«Αναπαράσταση» (1970): Το ασπρόμαυρο ξεκίνημα του Θόδωρου Αγγελόπουλου

Γράφει η Βίβιαν Μελικόκη

Εξ αφορμής της συμπλήρωσης δέκα χρόνων από το αιφνίδιο φευγιό του ποιητή των εικόνων και μεγάλου μας κινηματογραφιστή, Θόδωρου Αγγελόπουλου, πλήθος εκδηλώσεων πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της χρονιάς, αρχής γενομένης με το Γαλλικό Ινστιτούτο τον Ιανουάριο του 2022 που διοργάνωσε ένα Αφιέρωμα με καλεσμένους τον Γιώργο Αρβανίτη, διευθυντή φωτογραφίας και δεξί χέρι του από την πρώτη ως την τελευταία ταινία, καθώς και την Ελένη Καραΐνδρου, τη συνθέτρια που έντυσε με μουσική τις ταινίες του.

Λίγους μήνες αργότερα, οι διοργανωτές του 63ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης είχαν την οξυδέρκεια να μην προβάλουν μία ρετροσπεκτίβα με τη βραβευμένη με Χρυσό Φοίνικα «Μια Αιωνιότητα και μια Μέρα» («Eternity and a Day», 1998) και άλλες γνωστές ταινίες του μεγάλου δημιουργού, τις οποίες ορισμένοι εκ των παρευρισκομένων μπορεί να είχαν ήδη παρακολουθήσει στη μεγάλη οθόνη. Πήραν το ρίσκο να επιλέξουν μία και μοναδική ταινία, η οποία θα αποτελούσε τον πυρήνα, γύρω από τον οποίο θα φυγοκεντρίζονταν η θεματική του Φεστιβάλ και των άλλων εκθέσεων.

Έτσι, είχαν την ευκαιρία να απολαύσω το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του κορυφαίου σκηνοθέτη, την ασπρόμαυρη «Αναπαράσταση» («Reconstruction», 1970), στον φυσικό της χώρο, τη μεγάλη οθόνη. Η καθολικής προσβασιμότητας και δωρεάν προβολή έλαβε χώρα το βράδυ της Κυριακής 6 Νοεμβρίου στην κατάμεστη αίθουσα του Ολύμπιον παρουσία συντελεστών, καθώς και της συζύγου του Αγγελόπουλου, Φοίβης Οικονομοπούλου, και των γιών του πρωταγωνιστή -Γιάννη Τότσικα-, Αποστόλη και Θανάση. Η κα Οικονομοπούλου έκανε λόγο για μια ταινία κυριολεκτικά «χειροποίητη», φτιαγμένη κατά κύριο λόγο από το μεράκι τους και την πίστη τους στο όραμα του Αγγελόπουλου. Με αυτή προβολή αναδύθηκαν εντός μου επιπλέον δονήσεις και συνειρμοί, οι οποίοι είναι σχεδόν αδύνατον να μεταδοθούν από τη μικρή οθόνη, στην οποία είχα παρακολουθήσει για πρώτη φορά την ταινία.

ΥΠΟΘΕΣΗ: Ένας Έλληνας μετανάστης που εργάζεται στη Δυτική Γερμανία επιστρέφει στη γενέτειρά του, ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου. Λίγες μέρες αργότερα, η σύζυγός του, με τη βοήθεια του εραστή της, τον σκοτώνει και τον θάβει στον κήπο. Παρά την προσπάθεια του παράνομου ζευγαριού να συγκαλύψει το έγκλημα, οι συγχωριανοί τους δεν πείθονται και καλούν την αστυνομία. Η προσέγγιση της ταινίας ρίχνει φως τόσο στην αστυνομική όσο και τη δημοσιογραφική διερεύνηση της υπόθεσης.

Η «Αναπαράσταση» δεν μοιάζει σχεδόν με κανένα από τα επόμενα έργα του Αγγελόπουλου, όμως ευθύς εξαρχής δίνει το στίγμα για το σκηνοθετικό -και όχι μόνο- ποιόν του. Πριν καλά-καλά ξεκινήσει, ο Αγγελόπουλος δεν αοριστολογεί. Σε αντίθεση, με πολλά από τα κατοπινά του έργα, η ποιητικότητα των οποίων τα καθιστά άχρονα, καθώς θα μπορούσαν να είχαν λάβει χώρα οπουδήποτε και οποτεδήποτε, στην προκειμένη περίπτωση ο τόπος και ο χρόνος είναι πολύ συγκεκριμένοι και μας δίνονται ξεκάθαρα από την αρχή: Ένα χωριό της Ηπείρου -με τη φανταστική ονομασία «Τυμφαία»-, 1965, κάτοικοι 85, σε σχέση με την απογραφή του 1939, όπου ήταν 1.250.

Γυρισμένη το 1970, σε χρόνια δύσκολα, μεσούσης της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών, της αστυφιλίας και της οξείας μετανάστευσης (ποιος άραγε δεν έχει ένα συγγενή που να έφυγε είτε σε Γερμανία είτε σε Αμερική;), η ταινία επιλέγει να στρέψει το βλέμμα του εκεί που η κοινωνία το αποστρέφει: στην απλή ζωή στο χωριό· τότε που οι σύγχρονοι ομότεχνοί του έδειχναν φτερά και πούπουλα (ενδεχομένως κατά τις άνωθεν επιταγές για άρτο και θεάματα), τολμά να «θέσει τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων» και να φωτίσει τις ρίζες της ελληνικής κοινωνικοοικονομικής ζωής, η οποία είναι η αγροτιά, ο σκληρός και αμείλικτος πρωτογενής τομέας. Αυτό άλλωστε αναφέρεται ξεκάθαρα, σε ένα σημείο όπου ακούγονται ως voiceover οι μαρτυρίες κατοίκων του χωριού ότι θέλουν να πάνε στην πόλη, όπου το βιοτικό επίπεδο είναι καλύτερο και να ξεφύγουν από την κουραστική ζωή στην ύπαιθρο. Αυτές οι μαρτυρίες έρχονται σε υπέροχη αντίθεση, όταν κάποια στιγμή στη βόλτα του πρωταγωνιστή στα στενά της πόλης των Ιωαννίνων, προβάλλεται η πολύβουη ζωή της πόλης με τα ζαχαροπλαστεία και τα εμπορικά της καταστήματα.

Όπως προείπα, ο πυρήνας του θέματος της ταινίας αναπτύσσεται μέσα από διαφορετικές πτυχές: τη γραφειοκρατική (της ανάκρισης), που αναζητά έναν ένοχο για να κλείσει την υπόθεση, κι εκείνη μιας ομάδας δημοσιογράφων, η οποία, καταγράφοντας τις μαρτυρίες των κατοίκων, αναδεικνύει το κοινωνιολογικό πλαίσιο που ωρίμασε τις συνθήκες για την τέλεση της πράξης του φόνου. Ο Αγγελόπουλος, όμως, δεν μένει στη μακροοικονομική στηλίτευση των κοινωνικοοικονομικών τεκταινόμενων, αλλά συνεχίζει, προσεγγίζοντας τη γυναικεία ψυχολογία. Θέτει στο κέντρο της ιστορίας του μια γυναίκα που κρατάει το καφενείο του χωριού, που δεν επαναπαύθηκε στη μοίρα της πιστής Πηνελόπης να αναμένει στωικά τον άντρα που έχει φύγει στην ξενιτιά, αλλά αφουγκραζόμενη τις μύχιες ορμές της, παραδόθηκε στον πόθο της για το λεβέντη αγροφύλακα του χωριού, τον οποίο ενσαρκώνει ο πράγματι αρρενωπός Γιάννης Τότσικας.

Η Ελένη (τυχαία, άραγε η επιλογή του ονόματος;) με την επιστροφή του άντρα της στο χωριό μετά από χρόνια, δεν διστάζει να τον σκοτώσει με τη βοήθεια του εραστή της, σκηνοθετώντας μάλιστα τη βιαστική εκ νέου αναχώρησή του για το εξωτερικό.

Μοιχαλίδα και φόνισσα, λοιπόν, η πρωταγωνίστρια Ελένη (Τούλα Σταθοπούλου). Πόσο τολμηρή ακόμα και σήμερα, 43 χρόνια μετά, είναι αυτή η θεματική; Το βλέμμα της κατά την ώρα της ανάκρισης, όσο και ο τρόπος που διεκδικεί τον έρωτα δεν αφήνει περιθώρια για διπλές αναγνώσεις: Η Ελένη δεν είναι καμία γυναικούλα, έχει τσαγανό. Είναι ανυποχώρητη, τιμά τις επιθυμίες της και είναι έτοιμη να υποστεί τις συνέπειες. Σε αντιπαραβολή, με τον εραστή και συνεργό της που ενώπιον του ανακριτή εκλιπαρεί με κροκοδείλια δάκρυα για οίκτο εν ονόματι των παιδιών του.

Μία από τις αγαπημένες μου σκηνές, είναι αυτή που οι αστυνομικοί έχουν συλλάβει την Ελένη, για να την οδηγήσουν στο κρατητήριο και γυναίκες του χωριού (σ.σ. ήταν όντως κάτοικοι των χωριών Βίτσας και Μονοδενδρίου) πέφτουν καταπάνω της ως άλλες αναμάρτητες πρώτες να ρίψουν τον λίθον. Η σκηνή αυτή, πέραν της καλλιτεχνικής της αξίας που την προσλαμβάνεις αποκλειστικά και μόνον μέσω της μεγάλης οθόνης, μας μεταλαμβάνει ένα μήνυμα που θα είναι τόσο επίκαιρο, σε μια εποχή που τόσο η υποκρισία όσο και η τυπολατρία καλά θα κρατούν.

Αφενός ξεσκεπάζει τον εσωτερικευμένο μισογυνισμό, τον φθόνο των γυναικών που υποτάχθηκαν τυφλά στις ηθικολογικές επιταγές της κοινωνίας και κατέπνιξαν την ερωτική τους φύση, για εκείνη τη μία που όρθωσε το ανάστημα και την αγκάλιασε. Αφετέρου, αναδεικνύει το πόσο εύκολο είναι να βάλλεις εναντίον κάποιου, όταν αυτός ο κάποιος έχει κατακρημνιστεί. Δεν είμαστε πολύ μακριά σαν κοινωνία από εκείνη τη σκηνή. Απλά σήμερα, οι «δολοφονίες χαρακτήρων» συμβαίνουν στο διαδίκτυο και συνήθως ερχόμενοι εκ των υστέρων, ως άλλοι μετά Χριστόν προφήτες να καταδείξουμε τα άπλυτα των αμαρτωλών· σχεδόν κανείς πριν.

Η ταινία ανοίγει και κλείνει με ένα υπέροχο σχήμα κύκλου, διαρρηγνύοντας τις νόρμες της κλασικής αφηγηματικής γραμμής ώστε να προάξει αποτελεσματικότερα τους διαχρονικούς κοινωνιολογικούς της προβληματισμούς: Η αφετηρία σημαδεύεται από το φονικό, και η αυλαία από την επανάληψη της σκηνής του φόνου. Η δραματική πραγματικότητα που εξέθρεψε αυτή την πράξη, παραμένει παρούσα. Όπως ανέφερα παραπάνω, ο Αγγελόπουλος ήδη από την πρώτη ταινία του έχει μέσα του ένα ξεκάθαρο όραμα και αυτό διαφαίνεται αυτομάτως. Έχουν κατασταλάξει εντός του τι τον τριβελίζει και με τι θέλει να καταπιαστεί, σκορπίζοντας τα ίδια «καλούδια» σε κάθε ταινία, όπως το δημοτικό τραγούδι «Κοντούλα λεμονιά»: Το στοιχείο της αναγνώρισης, της αναζήτησης ή της επιστροφής στον πατέρα που λείπει.

Όλα τα παραπάνω υλικά ανάγουν την «Αναπαράσταση» σε ταινία-σταθμό για τον νέο ελληνικό κινηματογράφο (Ν.Ε.Κ). Την οδήγησαν δε στα 5 βραβεία του 11ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, [Καλύτερης καλλιτεχνικής ταινίας, β’ γυναικείου ρόλου (Τούλα Σταθοπούλου), φωτογραφίας (Γιώργος Αρβανίτης), πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη και κριτικών καλύτερης ταινίας μεγάλου μήκους]. Ωστόσο, αυτές οι διακρίσεις μοιάζουν να ωχριούν μπροστά στην ουσία και την παρακαταθήκη που μας άφησε ο σπουδαίος Θόδωρος Αγγελόπουλος, το έργο του οποίου έσπασε τα εθνικά σύνορα, έγινε οικουμενικό και διαχρονικό. Αυτό συμβαίνει όταν πλησιάζεις άδολα και με αυθεντικότητα την Αλήθεια. Αυτό συμβαίνει με τα πραγματικά έργα Τέχνης, τα οποία νικούν τον χώρο και τον χρόνο και ίπτανται στην αθανασία.

Βαθμολογία

Rating: 4.5 out of 5.

* Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου προβάλλεται από 05/01 σε επανέκδοση από τη NEW STAR, αποκλειστικά στο Studio new star art cinema (Σπάρτης & Σταυροπούλου 33, Πλ. Αμερικής) και μέσα στα πλαίσια του αφιερώματος «2023, Έτος Θ. Αγγελόπουλου» που διοργανώνει η NEW STAR σε συνεργασία με την οικογένεια του Θόδωρου Αγγελόπουλου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s