Ένα… unpopular opinion για τη σειρά «Maestro»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Ο Ορέστης (Χριστόφορος Παπακαλιάτης) είναι ένας μουσικός που εν μέσω πανδημίας αποφασίζει να εγκαταλείψει την Αθήνα και να εγκατασταθεί στο γραφικό νησί των Παξών. Εκεί, σε ρόλο δασκάλου θα κληθεί να οργανώσει και να διευθύνει ένα μουσικό φεστιβάλ, ωστόσο σύντομα θα βρεθεί μπλεγμένος σε ένα απροσδόκητο ειδύλλιο με μια νεαρή μαθήτριά του, αλλά και στα προβλήματα των ντόπιων.

Είναι ο πρώτος κύκλος του «Maestro» μια αξιοπρόσεκτη προσπάθεια για τα δεδομένα της ελληνικής τηλεόρασης; Ναί! Έχει σκηνογραφικές και εικαστικές αρετές; Αναμφίβολα. Περνάει σωστά μηνύματα; Το δίχως άλλο! Εστιάζοντας στις παθογένειες που μαστίζουν τη μικρή κοινωνία του νησιού, η σειρά μιλά μεταξύ άλλων για τη σωματική και ψυχική κακοποίηση, το πέρασμα της σκυτάλης της ενδοοικογενειακής βίας από γενιά σε γενιά, τις ανθρώπινες νευρώσεις και τα αυτοάνοσα νοσήματα, τη διαιώνιση των στερεοτύπων, την καταπιεσμένη ομοφυλοφιλία, το μαύρο χρήμα και τον εύκολο πλουτισμό που άμα μπλεχτείς στα δίχτυα του γίνεται σκλάβος του, την αναλγησία των αρχών, τη σιωπή των θυμάτων, τους «λευκούς» γάμους και την υποκρισία του «φαίνεσθαι» που κυριαρχεί στον τρόπο ζωής, ενώ τέλος καταπιάνεται και με τον ψυχοθεραπευτικό ρόλο της μουσικής.

Τότε τι μπορεί να έχει πάει στραβά;

Δυστυχώς, σχεδόν όλα τα κοινωνικά θέματα που θίγει η σειρά έχουν θιγεί πολύ αποτελεσματικότερα και με πιο κατάλληλα επιμελημένο τρόπο στο παρελθόν, όταν μάλιστα οι συνθήκες ήταν σημαντικά πιο άγουρες για τέτοιες συζητήσεις (άρα και πολύ πιο ρισκαδόρικη η θεματολογία). Εδώ, αγωνιζόμενος να συμπεριλάβει όλες τις υπαρκτές παθογένειες μιας κλειστής κοινωνίας σε ένα πολύ πιο κλειστό «κύκλωμα» ανθρώπων, ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης έχει πολλά καρπούζια να χωρέσει κάτω από την ίδια μασχάλη. Συνδυάζοντάς τα μάλιστα με τα υπόλοιπα κοινωνικά θέματα που επιθυμεί να επισημάνει, μοιραία τα μηνύματά του γίνονται περισσότερο κραυγαλέα, τη στιγμή που η εστίασή του γίνεται λιγότερο διεισδυτική από ό,τι εάν δινόταν στοχευμένη -και όχι διασπασμένη σε πολλά κέντρα ενδιαφέροντος- έμφαση. Διότι, όταν προσπαθείς να μιλήσεις για πολλά πράγματα ταυτόχρονα, είναι εξαιρετικά πιθανό ότι στο τέλος δεν θα καταφέρεις να μιλήσεις για τίποτα, τουλάχιστον όχι με ουσιώδη τρόπο. Δηλαδή απλά θα μείνεις στην επιφάνεια, κάνοντας επιδερμική παράθεση όλων εκείνων των δεδομένων που ήδη γνωρίζουμε.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στην πράξη. Το σενάριο της σειράς είναι επιτηδευμένο και υπερεπεξηγηματικό (σε σημείο υποτίμησης της νοημοσύνης του θεατή), με κύριο αφηγηματικό όχημα την εύκολη λύση του συνεχούς voiceover και την τάση των ρόλων να μετατρέπονται σε άτυπα φερέφωνα των ιδεών του σκηνοθέτη/σεναριογράφου, χωρίς να εντάσσονται σε κάποιο συγγραφικά φιλόδοξο πλάνο ανάπτυξης της προσωπικότητάς τους. Κάθε επεισόδιο ρέει από την οπτική γωνία ενός εκ των κεντρικών χαρακτήρων (διαφορετικού κάθε φορά), η οποία ενίοτε μοντάρεται και δένει με έξυπνο τρόπο με όσα συμβαίνουν σε άλλα πρόσωπα. Όμως αυτοί καθαυτοί οι χαρακτήρες είναι σχηματικοί και μονοδιάστατοι (ακόμα και στην εσωτερική τους σύγκρουση), καθώς αυτό που εκπροσωπούν φωνάζει από χιλιόμετρα -και αν δεν έχει γίνει ήδη ξεκάθαρο… μας το ξανατονίζει ο εκάστοτε αφηγητής! Στο ίδιο μοτίβο τύπου «άσπρο-μαύρο» και οι χοντροκομμένες -πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- ερμηνείες (κυρίως με σκηνοθετική υπαιτιότητα και όχι των ηθοποιών), οι οποίες στα πρώτα αναγνωριστικά επεισόδια μιμούνται απόλυτα τους κυκλοθυμικούς τόνους της σκηνοθεσίας, με τις συνεχείς άγαρμπες εναλλαγές από τα εύθυμα στοιχεία στο βαρύ δράμα να διαταράσσουν τη συνοχή. Οι διάλογοι είναι αφύσικοι (η γνωστή μανιέρα της κοφτής, νευρικής εκφοράς του λόγου στην οποία μας έχει συνηθίσει η σκηνοθετική καθοδήγηση του συγκεκριμένου δημιουργού κάνει και εδώ την εμφάνισή της), γεμάτοι επιδεικτικά τεχνάσματα (σχεδόν όλοι οι χαρακτήρες μοιάζουν να ειδικεύονται στις ψυχολογικές γνωματεύσεις) και στομφώδεις εξυπνακισμούς, όπως το ίδιο ισχύει ανά περιπτώσεις και για την κινηματογράφηση, η οποία ναι μεν είναι εντυπωσιακή, αλλά πολλές φορές φτάνει στον στόχο της με ένα βεβιασμένο στιλιζάρισμα που θυσιάζει κάθε έννοια φυσικότητας και συνοχής προς τέρψιν των οφθαλμών. Σαν να μην έφταναν αυτά, υπάρχουν και οι αντιπροσωπευτικοί σκηνοθετικοί μανιερισμοί που αφαιρούν από τη συνοχή της σειράς, όπως κάποιες υπερβολικά παθιασμένες ερωτικές σκηνές που δίνουν την αίσθηση ότι προέρχονται από διαφορετικό έργο. Αρκετές από τις παραπάνω παραφωνίες θα μπορούσαν να λογίζονται ως ατού εντός κατάλληλου context· π.χ. τα στιλιζαρισμένα πλάνα δεν θα ήταν προβληματικά εάν η ιστορία είχε στοιχεία αλληγορίας ή σουρεαλισμού και προετοίμαζε με τον κατάλληλο τρόπο για τη μετάβαση ή τη συνεχιζόμενη περιήγηση σε αυτά. Ωστόσο, χτυπούν περίεργα όταν προκύπτουν από το πουθενά σε μια straight face δραματική κοινωνική τηλεοπτική σειρά που σου σερβίρει στο πιάτο όλα όσα θέλει να αντλήσεις από αυτή.

Μέσα σε όλα, η αφήγηση δεν αποφεύγει ορισμένα τυπικά -για τηλεοπτική σειρά- κλισέ, όπως η (επαν)εμφάνιση της πρώην συζύγου του κεντρικού ήρωα Ορέστη, σε μια συγκυρία όπου η συναισθηματική του κατάσταση είναι πιο μπερδεμένη από ποτέ, παρεμβαίνοντας στο ερωτικό ειδύλλιο με τη 18χρονη Κλέλια (Κλέλια Ανδριολάτου) και περιπλέκοντας -με αφηγηματικά βολικό και «πεπατημένο» τρόπο- τα δεδομένα. Εδώ να σημειώσουμε ότι η πρώην σύζυγος, η οποία κουβαλά τις γνωστές «παπακαλιάτικες» νευρώσεις, διαβάζει τον Ορέστη -βολικά- σαν ανοιχτό βιβλίο μέσα στα πρώτα δευτερόλεπτα της επανεισόδου της στην καθημερινότητά του, και φυσικά διαγιγνώσκει τον ερωτικό του πόθο για τη μαθήτριά του. Η σεναριακή αστοχία της υπερβολικής ανωριμότητας με την οποία διαχειρίζεται την εν λόγω συνθήκη η σύζυγος, παραπέμπει αντιστρόφως σε ορισμένες περιπτώσεις όπου οι νεαροί χαρακτήρες της σειράς φέρονται σαν 40άρηδες με απαύγασμα πολυετούς εμπειρίας πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις.

Ειδικής μνείας χρήζει το έκτο επεισόδιο (για πολλούς το κορυφαίο της σειράς), το οποίο αποτελεί μια αναδρομή στον νεανικό και -εν συνεχεία- έγγαμο βίο του Ορέστη, όπου τον βλέπουμε να ζει μια ζωή εγκλωβισμένη σε μεγαλοαστικά καλούπια. Αυτό είναι τελικά και το έναυσμα για να τα βροντήξει όλα κάτω και να αναζητήσει «καταφύγιο» στους Παξούς. Εδώ, ο Παπακαλιάτης ξεκινάει να επικοινωνεί το τέλμα του χαρακτήρα του «κλέβοντας» oλίγο από «Joker» (2019) του Τοντ Φίλιπς (οι σκηνές του σε μακιγιάζ κλόουν) και κλιμακώνοντας σε μια σκηνή «αιματοβαμμένου δείπνου» που πιθανότατα θα γύριζε ο Γιώργος Λάνθιμος εάν για κάποιο λόγο καλούνταν να διασκευάσει την αξεπέσταστη «Η Κρυφή Γοητεία της Μπουρζουαζίας» (1972) του Μπουνιουέλ. Στο τελευταίο επεισόδιο, τον ατενίζουμε με την ερωτική του παρτενέρ κάτω από τα ηλιόλουστα σκεπάσματα του κρεβατιού του, σε ένα πλάνο αλά «Δέντρο της Ζωής» («The Tree Of Life», 2011). Γενικά, όλη η σειρά είναι χτισμένη πάνω στο σκαρίφημα του βραβευμένου με Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου «Call Me by Your Name» (2017), τόσο σεναριακά (ύπαιθρος, ηλιόλουστο μεσογειακό τοπίο, μικρή κοινωνία στην οποία εισβάλλει ο «ξένος» για να ερωτευτεί τελικά ένα άτομο με το οποίο έχει σχέση δασκάλου-μαθητή) όσο και εικαστικά (παρόμοια αισθητική παραγωγής, ίδια παλέτα χρωμάτων, πανομοιότυπα πλάνα). Στην τελική συνταγή προστίθενται και αναμειγνύονται «σκοτεινά» συστατικά της πρόσφατα ολοκληρωμένης σειράς «Ozark» (ξέπλυμα χρήματος, παράνομες δοσοληψίες, σχέσεις με μαφία κ.λπ.).

Φυσικά στη σημερινή τέχνη δεν υπάρχει παρθενογέννεση και όλα τα παραπάνω θα ήταν πολύ ευπρόσδεκτα αν ήταν στοιχειωδώς φιλτραρισμένα και ενταγμένα σε ένα συνεκτικό «όλον», και όχι ένα ψηφιδωτό από -ομολογουμένως καλοεκτελεσμένα- «ξεπατικώματα».

Ένα… unpopular opinion για τη σειρά "Maestro"
Ένα… unpopular opinion για τη σειρά "Maestro"

Στο φινάλε του πρώτου κύκλου, ένα βασανισμένο ομόφυλο ζευγάρι μαθητών του Ορέστη θα αναγκαστεί να εξολοθρεύσει -ευρισκόμενο εν αμύνη- τον δυνάστη του (ο καταπιεστικός πατέρας του ενός παιδιού, τον οποίο υποδύεται ο Γιάννης Τσορτέκης, σκιαγραφείται με εξωφρενικά μονοδιάστατο τρόπο ως η επιτομή του κακού, αλλά ο ηθοποιός δίνει νέα διάσταση ενδιαφέροντος στον ρόλο με την ερμηνεία του). Το έγκλημά τους απεικονίζεται ως τραγική προέκταση των ανεξέλεγκτων συνεπειών που μπορεί να επιφέρει το ασφυκτικό μοτίβο συγκάλυψης (η ομερτά της κοινότητας απέναντι σε περιστατικά κακοποίησης) που διέπει ακόμα τις δυσλειτουργικές μικρές κοινωνίες της επαρχίας και το κακό που εκτρέφουν μέσα τους. Ξεκινά έτσι ένας νέος απεγνωσμένος κύκλος συγκάλυψης του εγκλήματος των θυμάτων, με συνδετικούς κρίκους -και συνενόχους πλέον- τον δάσκαλο μουσικής, τους εμπλεκομένους και τις οικογένειές τους (συμπεριλαμβανομένων επιφανών προσώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης). Εδώ, η σειρά υποδεικνύει με εύστοχο τρόπο -και χωρίς να το φωνάζει- ότι εάν αυτός ο κοινωνικός ιστός και οι ρυθμιστικοί μηχανισμοί του ήταν υγιείς, δεν θα είχαμε οδηγηθεί σε αυτό έγκλημα, το οποίο τροφοδοτήθηκε από τον φόβο και την απόγνωση των αδυνάτων μπροστά στο φάσμα του δημίου τους.

Στην περίπτωση του τυραννικού χαρακτήρα που υποδύεται ο Τσορτέκης, κάποιοι θα πουν ότι ο Παπακαλιάτης δίνει τροφή για σκέψη, δείχνοντας -μέσω φλας μπακ- τον τρόπο με τον οποίο ο βίαιος πατέρας έχει επηρεαστεί από την κακοποίηση που δέχτηκε από τον δικό του πατέρα και στη συνέχεια εκδηλώνει αυτή τη συμπεριφορά προς τον γιο του. Πέραν του τετριμμένου θέματος (άλλωστε οι αποσπασματικές ανάδρομες αφηγήσεις είναι μια επιλογή που προκρίνεται ακριβώς επειδή το ζήτημα του «μήλου κάτω από τη μηλιά» είναι εξαιρετικά οικείο στον θεατή), αυτό που δεν αναλύεται καθόλου, είναι το πώς ένας άνθρωπος που έτρεφε υποσυνείδητο μίσος για τον κακοποιητικό πατέρα του και ως εκ τούτου αποφάσισε να τον αφήσει να πεθάνει αβοήθητος (η σκηνή στη βάρκα), επέλεξε τελικά να ενστερνιστεί στο ακέραιο τα πιστεύω και τις συμπεριφορές του τελευταίου όταν απέκτησε ο ίδιος οικογένεια, χωρίς καν να νιώθει τύψεις για την προτέρα ή την τωρινή συμπεριφορά του.

Ανακεφαλαιώνοντας, το «Maestro» είναι μια κατά διαστήματα καλογυρισμένη, αλλά ετερόφωτη και πνιγμένη στον διδακτισμό δημιουργία, η οποία αφενός αναμασά αφιλτράριστα αρκετό από το περιεχόμενο καλύτερων έργων, ενώ παράλληλα ταΐζει τον θεατή στο στόμα με την πλοκή και τα μηνύματά της, αφήνοντάς του ελάχιστο περιθώριο για κρίση και επεξεργασία. Το μόνο που απαιτεί από εκείνον -αυτάρεσκα και επιτακτικά-, είναι να τη χειροκροτήσει, χωρίς όμως να έχει καταφέρει να προχωρήσει ένα βήμα παρακάτω κάποια από τις συζητήσεις που θέλει να ανοίξει με το κοινό. Σίγουρα υπάρχουν και πολύ χειρότερες προσπάθειες σήμερα στη γεμάτη από προχειροφτιαγμένες παραγωγές ελληνική TV, αλλά μήπως είναι λίγο τραβηγμένο να την αποθεώνουμε ως ένα εγχείρημα που τάραξε τα νερά;

*Πριν από λίγες μέρες, το «Maestro» έγινε η πρώτη ελληνική σειρά που έγινε διαθέσιμη στη συνδρομητική πλατφόρμα του Netflix

Βαθμολογία πρώτος κύκλος «Maestro»

Rating: 2 out of 5.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Ένα… unpopular opinion για τη σειρά «Maestro»

  1. Να αγιάσει το στόμα σας. Αυτός ο ατάλαντος τενεκές πορεύεται ξεπατικώνοντας αυτούσιες σκηνές πανταχόθεν. Μπράβο για τις γνώσεις και την υψηλή κριτική. Δεν του αξίζει.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s