοτώνει, αντίθετα στόχευε -όχι πάντα επιτυχημένα- στο να μην βιώσουν πόνο και για αυτό τον λόγο τα νάρκωνε πριν προβεί σε λοβοτομή ή τα θανάτωνε γρήγορα αφού τα είχε ναρκώσει. Καθ’ ομολογίαν του ιδίου, οι δολοφονίες ήταν ένα «αναγκαίο κακό» ώστε οι παρτενέρ του να μην μπορούν να τον εγκαταλείψουν, να μένουν μαζί του, επιτρέποντάς του να εκτονώνει πάνω στα νεκρά σώματά τους τις αρρωστημένες του ορέξεις, απόρροια της διαχρονικής αδυναμίας του να επικοινωνήσει κοινωνικά και σεξουαλικά και να νιώσει ενταγμένος. Στο αποκορύφωμα αυτής της φρικώδους ιδεοληψίας, ο Ντάμερ μαγειρεύει και τρώει τα θύματά του. Όπως δηλώνει μετά τη σύλληψή του, τρώγοντάς τους, νιώθει ότι «γίνονται ένα μόνιμο κομμάτι μου», αντίληψη η οποία έρχεται και δένει με τη γενικότερη ψυχοπαθολογία του δράστη.

Υπάρχει ωραιοποίηση των δολοφονιών και μυθοποίηση του serial killer;

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να τονίσουμε ότι η συγγραφική ομάδα που ηγείται της σειράς δίνει συχνά έμφαση σε μη αποδεδειγμένες λεπτομέρειες από τις πιο θολές πτυχές της ιστορίας του Ντάμερ. Επιπλέον, κάποια από τα συμβάντα για τα οποία εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να υπάρχει πλήρης γνώση του πώς ακριβώς εκτυλίχθηκαν, φαίνεται ότι έχουν δραματοποιηθεί ώστε να εξυπηρετούν τους σκοπούς της αφήγησης, όπως το να δώσουν μια ψυχολογική χροιά εσωτερικής σύγκρουσης σε ορισμένες πράξεις του δολοφόνου. Τρανό παράδειγμα η περίπτωση του κωφού επίδοξου μοντέλου Τόνι Χιουζ, για τον οποίο δεν υπάρχει κάποια ένδειξη ότι στην πραγματική ζωή αποτέλεσε ξεχωριστή περίπτωση από τα υπόλοιπα θύματα του Ντάμερ· ότι δηλαδή ο τελευταίος τον είχε αγαπήσει και ήταν έτοιμος να τον εμπιστευθεί, ή έστω ότι είχε διαφορετικές προθέσεις για εκείνον από ό,τι για τους άλλους.

Η δραματοποίηση των γεγονότων που βλέπουμε στη σειρά έχει τροφοδοτήσει πολλούς δημόσιους ισχυρισμούς ότι η ιστορία της ωραιοποιεί κάποιες από τις πράξεις του Ντάμερ και φτάσει μέχρι το σημείο να εξωραΐζει τον ίδιο. Αυτή είναι μια συναισθηματικά φορτισμένη θέση, η οποία απηχεί τις αντιλήψεις κάποιων εκ των άμεσα επηρεασθέντων από τη δράση του Νταμερ (δεν είναι μόνο οι οικογένειες των θυμάτων, αλλά και ο ίδιος ο πατέρας του δολοφόνου ανάμεσα σε εκείνους που έχουν εκφράσει τις ένθερμες ενστάσεις τους). Έχοντας παρακολουθήσει τη σειρά, και πάντοτε με απόλυτο σεβασμό σε όσους είδαν τις τραυματικές του μνήμες να ξαναζωντανεύουν, επαναλαμβάνω ότι δεν μπορώ να ενστερνιστώ τις κατηγορίες περί ανακριβούς -και ίσως βλάσφημα εξιδανικευμένης- απεικόνισης των γεγονότων:

• Πρώτον, το «Dahmer» είναι μια βιογραφική σειρά και όχι ντοκιμαντέρ. Επομένως, είναι στη διακριτική ευχέρεια του δημιουργού να επιλέξει ποιες πτυχές της βιογραφικής ιστορίας θα ήθελε να αποδώσει πιο πιστά και ποιες θα προτιμούσε να διασκευάσει πιο ελεύθερα -ή να εστιάσει λιγότερο- για να εξυπηρετήσει -ποιητική αδεία- τους αφηγηματικούς του σκοπούς· εφόσον πάντα δεν διαστρεβλώνεται η ουσία της ιστορίας.

• Δεύτερον, κανείς άνθρωπος με υποτυπώδη λογική δεν πρόκειται να θεωρήσει ότι ο Νταμερ εξιλεώνεται ή ότι εξανθρωπίζεται επειδή αναπτύσσει αμοιβαία ερωτική έλξη με ένα από τα θύματά του, ή επειδή πρόσκαιρα αμφιταλαντεύεται για τον αν θα προβεί στην αποτρόπαια πράξη του -όταν ούτως ή άλλως η τελική έκβαση δεν αλλάζει. Αντιθέτως, έτσι αφήνονται ακόμα μικρότερα περιθώρια αμφιβολίας για το αν θα μπορούσε να αλλάξει ο ίδιος κάτι στην ιστορία του, αφού αυτό το πλοίο φαίνεται ότι… «ναυαγεί» ακόμα και υπό τις ευνοϊκότερες των συνθηκών (ο «διασκευασμένος» Χιουζ της σειράς είναι πολύ κοντά στον ιδανικό εραστή που έχει πλάσει στο μυαλό του ο Ντάμερ, κι όμως τελικά τον σκοτώνει).

• Τρίτον, η σειρά όχι μόνο δεν ωραιοποιεί τον δράστη, αλλά αντιθέτως ψέγει το γεγονός ότι εκείνος εισχώρησε τόσο έντονα στην ποπ κουλτούρα της εποχής του, σε βαθμό «υβριστικό» για όσους έβλαψε. Όπως αναφέρεται στο έργο (και ισχύει καρατσεκαρισμένα), τον καιρό που ο δολοφόνος εξέτιε την ποινή του, στον έξω κόσμο υπήρχαν παθιασμένοι θαυμαστές που του έστελναν επιστολές λατρείας, ενώ ταυτόχρονα μεσουρανούσαν ακόμα και εικονογραφημένες ιστορίες τύπου «Τζέφρι Ντάμερ εναντίον Ιησού Χριστού»!

Η ηθική αυτουργία της εξουσίας και ο τραγικός πατέρας

Πέρα από το κομμάτι της «μυθοποίησης» του serial killer, το οποίο η σειρά κριτικάρει αντί να προάγει -όπως λανθασμένα της καταλογίζεται-, ο προσανατολισμός της είναι σωστός όσον αφορά την απόδοση της ηθικής αυτουργίας για τις 17 δολοφονίες: Μια από τις καθοριστικές κινητήριες δυνάμεις που απελευθερώνουν τα δολοφονικά ένστικτα του Ντάμερ και προωθούν την ολοκλήρωση του πορτρέτου του serial killer, είναι η αυτοπεποίθηση που αποκτά χάρη στην ευκολία με την οποία πραγματοποιεί τους ειδεχθείς σκοπούς του. Εγκληματεί χωρίς καθόλου επιπτώσεις. Ακόμα κι όταν κάτι «στραβώσει», ακόμη κι όταν κάποιο απρόοπτο τον φέρει έκθετο ενώπιον της αστυνομίας με μάρτυρες εναντίον του ή κατηγορούμενο στο δικαστήριο, κανείς δεν είναι ικανός να τον «αφοπλίσει». Όλοι οι εκπρόσωποι του νόμου και τα όργανα απονομής της δικαιοσύνης τον χτυπούν συγκαταβατικά στην πλάτη και τον «σπρώχνουν» προς το επόμενο έγκλημα. Αν κάποιος θα μπορούσε να ανακόψει τον ρου της τραγωδίας, αυτός δεν είναι ο Ντάμερ -ή οι απαντήσεις για την έμφυτη ή επίκτητη «αρρώστια» του μέσα από τη μελέτη του εγκεφάλου του, όπως σωστά υπονοείται στο τελευταίο επεισόδιο της σειράς-, αλλά εκείνοι.

Σε αντίθεση με τους εγκληματικά επιεικείς δικαστές και αστυνομικούς, ο μόνος παράγοντας της ιστορίας που αποσπά τη συμπόνια μας προσπαθώντας να βάλει στον ίσιο δρόμο τον πρωταγωνιστή, είναι ο πατέρας. Ο Λάιονελ είναι άλλο ένα πρόσωπο που διαχειρίζεται με επιδεξιότητα η συγγραφική ομάδα της σειράς, εδώ χωρίς να τονίζει την ασάφεια και τις διφορούμενες πτυχές που «φωτογραφίζουν» τον γιο του ως «αποκρουστικό αίνιγμα». Με τα καλά του και τα κακά του, ο πατέρας είναι ξεκάθαρα μια τραγική φιγούρα, χωρίς αστερίσκους. Αποκομίζοντας καθοριστικό όφελος από την έτερη εξαιρετική ερμηνεία της σειράς στο πρόσωπο του Ρίτσαρντ Τζένκινς, ο ρόλος καταγράφει ουσιαστική πρόοδο από την έναρξη μέχρι το φινάλε της σειράς: Στην αρχή, είναι ένας από τους παράγοντες που κάνουν τον γιο να νιώθει συναισθηματικά παραμελημένος (σ.σ. ο Τζέφρι μεγάλωσε μέσα σε ένα γάμο που καταστράφηκε από την ενδοοικογενειακή βία). Στη συνέχεια, επιστρέφει ως μια πατρική φιγούρα που προσπαθεί, συχνά με αδέξιο και ενίοτε με προβληματικά φοβικό τρόπο, αλλά σε κάθε περίπτωση με ειλικρινά καλές προθέσεις παρά τις αστοχίες, να επανορθώσει και να οικοδομήσει ουσιαστικό δεσμό με το παιδί. Άλλοτε στοργικός, άλλοτε επικριτικός και απαυδισμένος, αλλά ποτέ παραιτημένος από τον στόχο να επαναφέρει τον Τζέφρι στα σωστά μονοπάτια μετά από κάθε στραβοπάτημα (π.χ. αποπομπή από το πανεπιστήμιο και τον στρατό, συλλήψεις-δικαστήρια κ.λπ.). Στο τέλος, καταλήγει ως ένας από τους ελάχιστους γονείς κατά συρροή δολοφόνων που αναζητά τις δικές του ευθύνες και αποτυχίες ως πατέρας, προβαίνοντας σε ουσιαστική αυτοκριτική. Παράλληλα, αμφότεροι οι γονείς καλούνται να διαχειριστούν τον στιγματισμό που επιφέρει σε εκείνους η αποκάλυψη της δράσης του γιου τους, με τον πατέρα να βρίσκει την κάθαρση στη συγγραφή και να εκδίδει βιβλίο στο οποίο εξομολογείται τι σημαίνει να είσαι γονιός του Τζέφρι Ντάμερ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, κατά την πρότερη καταδίκη του γιου του για σεξουαλική επίθεση, ο Λάιονελ είχε ζητήσει με επιστολή του στον δικαστή να βάλει τον Τζέφρι σε πρόγραμμα απεξάρτησης από το αλκοόλ, ωστόσο το αίτημά του αγνοήθηκε και ο γιος του αφέθηκε σύντομα ελεύθερος να συνεχίσει το δολοφονικό του έργο. Φαίνεται λοιπόν ότι ο Λάιονελ απέδιδε ευθύνες τόσο στον εαυτό του και την πρώην γυναίκα του -δηλαδή τη μητέρα του Ντάμερ- (όχι μόνο για την επιθετική/ψυχικά ασταθή συμπεριφορά της και την εγκατάλειψη του μεγάλου τους γιου το 1978, αλλά και για τη βαριά φαρμακευτική αγωγή που είχε ξεκινήσει την περίοδο της κυοφορίας πριν αυτός γεννηθεί), όσο και στη συστημική εξουσία και τους θεσμούς της (δικαστήρια, σωφρονιστικό σύστημα) που δεν τον διαχειρίστηκαν σωστά και τον έσπρωξαν σε νέα εγκλήματα. Αυτή είναι σωρευτικά η αιτία για την οποία ο πατέρας συνεχίζει να συμπαραστέκεται στον γιο και μετά την αποκάλυψη των ειδεχθών του πράξεων. Η σκηνή στην οποία ο γιος πιστώνει στον συναισθηματικά φορτισμένο πατέρα ότι ήταν ο μόνος που του στάθηκε πραγματικά, δεν μπορεί παρά να συμπαρασύρει, κάνοντάς μας να παραμερίσουμε για λίγο το «τέρας» και να εστιάσουμε αποκλειστικά στη συγκινητική αλληλεπίδραση μεταξύ γονέα και παιδιού.

Η διφορούμενη εμπειρία της «τελικής σούμας»

Παρ’ όλο που διαγνώστηκε με οριακή διαταραχή προσωπικότητας, σχιζοτυπική διαταραχή προσωπικότητας και ψυχωτική διαταραχή, ο Ντάμερ κρίθηκε από το δικαστήριο ποινικά υπεύθυνος για τις δολοφονίες που διέπραξε και καταδικάστηκε σε 999 χρόνια φυλάκισης. Με τον τρόπο που τον μας τον απεικονίζει η σειρά, δεν υιοθετείται μια ξεκάθαρη θέση για τον ακριβή βαθμό στον οποίο θα έπρεπε να του καταλογίζεται ευθύνη για τις πράξεις του. Στις κατά καιρούς αναλύσεις για τον πραγματικό Ντάμερ -και όχι τον ρόλο-, η ψυχική του ασθένεια έχει αποδοθεί στα τραύματα της παιδικής ηλικίας, τα προβλήματα με το ποτό, την εκδήλωση της ομοφυλοφιλίας όταν αυτή δεν ήταν κοινωνικά αποδεκτή, και πιθανώς τη χειρουργική επέμβαση που έκανε όταν ήταν νεότερος ή ακόμα και την ισχυρή φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε η μητέρα του νωρίς στην εγκυμοσύνη της. Παραδείγματος χάρη, εάν είχε καταφέρει να ενσωματωθεί στο σχολικό περιβάλλον -όπου δεχόταν εκφοβισμό-, εάν είχε αντιμετωπιστεί διαφορετικά όταν έκανε «coming out», ή εάν παρακολουθούνταν από τους κατάλληλους ειδικούς και λάμβανε τις σωστές θεραπείες όταν έδειξε τα πρώτα ανησυχητικά σημάδια ίσως να μην είχε καταλήξει σε 17 δολοφονίες. Εύλογη αυτή η σκέψη…

Από την άλλη, ο Ντάμερ τόσο στην πραγματική ζωή όσο και στη σειρά δεν μοιάζει να είναι η περίπτωση του ανθρώπου που θα έπρεπε να έχει το «ακαταλόγιστο» ενός παράφρονα. Τα μοτίβα του δείχνουν ξεκάθαρη πρόθεση. Όπως τον βλέπουμε να ξεδιπλώνει την προσωπικότητά του στο «Monster: The Jeffrey Dahmer Story», αναγνωρίζουμε ότι διαθέτει τη λογική ώστε να ζυγίζει καταστάσεις και να παίρνει αποφάσεις προς όφελός του, να συμπεριφέρεται με επίπλαστη ευγένεια ή αφέλεια, να υποκρίνεται και να ψεύδεται ασύστολα προκειμένου να ελιχθεί μακριά από δυσάρεστες καταστάσεις -ή άβολες για τον ίδιο παραδοχές. Ενδεικτικά, το 1988, όταν αναγκάστηκε να φύγει από το σπίτι της γιαγιάς του λόγω των συνεχόμενων οχλήσεων που της προξενούσε (απότομες μεταπτώσεις στη συμπεριφορά, εκνευριστικοί θόρυβοι και απαίσιες μυρωδιές που προέρχονταν από τα πτώματα στο κελάρι), μετακόμισε σε ένα διαμέρισμα που βρισκόταν κοντά στο εργοστάσιο σοκολάτας όπου δούλευε. Σημαντική λεπτομέρεια: Η τοποθεσία του σπιτιού βρισκόταν σε μια υποβαθμισμένη γειτονιά Αφροαμερικανών, όπου ο Τζέφρι είχε μεγαλύτερη ευχέρεια ανεμπόδιστης δράσης. Όταν εκ των υστέρων ερωτήθηκε για αυτό από την ομάδα που τον ανέκρινε, ο Ντάμερ ξεδίπλωσε το ταλέντο του στην υποκριτική προκειμένου να υπεκφύγει, κάνοντας τον ανήξερο, ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε πολύ καλά ότι η επιλογή των περισσότερων θυμάτων είχε γίνει από τον ίδιο συνειδητά, με βάση φυλετικά κριτήρια· όχι υποκινούμενος από ρατσιστικό μίσος, αλλά από την επίγνωση ότι με αυτούς τους «στόχους» είχε περισσότερες πιθανότητες να γλιτώσει. Μιλάμε φυσικά για τον άνθρωπο που δεν δίσταζε να παραπλανά τεχνηέντως τα παγιδευμένα θύματά του για να τα κρατά υπό έλεγχο πριν τα θανατώσει, δίνοντάς τους την εσφαλμένη εντύπωση ότι ήταν ασφαλή -ακόμη κι αν αυτό ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να γίνει πιστευτό.

Στο επεισόδιο της δίκης (σ.σ. όγδοο), ο κατά συρροή φονιάς ζητά συγγνώμη από τις οικογένειες των θυμάτων και εμφανίζεται να έχει συναίσθηση της τιμωρίας που του πρέπει, κάνοντάς μας να πιστέψουμε προς στιγμή ότι τα αποκλειστικά του ζητούμενα ήταν ο έλεγχος και η λαγνεία, όχι η βια και ο σαδισμός. Όμως πίσω από τα κάγκελα της φυλακής, η τελευταία διετία της ζωής του Ντάμερ δεν προσφέρεται -ούτε αυτή- για την εξαγωγή τελεσίδικων συμπερασμάτων. Εκεί έρχονται κάποιες στιγμές όπου ο καταδικασθείς serial killer χαρακτηρίζεται από ουσιαστική έλλειψη μεταμέλειας. Ο αναίσχυντα κυνικός τρόπος με τον οποίο αστειέυεται -και ταυτόχρονα καυχιέται- την ώρα του συσσιτίου, χρησιμοποιώντας ένα μπούτι κοτόπουλο για να αναπαραστήσει τον τρόπο με τον οποίο «γευμάτιζε» τα θύματά του, έτσι που φρικάρει μέχρι και τους πιο σκληρούς βαρυποινίτες, δεν μαρτυρά τόσο την ενσυνείδητη προκλητικότητα ή το χαιρέκακο θράσος, όσο την ανικανότητα να αναλογιστεί την αλγεινή εμπειρία που αποκομίζει το ακροατήριο της αδέξιας κοινωνικής του συμπεριφοράς· άλλο ένα περιβάλλον όπου αδυνατεί να ενσωματωθεί. Η προοπτική να γίνει Χριστιανός και να εξιλεωθεί «άκοπα» για τα όσα έχει κάνει, επιλέγεται από εκείνον αψήφιστα και πιθανόν να υιοθετείται τόσο επιφανειακά όσο και η μετάνοιά του. Για εκείνον, άλλωστε, είναι άλλη μια «δεύτερη ευκαιρία», όπως οι τόσες και τόσες που του είχε χορηγήσει στο παρελθόν το σύστημα και ο πατέρας του.

Για να συνοψίσουμε: Παρότι η μηδαμινή θετική αλληλεπίδραση και τα άσχημα προσωπικά βιώματα μπορούν πράγματι να επιφέρουν ψυχικά τραύματα και δυσλειτουργίες, στην περίπτωση του Ντάμερ δείχνουν περισσότερο να έχουν συνθέσει ένα ακατάλληλο περιβάλλον που ευνοεί την εκδήλωση της προϋπάρχουσας ψυχοπάθειάς του, παρά να είναι οι γενεσιουργοί αιτίες της ψυχικής του ασθένειας. Σε κάθε περίπτωση, τα άδυτα του ψυχισμού του δράστη παραμένουν ένα σκοτεινό αίνιγμα, χωρίς ευδιάκριτες απαντήσεις. Πόσες απαιτήσεις όμως θα μπορούσαμε να έχουμε από τον δολοφόνο Τζέφρι Ντάμερ; Σίγουρα πολύ λιγότερες από ό,τι από αυτούς που με τον τρόπο τους του χορήγησαν άφεση, ξανά και ξανά.

Τελικά ήταν το «Dahmer» η true crime σειρά που χρειαζόμασταν;

Οι (ρατσιστικές) προκαταλήψεις στις ΗΠΑ ως «μοχλός» απουσίας του κράτους πρόνοιας

Η καυστικότητα του σχολιασμού του «Dahmer» φτάνει στο απόγειό της κατά το επιμύθιο. Δυο αστυνομικοί που είχαν τεθεί προσωρινά σε διαθεσιμότητα μετά την τραγική διαχείριση της υπόθεσης του 14χρονου Κόνερακ, του δέκατου τρίτου θύματος του Ντάμερ, επανέρχονται στο σώμα μετά βαΐων και κλάδων και στη συνέχεια παρασημοφορούνται για τις υπηρεσίες τους σε ένα μεγάλο γκαλά. Ενδιάμεσα, βλέπουμε τη Αφροαμερικανή γειτόνισσα του Ντάμερ, Γκλέντρα Κλίβελαντ, η οποία είχε προειδοποιήσει επανειλημμένα την αστυνομία για τον βίαιο γείτονά της χωρίς αντίκρισμα, να βραβεύεται σε μια λιτή τελετή με ελάχιστο κόσμο. Σηκώνεται στο βήμα να μιλήσει, να επιστήσει την προσοχή στους αρμοδίους ώστε να μην επαναληφθούν παρόμοια τραγικά περιστατικά στο μέλλον. Για άλλη μια φορά, κανείς δεν ενδιαφέρεται να ακούσει. Και εκείνοι που την αντιμετώπισαν με την πιο εγκληματική αδιαφορία από όλους, οι δυο αστυνομικοί που προτίμησαν να εμπιστευτούν τον λόγο ενός λευκού αντί για τον δικό της (ήταν η πρώτη που έσπευσε να βοηθήσει τον περιπλανώμενο Κόνερακ όταν εκείνος δραπέτευσε από το διαμέρισμα του Ντάμερ), εκείνοι που οι ρατσιστικές και ομοφοβικές αντιλήψεις απέτρεψαν από το να ζυγίσουν σωστά τα δεδομένα και τελικά επέστρεψαν το 14χρονο παιδί πίσω στο άντρο του Ντάμερ (!), έχουν έναν ολόκληρο λαό (άπαντες οι συνάδελφοί τους) στο πλευρό τους!!! Μέσα σε όλα τα άλλα, μια αγωγή 14 εκατομμυρίων δολαρίων κατά της πόλης του Μιλγουόκι για λογαριασμό των οικογενειών των θυμάτων, καταλήγει σε συμβιβασμό για το πενιχρό ποσό των 900.000 δολαρίων…

Παρακολουθώντας το «Dahmer», δεν μπορείς να μην εστιάσεις σε ερωτήματα όπως το πώς ένας άνθρωπος θα μπορούσε να γίνει τέρας ή αν πάντα ήταν ένα τέτοιο. Η σειρά ενθαρρύνει αυτούς τους συλλογισμούς, χωρίς όμως να οδηγεί σε ένα κατηγορηματικό συμπέρασμα. Αυτό που δεν αφήνει αναπάντητο, είναι το πώς μια ρατσιστική, ομοφοβική κοινωνία, η οποία αντικατοπτρίζεται στους κρατικούς θεσμούς, προσφέρει στον προνομιούχο λευκό όλα τα «όπλα» και τις συνθήκες ώστε να βλάψει τους περιθωριοποιημένους και να συνεχίσει να «αλωνίζει» ανενόχλητος. Μιλάμε για βαθιά ριζωμένες διακρίσεις, πάνω στις οποίες χτίστηκε εν πολλοίς το αμερικανικό οικοδόμημα, οι οποίες συνεχίζουν να διογκώνουν τα κενά που οι ίδιες έχουν προξενήσει στο ισχνό κοινωνικό «δίχτυ προστασίας». Το ρίξιμο άπλετου φωτός σε αυτές τις παραμέτρους, όπως συμβαίνει εδώ, αξίζει απόλυτα τον κόπο. Ακόμη κι αν για να το πετύχει, η παραγωγή του Netflix χρειάστηκε να ξύσει πληγές των συγγενικών προσώπων των θυμάτων. Θα πρέπει όμως και οι τελευταίοι να καταλάβουν ότι ο τρόπος για να συνέλθουμε από το τραύμα που προκάλεσε ο Ντάμερ δεν είναι να πάψουμε να μιλάμε για αυτό, αλλά να κατανοήσουμε τους λόγους που συντέλεσαν στο να φτάσουμε μέχρι αυτή τη μαύρη σελίδα.

Υπάρχει διέξοδος από το τέλμα;

Κακά τα ψέματα, η ανθρωπότητα δεν θα σταματήσει να βγάζει αρρωστημένα μυαλά και κατά συρροή δολοφόνους*. Έτσι, η λύση στo πρόβλημα δεν θα δοθεί από τις απαντήσεις που μπορεί να κρύβει η επιστημονική μελέτη του εγκεφάλου του Ντάμερ (όπως ζητά η μητέρα του αλλά απορρίπτει ο πατέρας του) ή από το ξεκαθάρισμα του τι τον μετέτρεψε σε «τέρας». Αντιθέτως, η «καυτή πατάτα» πέφτει στα χέρια των ίδιων των δημόσιων θεσμών και των κοινωνιών, που πρέπει επιτέλους να παραδεχθούν τα ολέθρια λάθη τους -αλλού μεγαλύτερα και αλλού μικρότερα- και να προχωρήσουν σε γενναίες τομές στη νοοτροπία και τον τρόπο λειτουργίας των δομικών τους θεσμών. Κάτι που θα είναι πολύ δύσκολο να συμβεί όσο η εξουσία, τα όργανά της και ο κάθε πολίτης ξεχωριστά προτιμούν να κρύβουν βολικά τις ευθύνες τους κάτω από το χαλί, παρά να αποτίουν φόρο τιμής στα ζωντανά παραδείγματα της ανεπάρκειάς τους. Αυτή την παθογένεια των ΗΠΑ φαίνεται να διαβλέπει το «Dahmer» στα μεθεόρτια της σοκαριστικής υπόθεσης του «κανίβαλου του Μιλγουόκι»: Όταν η πολυκατοικία που στέγασε τον Ντάμερ και «φυγάδεψε» τα εγκλήματά του κατεδαφίζεται για να βοηθήσει τους πάντες να αφήσουν πίσω αυτή την ιστορία, μόνο η Γκλέντα ζητά επιτακτικά από τη δημοτική αρχή να στηθεί στη θέση της ένα πάρκο με ένα μικρό μνημείο που να τιμά τη θυσία των δολοφονημένων. Όπως αναφέρεται στους τίτλους τέλους, το έργο δεν υλοποιήθηκε ποτέ από τους απρόθυμους γραφειοκράτες της τοπικής αυτοδιοίκησης, αφήνοντας τα ονόματα των θυμάτων να ξεθωριάσουν στη σφαίρα της λήθης. Και τα συμπεράσματα δικά μας…

Βαθμολογία σειράς

Rating: 4 out of 5.

*bonus tip: Δείτε -και πάλι στο Netflix- την ψυχογραφική δραματική αστυνομική σειρά «Mindhunter» από τον μετρ του είδους Ντέιβιντ Φίντσερ για να μάθετε πώς προέκυψε η ευρεία χρήση του όρου «serial killer», αλλά και να λάβετε μια διαφορετική διάσταση του θέματος της αναιμικής ανταπόκρισης των αμερικανικών αρχών σε υποθέσεις εγκλημάτων κατά της ζωής νεαρών ατόμων που ανήκαν σε περιθωριοποιημένες φυλετικές ομάδες -βλ. έρευνα για δολοφονίες παιδιών της Ατλάντα από το 1979 έως το 1981

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s