«Close-Up» (1990): Το καινοτόμο docu-fiction του Κιαστοστάμι για την «ταυτότητα» και την «υποκριτική»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Στη δέκατη έβδομη (17) θέση της νεοδημοσιευθείσας ανανεωμένης λίστας του γνωστού κινηματογραφικού περιοδικού Sight & Sound με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, φιγουράρει ένα καινοτόμο μυθοπλαστικό ντοκιμαντέρ του Ιρανού σκηνοθέτη Αμπάς Κιαροστάμι. Είναι η αληθινή ιστορία του Χοσεΐν Σαμπζιάν, ενός βιοπαλαιστή σινεφίλ που στα τέλη της δεκαετίας του 1980 παρουσιάστηκε σε μια οικογένεια αστών ως ο σκηνοθέτης Μοχσέν Μαχμαλμπάφ («Ο Ποδηλάτης», 1987), με σκοπό να τους πείσει ότι θα πρωταγωνιστούσαν στην υποτιθέμενη νέα του ταινία. Γοητευμένος από την ξαφνική απήχηση που απέκτησε, ο Σαμπζιάν αφιερώθηκε στον «ρόλο» του, μετακομίζοντας στο σπίτι της οικογένειας και κάνοντας πρόβες με τα μέλη της ενόψει… γυρισμάτων. Ωστόσο, δεν άργησε να κινήσει τις υποψίες του πατριάρχη του σπιτιού. Όταν η απάτη του αποκαλύφθηκε και ο ίδιος επρόκειτο να οδηγηθεί στο εδώλιο του κατηγορουμένου, ο Κιαροστάμι, που μόλις έχει διαβάσει για την υπόθεσή του στον τύπο, τον προσέγγισε και του ζήτησε να κινηματογραφήσει την ιστορία του.

Πριν από τη σύλληψή του, ο Σαμπζιάν εργαζόταν part-time ως υπάλληλος ενός τυπογραφείου στην Τεχεράνη, αλλά με τους πενιχρούς πόρους της μερικής του απασχόλησης δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στις ανάγκες της οικογένειάς του. Εντούτοις, στην ταινία βλέπουμε ότι τα κίνητρα της πλαστοπροσωπίας του δεν ήταν ταπεινά, όπως και η αγάπη του για τη μεγάλη οθόνη δεν ήταν απλώς μια βολική προσθήκη στο αφήγημα που πλάσαρε ως «σκηνοθέτης». Είχε όντως εντρυφήσει στο σινεμά και το έργο του πραγματικού Μαχμαλμπάφ, ο οποίος κατά κάποιο τρόπο μέσα από την τέχνη του μιλούσε για τα πραγματικά προβλήματα του ιδίου του Σαμπζιάν, ενθαρρύνοντας άθελά του την απόφαση του τελευταίου να τον υποδυθεί. Διεισδύοντας στην καθημερινότητά της εύπορης οικογένειας και κλέβοντας λίγη από την αίγλη μιας αναγνωρισμένης διασημότητας, ο Ιρανός πρωταγωνιστής νιώθει για πρώτη φορά αποδεκτός, ικανός να εμπνεύσει κι εκείνος με τη σειρά του τους άλλους, μιλώντας για όλα όσα τον βασανίζουν και του προκαλούν πόνο. Δεν είναι πια ο κύριος «τίποτα», που όλοι περιφρονούσαν ή αγνοούσαν, αλλά ένας ευυπόληπτος δημιουργός που όλοι θέλουν να ακούσουν. Αυτά τα οποία τους κηρύττει ως σκηνοθετική «αυθεντία», δεν ηχούν σε καμία περίπτωση ως κίβδηλα τεχνάσματα εντυπωσιασμού, αλλά σε μεγάλο βαθμό ενσαρκώνουν ουσιώδεις διδαχές που αποπνέουν μια βιωματική δυναμική, με σημείο αναφοράς τη σύνδεση που πράγματι έχει αναπτύξει με το έργο του Μαχμαλμπάφ και τα όσα φανερώνει αυτό για τον ίδιο.

Μέσα από τον ψευδή ισχυρισμό ότι είναι ο Μαχμαλμπάφ, ο Σαμπζιάν αναζητά τη δική του επιβεβαίωση. Παρότι καταδικασμένος να μην μακροημερεύσει σε αυτό τον ρόλο, τελικά κερδίζει ένα δικό του μερίδιο αναγνώρισης χάρη στην απόφαση του Κιαροστάμι να φιλμάρει και να αναπαραστήσει τα γεγονότα της ιστορίας του. Όπως επίσης και ο Κιαροστάμι γίνεται πασίγνωστος σε όλο τον κόσμο χάρη στο έργο, το οποίο σήμερα κοσμεί πολλές διεθνείς κινηματογραφικές «all time» λίστες.

Ο Κιαροστάμι κάνει «Close-Up» (πρωτότυπος τίτλος «Nema-ye Nazdik» // ελλ. τίτλος «Κοντινό Πλάνο», 1990) στη δύναμη της κοινωνικής θεματολογίας του σινεμά να εκφράζει και να δίνει φωνή στα εσώψυχα περιθωριοποιημένων καθημερινών ανθρώπων που συνήθως κανείς δεν νοιάζεται να αφουγκρασθεί. Θα έλεγε κανείς ότι το μέσο έχει την ισχύ να μετατρέπεται σε μια άτυπη προέκταση του εαυτού μας, βοηθώντας μας να σκάψουμε βαθιά μέσα μας και να ανακαλύψουμε ποιοι πραγματικά είμαστε ή θα θέλαμε να γίνουμε. Επεκτείνοντας τον παραπάνω συλλογισμό, η ολοκληρωμένη μη γραμμικότητα με την οποία ξεδιπλώνεται το χρονικό της εξαπάτησης και τα γεγονότα της επακόλουθης δικής στην ταινία, μετουσιώνουν μια φαινομενικά απλή και οικονομική -από άποψη πλοκής- ιστορία σε ολιστική πραγματεία πάνω σε δομικές έννοιες των παραστατικών τεχνών. Όπως συμβαίνει για παράδειγμα με την «υποκριτική», προβάλλοντάς την εδώ ως την επιτυχία του ανθρώπου να επικοινωνεί κρυστάλλινα προς τα έξω τα αποτελέσματα της ενδοσκοπικής του ικανότητας: Ο Σαμπζιάν, που κατηγορείται στη δίκη του ως τέτοιος -υποκριτής-, απαντά παραθέτοντας -με άλλα λόγια- τον παραπάνω ορισμό.

Η ταινία είναι πάνω από όλα μια πραγματεία πάνω στην ανθρώπινη ταυτότητα· εξού και το αποκαλυπτικό -όσον αφορά τα συναισθήματα του προσώπου- «κλόουζ απ» -aka «γκρο πλαν»- του τίτλου. Και τι πιο ταιριαστό για ένα τέτοιο έργο, από το να υποδυθούν τους ρόλους της ιστορίας τα πραγματικά πρόσωπα τα οποία πρωταγωνίστησαν στα γεγονότα! Εδώ λοιπόν έγκειται η καινοτομία του εγχειρήματος του Κιαροστάμι, ο οποίος εν μέρει αξιοποιεί αρχειακό υλικό από την κινηματογράφηση της πραγματικής δίκης του Σαμπζιάν, και εν μέρει ανασυνθέτει μέσα από τον φακό τα γεγονότα του χρονικού της «εξαπάτησης», στα οποία ο πρωταγωνιστής και οι υπόλοιποι χαρακτήρες υποδύονται τους εαυτούς τους. Κατά τη διάρκεια της δίκης, ένας από τους ενάγοντες κατηγορεί τον Σαμπζιάν ότι εξακολουθεί να υποκρίνεται, μόνο που πλέον έχει αλλάξει ρεπερτόριο: Δεν το παίζει σκηνοθέτης, αλλά κακόμοιρος και κατατρεγμένος. Την ίδια στιγμή, ο Κιαροστάμι αναθέτει στοχευμένα σε όλους τους εμπλεκομένους να ενσαρκώσουν τον ίδιο τους τον ρόλο, δυσχεραίνοντας ακόμα περισσότερο το έργο της διάκρισης μεταξύ υποκριτικής και πραγματικής ύπαρξης. Και χάρη σε μια πρωτοποριακή άσκηση κινηματογραφικού στιλ, θολώνει τη διάκριση ανάμεσα σε αυτό που είναι πραγματικό (ντοκιμαντέρ) και αυτό που έχει ανακατασκευαστεί.

Αυτή η μείξη μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ, η οποία παντρεύει άριστα το παρόν με το παρελθόν, οδηγεί σε ένα καθαρτικό φινάλε που γεφυρώνει όλες τις αποστάσεις και μετουσιώνει τις παραπάνω δομικές ουσίες σε ένα ενοποιημένο υλικό: Ο Σαμπζιάν και ο Μαχμαλμπάφ συναντιούνται με τη βοήθεια του Κιαροστάμι, και ο πραγματικός σκηνοθέτης γίνεται αρωγός της προσπάθειας εξιλέωσης του ανθρώπου που τον υποδύθηκε. Η ταινία μοιάζει να συνηγορεί ότι ο αληθινά τολμηρός και καίριος δημιουργός δεν είναι εκείνος που προτιμά να οχυρώνεται σε «χρυσό» κλουβί, όπως συμβαίνει με πολλές ακριβοθώρητες ιδιοφυίες, αλλά εκείνος που επιχειρεί να γίνεται ένα με τις «ανώνυμες», «απροστάτευτες», «παραγκωνισμένες» φωνές που εκπροσωπεί μέσα από την τέχνη του, καταθέτοντας έμπρακτες αποδείξεις του αγώνα του να τους δικαιώσει. Αυτό το φινάλε είναι που καθιστά στα μάτια μας την ταινία ως την πιο ρομαντικά σινεφίλ προσέγγιση του θέματος της ταυτότητας, της κλοπής (;) και της παραχάραξής της στο παγκόσμιο σινεμά.

Βαθμολογία

Rating: 5 out of 5.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s