Κριτική: «Ο Βασιλιάς» (2002) του Νίκου Γραμματικού

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Μετά την έκτιση της ποινής του για κατοχή και χρήση ναρκωτικών, ο 30χρονος Βαγγέλης (Βαγγέλης Μουρίκης) αποφασίζει να εγκαταλείψει την Αθήνα και να επιστρέψει στο χωριό του στην Πελοπόννησο. Όσα επακολουθούν, συνθέτουν μια τραγική «Οδύσσεια» κοινωνικής επανένταξης με την υπογραφή του Νίκου Γραμματικού, η οποία μίλα για τη μαζοποίηση των σύγχρονων κοινωνιών και την ορκισμένη εχθρό της: την ελεύθερη βούληση.

Ο Βαγγέλης είναι αποφασισμένος να μπει στον ίσιο δρόμο και να ξεκόψει από όλα όσα τον συνδέουν με το ποινικά κηλιδωμένο παρελθόν. Ανακαινίζοντας το ρημαγμένο πατρικό του, στην πραγματικότητα προσπαθεί να χτίσει πάνω σε καινούργια θεμέλια την ίδια του την ύπαρξη. Ωστόσο, σε αυτή την παρτίδα της «δεύτερης ευκαιρίας», η τράπουλα είναι σημαδεμένη: Οι συγχωριανοί του αποφυλακισθέντα, οι οποίοι κατοικούν στην παρακείμενη κωμόπολη και είναι εγκληματικά παραδομένοι στην αξιακή τους σήψη, τον αντιμετωπίζουν με καχυποψία. Σταδιακά, οι διαθέσεις τους γίνονται πιο εχθρικές. Ο νεοεμφανιζόμενος άνδρας, φειδωλός και απόμακρος στους τρόπους, συνιστά ένα είδος παρείσακτης απειλής, αρνούμενος πεισματικά να ενσωματωθεί στο σύνολό τους, σε αντίθεση με άλλους ξένους, όπως οι λαθρομετανάστες εργάτες που είναι αρμονικά ενταγμένοι στην ανθούσα παραοικονομία της περιοχής. Εκείνος δύναται να είναι αυτάρκης ζώντας μόνο με τα απαραίτητα, στην πατρογονική περιοχή που οι συγχωριανοί του έχουν εγκαταλείψει για να διαβιούν πλέον σύγχρονα, ενσωματώνοντας στην καθημερινότητά τους τις ανέσεις και τον τρόπο ζωής του ανθρώπου της πόλης. Μοναδικός σύμμαχος του Βαγγέλη είναι ο τοπικός αστυνόμος, άλλος ένας εξόριστος (δυσμενής μετάθεση) που συμβάλλει με τον δικό του τρόπο ώστε να εκτονωθούν οι εντάσεις.

Κι εκεί που τα πνεύματα έχουν αρχίσει επιτέλους να ηρεμούν, οι «δαίμονες» του παρελθόντος επιστρέφουν για να στοιχειώσουν κι αυτοί με τη σειρά τους την ελπίδα μιας νέας αρχής. Ο λόγος για τη Μαρία (Μαριλίτα Λαμπροπούλου), μια ερωτική παρτενέρ-σύνδεσμο με το αμαρτωλό παρελθόν του Βαγγέλη, η οποία πλέον ενεργοποιεί όλους τους μηχανισμούς άμυνας των ντόπιων. Εκείνοι, αδύναμοι να αποβάλουν τις προκαταλήψεις και τον φόβο τους για το -μη αφομοιωμένο- διαφορετικό, θα προσπαθήσουν να διώξουν τον αποφυλακισθέντα με κάθε μέσο, μέχρι που θα μετατραπούν σε λυσσασμένο όχλο, διατεθειμένο να λιθοβολήσει μέχρι θανάτου -ψυχή τε και σώματι. Μια τραμπούκικη πρωτοβουλία των χωριατών, η οποία θα δώσει πιο ενεργητική διάσταση στο γνωστό ρητό «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα» (οδηγούνται στο να βανδαλίσουν το σπίτι του «ξένου» και να σκοτώσουν με ειδεχθή τρόπο το οικόσιτο ζώο που φροντίζει), θα σηματοδοτήσει το ανεξέλεγκτο ξέσπασμα του Βαγγέλη, το οποίο θα οδηγήσει σε μια σπασμωδική πράξη βίας με παράπλευρες απώλειες. Η τραγική απόληξη της ιστορίας του κοινωνικού στιγματισθέντα, ολοκληρώνει με τη σειρά της τον κύκλο της εμφατικής διάψευσης μιας κενής υπόσχεσης, η οποία δεν ευδοκιμεί ακόμα και στην (αυτο)εξορία.

Ο Νίκος Γραμματικός, ο οποίος βασίζει την ιδέα του (σε σενάριο του ιδίου και του Νίκου Παναγιωτόπουλου) σε αληθινό περιστατικό, διηγείται με ρεαλισμό και διανθίζει το έργο με στιγμές κινηματογραφικής ποίησης. Η σκηνοθεσία του προσδίδει την έννοια του «καταφυγίου» στη βουκολική ζωή που επιλέγει ο Βαγγέλης, ως μια έσχατη λύση που επιλέγεται για να παράσχει γαλήνη στην ταλαιπωρημένη του ψυχοσύνθεση. Όμως η όποια προσωρινή ηρεμία διαταράσσεται τραυματικά, με προεξέχοντα τα συναισθήματα του φόβου, του θυμού και της απόγνωσης, τα οποία παρεμβάλλονται, διαρρηγνύουν το «καβούκι» των αμυνών και παίρνουν σταδιακά τα ηνία στην καθημερινότητα του εσωστρεφούς ήρωά μας. Σαν το πιόνι του βασιλιά στο σκάκι (σ.σ. το παιχνίδι που του άρεσε περισσότερο), είναι κι εκείνος τοποθετημένος στις ράγες μιας αναπόφευκτης μοίρας: Να εγκλωβιστεί χωρίς καμιά απολύτως διέξοδο και να παραιτηθεί από την παρτίδα, αφήνοντας πίσω απλά ένα ενθύμιο της τραγικής του ύπαρξης (το σκαλισμένο πιόνι στο φινάλε).

Οι παθογένειες που πραγματεύεται η ταινία λειτουργούν ως έναυσμα για τη διατύπωση μιας νέας έννοιας της «ξενοφοβίας», αυτή τη φορά σε ένα παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο όπου το παραδοσιακό χωριό έχει δώσει τη θέση του σε ένα ακόμη προπύργιο του δυτικού καταναλωτισμού, ωστόσο ο συντηρητισμός και οι οπισθοδρομικές αντιλήψεις των κατοίκων καλά κρατούν. Γραμματικός και Παναγιωτόπουλος μέμφονται τη τάση της μαζοποιημένης κοινωνίας να εχθρεύεται κάθε ατομική βούληση που έχει ως σκοπό τη διαφοροποίηση, εστιάζοντας στο πώς η πρώτη παλεύει μανιωδώς ώστε να καταπνίξει και να εξαλείψει οριστικά τη δεύτερη. Αυτό δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από το «ξεσκέπασμα» της υποκριτικής, θεοσεβούμενης νεο-ελληνικής υπαίθρου, των νοικοκυραίων που δεν διστάζουν να χειραγωγούν καταστάσεις προς ίδιον όφελος, να καταδικάζουν και να περιθωριοποιούν ό,τι/όποιον δεν αποδέχονται, και εν τέλει να καταφεύγουν στο δόγμα οφθαλμόν αντί οφθαλμού για να αποδώσουν τη δική της σαθρή δικαιοσύνη. Τούτων λεχθέντων, ο σχολιασμός της ταινίας θα μπορούσε να είναι λιγότερο χτυπητός προς το φινάλε.

Τέλος, ανάμεσα στα μεγάλα ατού του έργου χρήζουν ειδικής μνείας οι ερμηνείες και η χημεία των Βαγγέλη Μουρίκη και Μηνά Χατζησάββα, στον ρόλο του αποφυλακισθέντα πρωταγωνιστή και του τοπικού αστυνόμου αντίστοιχα.

Βαθμολογία

Rating: 3.5 out of 5.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s