«Babylon»: Η αρχή του τέλους (;) των μεγάλων passion project

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Από τον βραβευμένο με Όσκαρ Ντάμιεν Σάζελ («La La Land», 2016), η ντελιριακή «Βαβυλώνα» («Babylon», 2022) αναβιώνει τις απαρχές του Χόλιγουντ στο Λος Άντζελες των 1920s. Στο μικροσκόπιο μπαίνει μια περίοδος αθρόων ζυμώσεων για τη βιομηχανία, η οποία βαδίζοντας προς τα τέλη της δεκαετίας ετοιμάζεται για το πέρασμα από τις βουβές ταινίες στον ομιλούντα κινηματογράφο.

Ο θεατής βιώνει όλο αυτό το σκηνικό κατακλυσμιαίων αλλαγών μέσα από την ονειροπόλο ματιά και τα φρενήρη βιώματα μιας ετερόκλητης ομάδας ανθρώπων, οι οποίοι θέλουν όσο τίποτα να μεσουρανήσουν -ή να συνεχίσουν να μεσουρανούν: Ο Μπραντ Πιτ υποδύεται τον Τζακ Κόνραντ, έναν -αλά Τζακ Γκίλμπερτ- αστέρα του βωβού κινηματογράφου, ο οποίος λατρεύει την ξέφρενη διασκέδαση των κοσμικών πάρτι. Σε μια τέτοια συνάθροιση συναντιούνται η επίδοξη ηθοποιός Νέλι ΛαΡόι (Μαργκότ Ρόμπι) και ο Μάνι Τόρες (Ντιέγκο Κάλβα), ένας καπάτσος νεαρός που προσπαθεί κι εκείνος απεγνωσμένα να εργαστεί στον κόσμο της παραγωγής ταινιών. Εκείνη είναι ένα κορίτσι-πρόκληση, διαθέτοντας εκείνο το σπάνιο πακέτο έμφυτου αισθησιασμού και υποκριτικού ταλέντου που μπορεί να κατακτήσει αβίαστα τα πλήθη και να διεκδικήσει αλματώδη επιτυχία στο τότε Χόλιγουντ. Εκείνος, μετανάστης από το Μεξικό με βλέψεις για ανέλιξη στα κλιμάκια της βιομηχανίας και διεκδίκηση ενός ανώτερου σκοπού στη ζωή του, δεν αργεί να αναπτύξει επαφές με τον Κόνραντ. Δύο έτεροι θαμώνες πλαισιώνουν την πρωταγωνιστική τριάδα σε πιο περιφερειακούς ρόλους: Η Λι Τζουν Λι ως Lady Φέι Ζου, ένας χαρακτήρας βασισμένος στον κινηματογραφικό θρύλο της πρώτης Κινεζοαμερικανίδας σταρ του σινεμά, Μέι Γουόνγκ, και ο Γιόβαν Αντέπο ως Αφροαμερικανός τρομπετίστας της τζαζ ονόματι Σίντνεϊ Πάλμερ, ο οποίος βιοπορίζεται από την παρουσία του σε τέτοιες μαζώξεις.

Η αχαλίνωτη φιλοδοξία, σε συνδυασμό με τον άκρατο ηδονισμό και τις εξεζητημένες κραιπάλες που ευδοκιμούν σε μια περίοδο ηθικής κατάπτωσης, οριοθετούν τη διάττουσα τροχιά που διαγράφουν οι ήρωες από την άνοδο ως την πτώση τους, ευρισκόμενοι έκαστος σε διαφορετική καμπή στην καριέρα του (οι Μάνι και Νέλι στα ξεκινήματα, ενώ ο Τζακ στο απόγειο της σταδιοδρομίας του). Στην περίπτωση του μέθυσου Κόνραντ, η εκπεφρασμένη επιδίωξή του να σταθεί αρωγός στην καινοτομία και να κινηθεί έξω από καλλιτεχνικά «στεγανά», παρότι κάθε πιθανή ανακατάταξη δύνατο να ανατρέψει τη δική του κυρίαρχη θέση ως πιο ακριβοπληρωμένου σταρ της εταιρείας MGM, ευθυγραμμίζεται εμμέσως με το μεγαλεπήβολο όραμα του ίδιου του Σαζέλ, ο οποίος εδώ εκπονεί την πιο φιλόδοξη δημιουργία του. Αρκετοί έχουν παραπονεθεί ότι η σκηνοθεσία του δεν ανακαλεί πιστά, αλλά μοιάζει να επανασχεδιάζει υπό τους ξέφρενους όρους του «Λύκου της Wall Street» και του «Υπέροχου Γκάτσμπυ», σε συνδυασμό με τη φελινική προσέγγιση του «La Dolce Vita», τα πρώτα βήματα μιας βιομηχανίας που έμελλε να γιγαντωθεί και να μετατραπεί σε εμφατικό όργανο πολιτιστικής επικράτησης των ΗΠΑ σε ολόκληρο τον πλανήτη. Κάτι τέτοιο δήλωσε μεταξύ άλλων και ο γνωστός σεναριογράφος-σκηνοθέτης Πολ Σρέιντερ (που στα συγγραφικά credits του περιλαμβάνεται ο αριστουργηματικός «Ταξιτζής» του Μάρτιν Σκορσέζε), αμφισβητώντας ευθαρσώς την «ιστορικότητα» της ταινίας.

Σίγουρα το «Babylon» δεν αποφεύγει κάποιες ανακρίβειες σε λεπτομέρειες όπως η αργκό των 20s ή πιθανώς λαμβάνει ορισμένες παραπάνω ελευθερίες όσον αφορά την απεικόνιση του Λος Άντζελες και των ανθρώπων εκείνης της περιόδου, ωστόσο η ουσία των παραπάνω ενστάσεων απηχεί περισσότερο την πιο μαζεμένη, ανάλαφρη και στρογγυλεμένα ρετρό εικόνα που υπάρχει για την εποχή μέσα από το αποτύπωμα έργων πολύ προγενέστερων του «Babylon», τα οποία έχουν αφεθεί να την αντιπροσωπεύουν (όπως π.χ. το κλασικό μιούζικαλ «Singin’ in the Rain» του 1952 ή το πιο πρόσφατο «The Artist»). Εάν ξεφύγουμε από αυτή την προκατάληψη, η εντυπωσιακά μοντέρνα εικονογράφηση -και μοντάρισμα- της ηθικής ντεκαντάνς, της παρακμιακής σαγήνης και της εν γένει υπερβολής από τον Σαζέλ, παρουσιάζει ένα ενδεικτικό παραπροϊόν της κοινωνικής αλλαγής που δρομολόγησε η Χρυσή δεκαετία του 1920. Όπως είναι γνωστό, τα «Roaring Twenties» ήταν μια περίοδος επικράτησης της κουλτούρας της σεξουαλικής απελευθέρωσης, της πληθωρικότητας, του δυναμισμού και της γυναικείας χειραφέτησης στις χώρες του δυτικού κόσμου. Επρόκειτο για μια ιδιαίτερα ενεργή περίοδο, με τα σημαντικά καλά της -τα οποία άντεξαν στον χρόνο- και τα κάποια αρνητικά -βραχυπρόθεσμα- απότοκά της. Ωστόσο, κάθε προοδευτικό κίνημα έχει ανάγκη στις άγουρες και πιο ενθουσιώδεις μέρες του από ορισμένες ακραίες τάσεις που ούτως ή άλλως θα μετριασθούν με την πάροδο του χρόνου ούτως ώστε να επέλθει μια υγιέστερη κοινωνική ισορροπία. Τα «Roaring Twenties» ήταν ομολογουμένως ένα τέτοιο εκρηκτικό διάστημα από άποψη προκλητικού, αισθησιακού, πρωτόγονα εκτονωτικού ταπεραμέντου. Συνεπώς, εστιάζοντας στην κουλτούρα του αχαλίνωτου παρταρίσματος, της κατάχρησης ναρκωτικών ουσιών και των εν γένει ακροτήτων, ο Σαζέλ μοιάζει να στοχεύει στη βίαιη απόταξη εκείνων των πιο συντηρητικών και αποστειρωμένων αντιλήψεων που υπάρχουν για τις τελευταίες ημέρες του βωβού σινεμά. Μην πιστέψετε πάντως ότι ο αναθεωρητισμός του Αμερικανού σκηνοθέτη περιορίζεται μόνο στην επιφανειακή βιτρίνα του lifestyle των 20s (περισσότερα επ’ αυτού στις επόμενες παραγράφους).

Παρότι όντως δεν αφηγείται μια αληθινή ιστορία (σχεδόν όλα τα πρόσωπα της ταινίας είναι φανταστικά, αλλά ορατά επηρεασμένα από υπαρκτές φιγούρες της εποχής), η «Βαβυλώνα» εξορύσσει πολλές αθέατες αλήθειες για τον κόσμο του θεάματος· back in the day, αλλά και διαχρονικές. Εν πρώτοις, κάνει άψογη δουλειά στο να επαναφέρει στην επιφάνεια όλες εκείνες τις τάσεις που αναδύθηκαν κατά την αλλαγή φρουράς από το βουβό σινεμά στα talkies. Μια μετάβαση που μόνο ανώδυνη δεν ήταν στο πρώιμο -από άποψη τεχνικής υποστήριξης- στάδιο του ομιλούντος σινεμά, με σοβαρούς περιοριστικούς παράγοντες για την ηθοποιία (ελάχιστη ελευθερία κινήσεων, εξάλειψη βαριάς προφοράς, άχρωμες ερμηνείες) και την εικαστικότητα (δυσκίνητος εξοπλισμός). Οι ηθοποιοί των βουβών ταινιών, αμήχανοι μπροστά σε αυτή την καθολική νέα πραγματικότητα, αντιμετωπίζονται επιπόλαια από το κοινό και τη βιομηχανία, ως παρωχημένοι. Επιπλέον, περιπτώσεις όπως αυτή της προκλητικής ΛαΡόι, η οποία στο μεταξύ είχε καταφέρει να κατακτήσει το Χόλιγουντ με το σαγηνευτικό της σκέρτσο και να χτίσει όνομα ως κακό κορίτσι, χάνουν το έρεισμά τους, καθώς οι κρίσεις και η οικονομική αβεβαιότητα που έχουν μεσολαβήσει έχουν αλλάξει ριζικά τις προτεραιότητες της κοινωνίας στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 1930, δίνοντας την πρωτοκαθεδρία στον καθωσπρεπισμό και τον συντηρητισμό. Ο ήχος περνά σε πρώτο πλάνο σε βάρος της εικόνας -και συχνά του καλλιτεχνικού αποτελέσματος-, αναδεικνύοντας νέους πρωταγωνιστές (βλ. subplot τζαζίστα μουσικού, ο οποίος περνά από υποστηρικτικό ρόλο στο προσκήνιο) και δίνοντας ρόλο πρώτου βιολιού στη μουσική (σαφείς οι παραπομπές στην πρώτη μεγάλου μήκους ομιλούσα ταινία, «The Jazz Singer», του 1927).

Τότε, κάτω από το μαγικό πέπλο του φανταχτερού ονείρου που τόσοι και τόσοι λαχτάρησαν να αγγίξουν (υπο)κινούμενοι από τον πυρετό της χολιγουντιανής δόξας, κάτω ακόμα και από την παραζάλη των εξοντωτικών, γραφικών σκηνών ακολασίας και υπερβολής που φτάνουν σε σημείο να προκαλούν δυσφορία στον θεατή, οι πρωταγωνιστές μας μυούνται στο πραγματικό σκοτάδι που ελλοχεύει: Πρώτη η παραπαίουσα ΛαΡόι, που υποβοηθούμενη από τον ανελιχθέντα Τόρες καλείται να παραστήσει την καθωσπρέπει κυρία για να γίνει ξανά αποδεκτή στους κύκλους των υποψήφιων εργοδοτών και χρηματοδοτών. Ωστόσο, αδυνατεί να παίξει μέχρι τέλους τον ρόλο της. Το τοξικό περιβάλλον της υποκριτικής υψηλής κοινωνίας των «χορηγών» πυροδοτεί την έκρηξή της (μαζί με μια εντυπωσιακά αποκρουστική έξοδο από ένα κοσμικό γκαλά), βυθίζοντάς την εκ νέου στον επιδεινούμενο φαύλο κύκλο της χρήσης ουσιών και του τζόγου. Στο μεταξύ, ο Κόνραντ παρακολουθεί κρυφά μια από τις προβολές των ταινιών του, όπου διαπιστώνει ότι η ομιλούσα ερμηνεία του δεν κάνει το σωστό γκελ στο κοινό, προκαλώντας ακούσιο κύμα γέλωτος. Εν συνεχεία, λαμβάνει τα δυσάρεστα μαντάτα από μια γνωστή αρθρογράφο, η οποία προηγουμένως τον είχε απαξιώσει σε ένα αφιέρωμά της: Η καριέρα του έχει ουσιαστικά τελειώσει, χωρίς ο ίδιος να έχει κάνει απαραίτητα κάτι λάθος. Εκείνος, που ευαγγελιζόταν τόσο ένθερμα την πρόοδο, γίνεται μια από εκείνες τις κυνικές περιπτώσεις παράπλευρης απώλειας που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το τίμημα της κοσμογονικής αλλαγής. Η εξαιρετική σκηνή του συγκλονιστικά εύθραυστου Πιτ με μια αποστομωτικά κυνική και συνάμα τρυφερά παρηγορητική Τζιν Σμαρτ (πραγματικά αναρωτιέσαι πώς καταφέρνει να τα συνδυάζει) στον ρόλο της δημοσιογράφου Έλινορ, αποτελεί μια εισαγωγή στις γλυκόπικρες παρακαταθήκες των καλλιτεχνών που διέπρεψαν, άφησαν το στίγμα τους αλλά εφθάρησαν, ξόφλησαν απότομα και τέθηκαν στο περιθώριο από τις καινούργιες μόδες· ωστόσο, παρά την τραγική κατάληξή τους εξασφάλισαν ένα εισιτήριο για την αθανασία (σ.σ. η ανεξίτηλη παρουσία τους στις ταινίες που θα μείνουν κλασικές).

Καθώς οι ζυμώσεις δίνουν σάρκα και οστά σε ένα ολοένα και λιγότερο φιλελεύθερο Χόλιγουντ, η Βαβυλώνα ξεδιπλώνει τις νέες εκτρωματικές τάσεις και την ανθρωποβόρο καταχνιά που παραφυλάει στα ενδότερα της φάμπρικας του θεάματος. Είναι ένας υπόγειος κόσμος ρατσιστικών και ομοφοβικών διακρίσεων, εκμετάλλευσης, εξαχρείωσης και κακοποιητικών συμπεριφορών, με τους ήρωές μας έρμαια στους κραδασμούς αυτής της ανώμαλης προσγείωσης. Όπως προαναφέραμε, η εξουθενωτική, εκούσια εξτραβαγκάντ προσέγγιση της ταινίας δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να αποκαθηλώσει την εικόνα αθωότητας και γλυκιάς νοσταλγίας που έχει φιλοτεχνηθεί με μεράκι για το παλιό Χόλιγουντ εδώ και πολλές δεκαετίες, κάτι που όμως καθιστά την απόπειρα του Σαζέλ αρκετά λιγότερο ανάλαφρη και σημαντικά περισσότερο δυσπρόσιτη ή ακόμα και ανεπιθύμητη σε μια υπολογίσιμη μερίδα του κοινού. Είναι εύκολο δηλαδή για τον θεατή να την αποκηρύξει, όπως εκείνη δεν φοβάται να αποκηρύξει το Χόλιγουντ… από τα σπάργανα!

Έχοντας εκπέσει στον άχαρο ρόλο ενός παραγκωνισμένου εκπροσώπου της βουβής εποχής που τρέφεται με ρόλους-«αποφάγια», ο Κόνραντ βαδίζει μοναχικά προς τη δύση του, με την -εδώ- ελεγειακή σκηνοθετική ματιά να τον αναδεικνύει ως τη βασική τραγική φιγούρα της ταινίας. Από τη μια μεριά εκείνος και η βουβή (pun intended) περισυλλογή του, από την άλλη το δίδυμο Τόρες-ΛαΡόι και ο δικός τους άξονας πλοκής που εξακολουθεί να τελεί υπό την επήρεια ψυχοτρόπων ουσιών, συνθέτουν δύο τονικά αποκλίνοντα μονοπάτια. Οι απότομες μεταπηδήσεις από το ένα στο άλλο βλάπτουν ελαφρώς τη συνοχή του έργου και δίνουν μια αίσθηση ότι κάπως αρχίζει να πλατειάζει· ίσως το μόνο πραγματικό αρνητικό στοιχείο στις τρεις -και βάλε- ώρες της ταινίας.

Παρ’ όλα αυτά, σε εκείνο το κάπως άνισο κομμάτι, η «Βαβυλώνα» αναπτύσσει μια πολύ ενδιαφέρουσα σημειολογική διάσταση. Τα μπλεξίματα με τον τζόγο φέρνουν τη Νέλι αντιμέτωπη με δυσβάσταχτα χρέη προς τη μαφία, η προσπάθεια του Μάνι να ξελασπώσει για λογαριασμό της τον οδηγούν μέχρι τη «φωλιά του κούκου» (ο Τομπι Μαγκουάιρ υποδύεται τον εκκεντρικό αρχηγό της εγκληματικής οργάνωσης στην οποία χρωστάει το ζευγάρι) και από εκεί ξεναγούμενο από τους υποκοσμιακούς τύπους σε ένα σπηλαιώδες καταγώγιο με φρικιαστικά ανθρώπινα «εκθέματα», το οποίο διαφέρει σε πολλά και ταυτόχρονα σε τίποτα από τα οργιαστικά χολιγουντιανά πάρτι στις πολυτελείς επαύλεις ή τον απάνθρωπο τρόπο με τον οποίο το κοινό και η βιομηχανία αντικειμενοποιούν τους αναλώσιμους διασκεδαστές τους (από την ειδωλοποίηση στην απαξίωση… ένα τσιγάρο δρόμος!).

Στα πρόθυρα του φινάλε της ταινίας, το flash forward στο 1952 με την επιστροφή του Μάνι στο Λος Άντζελες καταλήγει σε μια συναισθηματικά φορτισμένη ανάκληση των αναμνήσεών του, με καταλύτη την εμπειρία της κινηματογραφικής αίθουσας. Σαν απλός θεατής, παρακολουθεί το «Singin’ in the Rain», και στο σημείο όπου η ταινία απεικονίζει τη μετάβαση της βιομηχανίας στον ομιλούντα κινηματογράφο δεν μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Τότε, μια παρεμβάλλουσα συρραφή βινιετών ανθολογίας από μεγάλα έργα της έβδομης τέχνης -προτού επιστρέψουμε σε ένα γκρο πλαν στον χαμογελαστό Μάνι- διατρανώνει με τον πιο ρητό τρόπο τις δεδηλωμένες προθέσεις του Σαζέλ ως προς το «Babylon»: Να συνθέσει μια επιστολή μίσους προς το Χόλιγουντ, αλλά και ταυτόχρονα αγάπης προς τις ταινίες.

Τέλος εποχής για το ελεύθερο καλλιτεχνικό όραμα στις χολιγουντιανές παραγωγές

Περίπου τέσσερα χρόνια μετά το έξοχα… προσγειωμένο «First Man» («Ο Πρώτος Άνθρωπος», 2018), την ταινία που ορμώμενη από το ορόσημο της προσεδάφισης του ανθρώπου στη Σελήνη ανέδειξε σε πρώτο πλάνο την οδυνηρή προσωπική ιστορία του εσωστρεφούς Νιλ Άρμστρονγκ, η επιστροφή του Σαζέλ με τη «Βαβυλώνα» κάνει έντονο κοντράστ ως ένα larger-than-life εγχείρημα τόσο ως σύλληψη (η ταινία ήταν αποτέλεσμα δεκαπενταετούς έρευνας από τον σκηνοθέτη-σεναριογράφο) όσο και ως εκτέλεση. Αυτό που παραμένει κοινός παρονομαστής των δύο είναι η απροθυμία του δημιουργού να προβεί σε εμπορικές εκπτώσεις στο καλλιτεχνικό του όραμα, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα τη δεύτερη συνεχόμενη αποτυχία του στο αμερικανικό box office· παταγώδης αυτή τη φορά. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι στις μέρες μας, το αδιαμφισβήτητο star power ηθοποιών όπως ο Μπραντ Πιτ μεταφράζεται σταθερά σε υψηλές εισπράξεις μόνο όταν συνδυάζεται με εμπορικά blockbuster δράσης («World War Z», «Bulllet Train»), η με ονόματα σκηνοθετών που έχουν ενσωματωθεί οργανικά στην ποπ κουλτούρα, με τεράστια απήχηση στο κοινό (σ.σ. Κουέντιν Ταραντίνο). Κάτι που σημαίνει ότι οι εν λόγω πόλοι έλξης δεν υφίστανται πλέον αυτόφωτοι αλλά χρειάζονται και… σπρώξιμο. Επομένως, ακόμα και το αστεράτο καστ του «Babylon» δεν είναι αρκετό όταν καλείται να στελεχώσει ένα αντισυμβατικό auteur movie που μπορεί εύκολα να αποξενωθεί από το ευρύ κοινό.

Η έννοια του «passion project», δηλαδή του έργου στο οποίο ένας δημιουργός αφιερώνεται ψυχή τε και σώματι, χωρίς να προσβλέπει σε εισπρακτική επιτυχία παρά μόνο στο να υπηρετήσει άνευ όρων ένα ανώτερο καλλιτεχνικό όραμα, τείνει να εκλείψει από το σύγχρονο σινεμά. Ακόμη και ο ίσως κορυφαίος εν ζωή σκηνοθέτης, Μάρτιν Σκορσέζε, απέτυχε εμπορικά πριν από μερικά χρόνια με ένα τέτοιο εγχείρημα, το «Silence» («Σιωπή», 2016), το οποίο βρισκόταν στα σκαριά επί μία τριακονταετία. Διαπιστώνοντας λοιπόν από πρώτο χέρι ότι κανένα μεγάλο στούντιο δεν επρόκειτο να τον χρηματοδοτήσει ξανά για τέτοιες προσπάθειες, αναγκάστηκε να ρίξει νερό στο κρασί του και να αποταθεί στη διαδικτυακή streaming πλατφόρμα του Netflix, η οποία και έδωσε το «πράσινο φως» για την επόμενη ταινία του, το επίσης αντιεμπορικό γκανγκστερικό δράμα «The Irishman» («Ο Ιρλανδός», 2019). Τώρα, μαθαίνουμε ότι ο έτερος «ίσως κορυφαίος εν ζωή», Φράνσις Φορντ Κόπολα, αναγκάστηκε να πουλήσει κομμάτι του φημισμένου οινοποιείου του προκειμένου να χρηματοδοτήσει ο ίδιος το μεγάλο απωθημένο του, τη φουτουριστική ουτοπία του «Megalopolis» (τα γυρίσματα βρίσκονται σε εξέλιξη). Εάν λοιπόν αυτά τα ιερά τέρατα του σινεμά εξωθήθηκαν σε τέτοιες έσχατες λύσεις, εσείς ποια πιστεύετε ότι θα είναι η ανταπόκριση των στούντιο στο επόμενο ρισκαδόρικο πρότζεκτ που θα εισηγηθεί ένας απείρως λιγότερο entitled δημιουργός, όπως ο Σαζέλ; Και αν με τα χίλια ζόρια η απάντηση είναι θετική, πόσο παρεμβατικοί θα είναι αυτή τη φορά οι παραγωγοί στο καλλιτεχνικό όραμα του δημιουργού; Ρητορικά αμφότερα τα ερωτήματα. Δυστυχώς, σε ένα τέτοιο αυστηρώς ελεγχόμενο περιβάλλον, το Χόλιγουντ δύσκολα θα παράξει ξανά έργα απόλυτης δημιουργικής ελευθερίας όπως το «Αποκάλυψη Τώρα!» («Apocalypse Now», 1979) ή το «Οργισμένο Είδωλο» («Raging Bull», 1980).

Συνοψίζοντας, η εμφατική εμπορική αποτυχία της πολύ καλής «Βαβυλώνας» στις ΗΠΑ (μένει να δούμε αν στον υπόλοιπο κόσμο θα βρει το κοινό της) είναι από κάθε άποψη μια θλιβερή έκβαση, που μόνο ως κακός οιωνός μπορεί να ειδωθεί για το μέλλον του σινεμά. Με λίγα λόγια, ενθαρρύνει την τάση των μεγάλων στούντιο να θυσιάσουν ακόμα και τα μεσαίου προϋπολογισμού original εγχειρήματα από οραματιστές σκηνοθέτες στον βολικό βωμό του καταιγιστικού περιεχομένου των streaming πλατφορμών και των κραταιών κινηματογραφικών franchise (ταινίες κόμικ υπερηρώων, συνέχειες εμπορικά επιτυχημένων τίτλων). Άλλωστε, κάθε εποχή έχει τη δική της σκοτεινιά

Βαθμολογία

Rating: 3.5 out of 5.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s